Η Επανάσταση του 1821 -γ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΙ “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ”

(Η Συνέχεια των Γεγονότων)

 

Τα γεγονότα του 1822

Στις αρχές του 1822 ολοκληρώθηκε η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου η οποία κήρυξε την ανεξαρτησία του Ελληνικού έθνους. Καθοριστικό γεγονός στις αρχές του έτους ήταν η πτώση του Αλή Πασά που απελευθέρωσε Τουρκικές δυνάμεις για να στραφούν κατά της Ελληνικής επανάστασης. Ο αρχηγός της εκστρατείας Χουρσίτ, κατευθύνθηκε αρχικά εναντίον του Σουλίου για να καταστρέψει την μόνιμη εστία αντίστασης στην Ήπειρο. Κυρίευσε αρχικά το Σούλι, άλλα οι Σουλιώτες οργάνωσαν νέα άμυνα στις θέσεις Κιάφα και Ναβαρίκο (ή Αβαρίκο). Λίγο αργότερα ο Χουρσίτ κλήθηκε στη Λάρισα κατηγορούμενος από τους κύκλους του Σουλτάνου για οικειοποίηση μέρους της περιουσίας του Αλή Πασά. Παρέμεινε στη θέση του ο Ομέρ Βρυώνης, να συνεχίσει την πολιορκία των Σουλιωτών.

Οι Έλληνες για να βοηθήσουν τους Σουλιώτες που βρίσκονταν σε δυσμενή θέση, επιχείρησαν αντιπερισπασμό στέλνοντας στρατό στα νότια της Ηπείρου με αρχηγό τον Μαυροκορδάτο. Παράλληλα ένα στρατιωτικό σώμα με αρχηγό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη αποβιβάστηκε στην περιοχή του Φαναρίου κοντά στις εκβολές του Αχέροντα άλλα απέτυχε. Το σώμα του Μαυροκορδάτου στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και ένας λόχος φιλελλήνων μετά από ορισμένες επιτυχίες στο Κομπότι, ηττήθηκε στη μάχη του Πέτα από τις δυνάμεις του Κιουταχή.

Τα υπολείμματα του στρατού κατέφυγαν στο Μεσολόγγι. Λίγο μετά έπεσε και το Σούλι και οι δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη συναντήθηκαν με αυτές του Κιουταχή προελαύνοντας κατά του Μεσολογγίου. Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου κατέληξε σε αποτυχία για τις Τουρκικές δυνάμεις οι οποίες αποσύρθηκαν τον Νοέμβριο του 1822. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τις αρχές του 1822 μέχρι την μάχη του Πέτα οι επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα συνεχίστηκαν. Τον Ιανουάριο παραδόθηκε η Ακροκόρινθος.

Το ίδιο διάστημα οι Έλληνες πολιορκούσαν την Πάτρα, ενώ στην Στερεά συνεχιζόταν η πολιορκία της Αθήνας η οποία παραδόθηκε στις 9 Ιουνίου του 1822. Οι Τούρκοι συγκεντρώνοντας μεγάλο στρατό στη Λαμία με αρχηγό τον Δράμαλη. Η στρατιά του Δράμαλη διέσχισε τη Στερεά σχεδόν χωρίς αντίσταση, κατέλαβε αμαχητί την Ακροκόρινθο και εισήλθε στην πεδιάδα του Άργους. Ο Κολοκοτρώνης εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης ανάγκασε τον Δράμαλη να οπισθοχωρήσει πίσω στην Κόρινθο.

Κατά την επιστροφή του δέχτηκε επίθεση στα Δερβενάκια, που είχαν καταληφθεί από τις δυνάμεις του Κολοκοτρώνη. Στη μάχη των Δερβενακίων η στρατιά του Δράμαλη καταστράφηκε και ο κίνδυνος για την επανάσταση στην Πελοπόννησο αποτράπηκε. Λίγο αργότερα οι Έλληνες κατέλαβαν το Ναύπλιο. Στη θάλασσα ο Τουρκικός στόλος κατάφερε να ανεφοδιάσει τα κάστρα της Μεθώνης και της Πάτρας που πολιορκούνταν ακόμα από Έλληνες. Τον Φεβρουάριο του 1822 όμως δέχτηκε επίθεση από Έλληνες στον Πατραϊκό κόλπο και οπισθοχώρησε καταφεύγοντας στη Ζάκυνθο.

Ένας νέος στόλος συγκεντρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη με Ναύαρχο τον Καρά Αλή. Πρώτη του δουλειά ήταν να καταπνίξει την επανάσταση στη Χίο. Στις 30 Μαρτίου 1822 οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στη Χίο χωρίς ιδιαίτερη παρενόχληση από τον Ελληνικό στόλο που είχε αποχωρήσει νοτιότερα και προχώρησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές άμαχου πληθυσμού. Χιλιάδες κάτοικοι του νησιού (25.000 περίπου) σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού διέφυγε προς τα Ψαρά, τις Κυκλάδες και την Πελοπόννησο.

Η σφαγή της Χίου είχε μεγάλο αντίκτυπο στην κοινή γνώμη των δυτικοευρωπαϊκών κρατών και μετέβαλε τη στάση της υπέρ του αγώνα των Ελλήνων. Ο Τουρκικός στόλος παρέμεινε στο λιμάνι της Χίου μέχρι τον Ιούνιο του 1822. Τότε οι Έλληνες επιχείρησαν με πυρπολικά να προκαλέσουν καταστροφές στον Τουρκικό στόλο. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης κατάφερε να ανατινάξει την Τουρκική ναυαρχίδα προκαλώντας τεράστιο πλήγμα στον Τουρκικό στόλο. Ο Καρά Αλή βρήκε τον θάνατο και ο Τουρκικός στόλος απέπλευσε πίσω στον Ελλήσποντο.

Ένα άλλο τμήμα Τουρκικού στόλου προσπάθησε να ανεφοδιάσει το πολιορκημένο Ναύπλιο. Τον δρόμο του τον έκλεινε ο στόλος της Ύδρας και των Σπετσών. Μετά από σύγκρουση στα ανοιχτά των Σπετσών οι Τούρκοι υποχώρησαν αδυνατώντας να διασπάσουν την Ελληνική άμυνα. Στη συνέχεια ο στόλος κατέπλευσε στην Τένεδο. Την νύχτα, 28 του Οκτώβρη του 1822 ο Κανάρης πυρπόλησε την υποναυαρχίδα του Τουρκικού στόλου, αναγκάζοντας τα Τουρκικά πλοία να υποχωρήσουν στα Στενά.

Το 1822 άναψαν και νέες εστίες επανάστασης. Στις αρχές του χρόνου επαναστάτησαν η Νάουσα, η Βέροια, η Κατράνιτσα, η Χρούπιστακαι οι περιοχές του Ολύμπου. Οι Τούρκοι απάντησαν άμεσα και με μία στρατιά του Πασά της Θεσσαλονίκης, καταστρέφοντας τη Νάουσα. Οι γυναίκες της πόλης κατέφυγαν στον ποταμό Αράπιτσα και για να αποφύγουν την αιχμαλωσία προτίμησαν να πέσουν στον γκρεμό.

Στη συνέχεια προχώρησαν σε καταστροφές πολλών Ελληνικών χωριών και κωμοπόλεων της Κεντρικής Μακεδονίας, λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση, μεταξύ των οποίων, το Κιλκίς, το Καρασούλι, το Λαγκαδά και την περιοχή γύρω από τη Νάουσα. Στο μεταξύ, συστάθηκε τριμελής Επιτροπή Βορειομακεδόνων, εκπροσωπούμενη από το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και τη Βογδάντσα (από ένα μέλος), στην πρώτη Προσωρινή Ελληνική Κυβέρνηση του 1822.

Αντίθετα στην Κρήτη η επανάσταση σημείωνε επιτυχίες. Ο Πασάς του Ηρακλείου σε συνεργασία με τη στρατιά που έστειλε από την Αίγυπτο ο Μωχάμετ Άλη απέτυχαν να καταστείλουν την επανάσταση. Οι Έλληνες πέτυχαν σημαντική νίκη στην μάχη του Κρουσώνα. Τον Μάιο του 1822 δημιουργείται προσωρινή διοίκηση στο νησί με το όνομα προσωρινό πολίτευμα νήσου Κρήτης.

Σε διπλωματικό επίπεδο, οι Έλληνες έστειλαν αντιπροσώπους στο συνέδριο της Ιερής Συμμαχίας στη Βερόνα, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί. Στο συνέδριο της Βερόνας επικράτησαν οι θέσεις του Μέττερνιχ και η Ελληνική επανάσταση καταδικάστηκε. Αν και οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούσαν να κρατούν αποστάσεις από την Ελληνική επανάσταση, το μικρό νεοσύστατο κράτος της Καραϊβικής, η Αϊτή, έγινε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση και την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος.

 

Καταστροφή της Νάουσας

Στην περιοχή προετοιμαζόταν από το τέλος του έτους 1821 η επανάσταση και οι Τούρκοι αποφάσισαν να πάρουν αυστηρά προληπτικά μέτρα για να την αποτρέψουν. Τον Ιανουάριο του 1821, ο βαλής της Θεσσαλονίκης Εμπού Λουμπούτ φυλάκισε ως ομήρους μέλη από τις σημαντικότερες οικογένειες των πόλεων της Δυτικής Μακεδονίας. Άλλοι όμως, ανάμεσά τους οι οπλαρχηγοί Αναστάσιος Καρατάσος και Αγγελής Γάτσος καθώς και ο ισχυρότατος πρόκριτος της Νάουσας Ζαφειράκης Θεοδοσίου Λογοθέτης αρνήθηκαν, προβάλλοντας διάφορες προφάσεις, να προσέλθουν.

Έχοντας εκτεθεί με αυτή τους την πράξη, αποφάσισαν να κηρύξουν την επανάσταση, μετά από συσκέψεις στη Μονή Παναγίας Δοβρά. Κατά τον Γεώργιο Φιλιππίδη, η κήρυξη της επανάστασης έλαβε χώρα την 22η Φεβρουαρίου 1822, Κυριακή της Ορθοδοξίας, στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου με πανηγυρική δοξολογία και ορκωμοσία αγωνιστών. Κατά τον δάσκαλο του Γένους, Γρηγόριο Κωνσταντά, η επανάσταση ξέσπασε περί το τέλη Απριλίου.

Αμέσως μετά, 1.800 επαναστάτες προχώρησαν σε επίθεση εναντίον της Βέροιας. Η επιχείρηση όμως, παρά την αρχική επιτυχία της, εγκαταλείφθηκε, λόγω της έγκαιρης προσέλευσης πολυάριθμου Τουρκικού στρατού υπό τον Κεχαγιά Μπεη του βαλή της Θεσσαλονίκης, Μεχμέτ Αγά, πιθανώς λόγω προδοσίας. Επίσης σημείωσαν μία πρόσκαιρη επιτυχία, στις 12 Μαρτίου, στη μονή της Παναγίας της Δοβράς, όπου 200 Έλληνες απέκρουσαν 4.000 Τούρκους του Μεχμέτ Αγά, με τη βοήθεια και των ανδρών του Γάτσου και του Ζαφειράκη, σκοτώνοντας 300 από αυτούς.

Στη συνέχεια, οι Τούρκοι κατέλαβαν το μοναστήρι, ενώ οι Έλληνες αποτραβήχτηκαν στη Νάουσα. Ο βαλής της Θεσσαλονίκης, Εμπού Λουμπούτ, ανέλαβε ο ίδιος την ηγεσία της επίθεσης εναντίον της Νάουσας, επικεφαλής 20.000 ανδρών, από τους οποίους οι μισοί τουλάχιστον ήταν τακτικός στρατός και οι υπόλοιποι άτακτοι. Την πόλη υπεράσπιζαν 4.000-5.000 επαναστάτες.

Στις 26 Μαρτίου, ο Εμμπού Λουμπούτ ζήτησε από τους επαναστάτες να καταθέσουν τα όπλα «ίνα τύχουν συγγνώμης», προειδοποιώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα έχουν «πολύ δυσάρεστον τέλος». Η απάντηση των Ναουσαίων ήταν αρνητική και έτσι στις αρχές Απριλίου άρχισε η πολιορκία. Τις επόμενες ημέρες, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν πολλές εφόδους εναντίον των καίριων θέσεων που κρατούσαν οι Έλληνες, χάνοντας πολλούς στρατιώτες.

Όμως τη νύχτα της 12ης Απριλίου, μετά από γενική επίθεση και σφοδρό κανονιοβολισμό των Ελληνικών θέσεων, προκάλεσαν ρήγμα στη θέση Αλώνια και κατάφεραν να μπουν, από την πύλη του Αγίου Γεωργίου, στην πόλη. Ακολούθησε ηρωική αντίσταση των κατοίκων, με σκληρές οδομαχίες και η πόλη καταλήφθηκε την επόμενη ημέρα, Πέμπτη 13 Απριλίου. Ωστόσο, ο Ζαφειράκης με τον Καρατάσο και 500 συντρόφους τους, αμύνθηκαν για 3 μέρες, κλεισμένοι στον πύργο του πρώτου, στα νοτιοδυτικά της πόλης, διευκολύνοντας τη φυγή πολεμιστών και γυναικοπαίδων.

Όταν ο αποκλεισμός του πύργου του Ζαφειράκη έγινε στενότερος, οι πολιορκημένοι πραγματοποίησαν έξοδο και βρήκαν καταφύγιο στο όρος Βέρμιο. Εν τω μεταξύ η πόλη είχε μεταβληθεί σε κόλαση από τις σφαγές. Δεκατρείς νέες γυναίκες προτίμησαν να πέσουν στον καταρράκτη της γέφυρας της Αράπιτσας για να μην ατιμαστούν από τους Τούρκους. Στη σφαγή της Νάουσας έλαβαν μέρος και 600 Εβραίοι της Θεσσαλονίκης που ακολουθούσαν τους Οθωμανούς.

Οι νεκροί και οι αιχμάλωτοι, κατά τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη, έφτασαν τις 5.000 ενώ, κατά τον ίδιο ιστορικό, σημειώθηκαν ανηλεείς βαρβαρότητες σε βάρος των αιχμαλώτων και των γυναικοπαίδων. Τη μανία των Τούρκων εναντίον των αμάχων πιστοποιεί και έγγραφο του ίδιου του Εμπού Λουμπούτ. Κατά νεότερη εκτίμηση, οι νεκροί από τις μάχες και τις σφαγές έφτασαν τους 2.000.

Για την συνεισφορά της στον Αγώνα για την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η Νάουσα είναι η μόνη πόλη που φέρει τον τίτλο «ηρωική», με Βασιλικό Διάταγμα του 1955. Μετά την καταστροφή της Νάουσας, η επανάσταση στη Μακεδονία ουσιαστικά έσβησε, αν και συνεχίστηκαν κάποιες εχθροπραξίες στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας. Υπολογίζεται ότι 50 ή, κατ’ άλλο υπολογισμό, 120 χωριά και κωμοπόλεις της Δ. Μακεδονίας καταστράφηκαν από τους Τούρκους, οι οποίοι σκότωσαν πολλούς Έλληνες ενώ με Σουλτανικό φιρμάνι αποδόθηκαν στο Οθωμανικό δημόσιο όλες οι αγροτικές ιδιοκτησίες και τα τσιφλίκια.

Οι πολιορκημένοι από τους Τούρκους στον πύργο του Ζαφειράκη στη Νάουσα πραγματοποιούν ηρωική έξοδο. 13 κορίτσια της Νάουσας, μανάδες και παιδιά, συγκεντρώνονται στη γέφυρα της Αραπίτσας και ρίχνονται στον καταρράκτη, επαναλαμβάνοντας το χορό του Ζαλόγγου. Η 1η οικιστική παρουσία της Νάουσας συμπίπτει με την oθωμανική εποχή (α’ μισό 15ου αι.). Οι Τούρκοι, αμέσως μετά την κατάληψη της περιοχής, παραχωρώντας ιδιαίτερα προνόμια, προσπάθησαν να συγκεντρώσουν στη θέση που βρίσκεται η σημερινή πόλη τους κατοίκους των γύρω ορεινών χωριών.

Απηλλάγησαν από τους φόρους, απαγορεύθηκε η εγκατάσταση Οθωμανών, εκτός από τον στρατιωτικό διοικητή και τον δικαστή, ενώ επιτράπηκε στους Ναουσαίους να εκλέγουν μόνοι τους, τους άρχοντές τους και να διατηρούν φρουρά στην πόλη. Το 1822 η Νάουσα θα εξεγερθεί κατά των Οθωμανών, αλλά η εξέγερση καταστέλλεται με βαρύ φόρο αίματος. Το Ολοκαύτωμα της Νάουσας, δηλ. η αιματηρή κατάπνιξη της επανάστασης, με την θυσία των Ναουσαίων γυναικών μαζί με τα παιδιά τους στα νερά της ρέματος της Αράπιτσας, καθιέρωσε τη πόλη ως Ηρωική.

Παρά την καταστροφή της, η Νάουσα κατορθώνει να οικοδομηθεί και πάλι, σημειώνοντας αξιόλογη ανάπτυξη (τέλη 19ου αι.). Τα βιοτεχνικά προϊόντα εξάγονται στην Ευρώπη (π.χ. κρασιά στην Αυστρία). Ο τομέας αυτός θα αποτελέσει και τη βάση για μεγάλη οικονομική ακμή και μετά την Απελευθέρωση από την Οθωμανική κυριαρχία. Στη Νάουσα παρατηρήθηκε ένα σημαντικό χρονικό κενό όσον αφορά στην κατοίκηση της περιοχής με οργανωμένη μορφή πολιτείας.

Στην όψιμη Ρωμαιοκρατία και στα χρόνια που ακολούθησαν, οι αρχαίοι οικισμοί άρχισαν να παρακμάζουν. Μετά την κατάληψη της Βέροιας από τους Τούρκους (περ. 1383-7), επικρατούσε αναρχία στην περιοχή καθώς άτακτες μονάδες γαζήδων έκαναν συχνές επιδρομές και καταλάμβαναν, συχνά, πόλεις και περιοχές της Μακεδονίας. Τρομαγμένοι κάτοικοι της περιοχής κατέφυγαν και στα όρια της σημερινής πόλης της Νάουσας, στα δάση και ορεινά άσυλά της. Η τοποθεσία όπου είναι χτισμένη η πόλη σήμερα ήταν ιδανική, καθώς όλος ο κάμπος απλωνόταν στα πόδια των κατοίκων που μπορούσαν εύκολα να δουν επερχόμενους κινδύνους.

Μετά την ολοκληρωτική κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς η περιοχή περιήλθε στα χέρια του Γαζή Αχμέτ Εβρενός, ενός από τους πιο δραστήριους στρατηγούς του σουλτάνου Μουράτ Α’ στον οποίο η Τουρκική παράδοση αποδίδει την κατάληψη σχεδόν κάθε σημαντικής πόλης της Μακεδονίας. Εδώ θα ιδρύσει βακούφι που οι απόγονοί του διατήρησαν στα Γιαννιτσά. Ο Ελληνικός πληθυσμός στην περιοχή απολάμβανε σημαντικά προνόμια, χάρη στην παρέμβαση της Βαλιντέ Χανούμ Σουλτάνας (Μάρα Μπράνκοβιτς, κόρης του Σέρβου ηγεμόνα Γεωργίου Μπράνκοβιτς και σύζυγος του Μουράτ Β’).

Η Νάουσα ήταν Χριστιανική πόλη (εκτός από τον καδή (δικαστή) και το βοεβόδα (διοικητή) δεν ήταν άλλοι Οθωμανοί), με δικαιώματα αυτοδιοίκησης, δικής της φρουράς και με σημαντικά φορολογικά προνόμια, που επέτρεψαν την γρήγορη συγκέντρωση πληθυσμού και την ανάπτυξη της χειροτεχνίας (οπλουργία, χρυσοχοΐα, υφαντουργία κλπ). Υπάρχει ένα αστικό κέντρο (17ος αι.) με 1000 περ. σπίτια και οικονομική επιρροή στην περιοχή της Κ Μακεδονίας και πιο πέρα (λόγω της θέσης στο δρόμο των καραβανιών που συνέδεε τις νοτιοβαλκανικές αγορές).

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι κατοικείται κυρίως από Έλληνες-επίσκεψή του το 17ο αι.-. Λίγα είναι γνωστά για την πόλη (αρχές 18ου αι.). Η 1η σημαντική πληροφορία αναφέρεται στη στάση (1705) όταν Τούρκος αξιωματούχος πήγε στην περιοχή με την εντολή να στρατολογήσει νέους γενίτσαρους.. Οι κάτοικοι, αρνήθηκαν να παραδώσουν τα παιδιά τους και σκότωσαν τον αξιωματούχο και 2 συνοδούς του. Με επικεφαλής τον αρματολό Ζήση Καραδήμο και τους 2 γιούς του, περ. 100 άτομα ύψωσαν την σημαία της ανταρσίας και προκαλούσαν πλήγματα στους κατακτητές.

Απόσπασμα από 800 Τούρκων κατόρθωσε τους κύκλωσε και σκότωσε στην μάχη τον Καραδήμο. Οι 2 γιοί του θα συλληφθούν και θα καταδικαστούν σε θάνατο. Η στάση των Ναουσαίων (1705), ήταν από τις σημαντικότερες του υπόδουλου Ελληνισμού, ήταν η αιτία να σταματήσει το παιδομάζωμα στον Ελληνικό χώρο. Μας είναι γνωστό το έργο του Ναουσαίου λογίου και θεολόγου Αναστασίου Μιχαήλ (αρχές 18ου αι.). Παρόλα αυτά, η Νάουσα συνεχίζει να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς.

Σε ένα αιώνα ο πληθυσμός θα διπλασιαστεί και θα αποκτήσει φήμη και για τα κρασιά και για τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες της. Προσέλκυσε το ενδιαφέρον του φιλόδοξου Αλή Πασά των Ιωαννίνων που με πολιορκίες και δόλο προσπάθησε να την προσαρτήσει (1795-1804). Ο αρματολός Βασίλης Ρομφαίης (1804) με τον υπαρχηγό Τάσο Καρατάσο, ύστερα από αγώνα 5 μηνών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, που περιήλθε στα χέρια του Αλή (ως το 1812), ο οποίος την λεηλάτησε (1804). Την εγκατέλειψε κατ’ εντολή του Σουλτάνου.

Η ηρεμία θα διαρκέσει λίγα μόνο χρόνια. Η Νάουσα παρ’ όλη την ευημερία της θα λάβει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση (Φεβρουάριος 1822). Οι Ναουσαίοι μαζί με τους οπλαρχηγούς Καρατάσο, Γάτσο και τον πρόκριτο Ζαφειράκη αιχμαλώτισαν την Τουρκική φρουρά της Νάουσας και κήρυξαν την Επανάσταση κατά των Τούρκων. Οι επαναστάτες νίκησαν τον Τουρκικό στρατό του Κεχαγιά Μπέη που είχε 4000 άτομα στη μάχη κοντά στο μοναστήρι της Δίβρας. Ήταν μια συγκλονιστική μάχη. Για 1η φορά συγκροτημένος Τουρκικός στρατός αναμετρήθηκε με Ελληνικά σώματα και συνετρίβη.

Όμως ο Πασάς της Θεσσαλονίκης Εμπού Λουμπούτ με 10.000 άνδρες ξεκίνησε να ξεπλύνει την ήττα του Κεχαγιά Μπέη. Οι μάχες γύρω από τη Νάουσα ήταν συγκλονιστικές, ώσπου η πόλη έπεσε (10/04/1822) και οι Τούρκοι την κατέστρεψαν ολοκληρωτικά. Οι τελευταίοι υπερασπιστές σκοτώθηκαν στον πύργο του Ζαφειράκη και τα γυναικόπαιδα προτίμησαν να πέσουν από τον καταρράχτη της Αράπιτσας στο σημερινό χώρο θυσίας παρά να πέσουν στα χέρια των Τούρκων.

Πολεμικές επιχειρήσεις με αρχηγούς τους Ζαφειράκη Θεοδοσίου και Τάσο Καρατάσιο, για την δημιουργία ελεύθερου επαναστατικού καθεστώτος στην περιοχή, θα οδηγήσουν στην πολιορκία της πόλης από τα στρατεύματα του Διοικητή της Θεσσαλονίκης Mεχμέτ Eμίν Πασά, γνωστού ως Eμπού Λουμπούτ (ο ροπαλοφόρος). Η πόλη, παρά την ηρωική αντίσταση, θα υποκύψει τελικά στην δύναμη των 12.000 ανδρών του πασά (22/04/1822), Κυριακή του Θωμά. Ακολούθησαν η καταστροφή της πόλης, λεηλασίες, σφαγές και διωγμοί.

Σύμφωνα με τα επίσημα οθωμανικά ντοκουμέντα 409 Ναουσαίοι θα σκοτωθούν, 33 θα εγκαταλείψουν την πόλη και 198 θα λάβουν χάρη, όλοι ως επί το πλείστον άνδρες. Πάνω από 400 γυναικόπαιδα θα πωληθούν ως σκλάβοι. Οι περιουσίες των νεκρών και φυγάδων (655 σπίτια) και της εκκλησίας (226 σπίτια) θα δημευτούν. Ύστερα από αυτό, η πόλη θα χάσει τα προνόμιά της.

Πολλοί Ναουσαίοι θα συνεχίσουν τον Αγώνα στη Ν. Ελλάδα. Ναουσαίοι αγωνιστές που διακρίθηκαν: ο εκατόνταρχος Λάζαρος (Λάζος) Γεωργίου, οι αξιωματικοί (Ζ΄ τάξης) Δημήτριος Αγγελόπουλος, Κωνσταντίνος Καραμεσίνας και Φίλιππός Καραμεσίνας, οι υπερασπιστές της Ύδρας Κωνσταντίνος Γιάννη και Νικόλαος Τουφεξής, ο συναγωνιστής του Αν. Καρατάσου Γεώργιος Θεοδοσίου, οι υπαξιωματικοί Κωνσταντίνος Αθανασίου και Ιωάννης Μιχαήλ και οι Εμμανουήλ Πίπας (γεν. 1800), Αναστάσιος (Τάσιος) Εμμανουήλ (γεν. 1805), Άγγελος Ιωάννου (γεν. 1797), Δημήτριος Κωνσταντίνου(γεν. 1801) και ο Γεώργιος Κώστα (γεν.1804).

Μόλις το 1849 θα επιτραπεί πάλι μια μορφή αυτοδιοίκησης με την εκλογή άρχοντα και σχετικής αυτονομίας. Οι άρχοντες (από το 1868) θα επιτραπεί να γίνουν δήμαρχοι της πόλης, τίτλος που θα είναι για τα επόμενα χρόνια συνεχώς σε Χριστιανικά χέρια. Ο δήμαρχος μπορούσε επίσημα να αποφασίσει για τα κοινά και είχε οπλισμένους σωματοφύλακες. Παρ’ όλη την καταστροφή, η Νάουσα θα αναρρώσει γρήγορα. Οι 198 Ναουσαίοι που έλαβαν χάρη, ανήκαν στις πιο εύπορες οικογένειες.

Εκτός από τα χωράφια, διέθεταν και 17 εργαστήρια, 26 βιοτεχνίες και 4 μεγάλες λανάρες. Έτσι υπήρξε η βάση πάλι για οικονομική ανάπτυξη, ιδίως στην παρασκευή μάλλινων. Επήλθε, μόνο μια μικρή ύφεση στην οικονομική δραστηριότητα της πόλης.

 

Η Μάχη του Πέτα

Στις 4 Ιουλίου 1822 το Πέτα της Άρτας είχε το σημαντικότερο ραντεβού με την ιστορία του. Το ραντεβού της 4ης Ιουλίου όμως τοποθέτησε το Πέτα στα μεγάλα θυσιαστήρια της Πατρίδας μας, δίπλα στο Μεσολόγγι , στην Νάουσα, στο Σούλι , στα Ψαρά, στην Χίο , στο Αρκάδι. Το θυσιαστήριο όμως αυτό διέφερε από τα άλλα. Στο θυσιαστήριο αυτό χάθηκε ο ανθός του Φιλελληνικού κινήματος της Ευρώπης.

Τα 2/3 από τους δύο λόχους του σώματος των Φιλελλήνων μείνανε για πάντα στο Πέτα, μένοντας πιστοί στα υψηλά ιδανικά που τους οδήγησαν στην Ελλάδα. Πουθενά στην παγκόσμια ιστορία δεν καταγράφεται κίνημα σαν το φιλελληνικό στην οργάνωση , στην ορμή , το πάθος και την τελική προσφορά .Ο αγώνας της μικρής Ελλάδας κατά του Τούρκου δυνάστη συγκίνησε όλους τους ευαισθητοποιημένους ανθρώπους των πολιτισμένων κρατών. Αυτή η συγκίνηση μετατράπηκε σε ηθική συμπαράσταση και πολιτιστική ανάδειξη του αγώνα, αλλά κυρίως σε στρατιωτική βοήθεια, σε όπλα και σε εθελοντές στρατιώτες και αξιωματικούς.

Οι «Κυανόκρανοι» της εποχής εκείνης , έμπειροι αξιωματικοί και οπλίτες των διαφόρων Ευρωπαϊκών στρατών , συγκεντρώνονται στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1822 μαζί με Έλληνες του εξωτερικού και ιδρύουν το τάγμα των Φιλελλήνων (Από τους 1200 Φιλέλληνες, ο κυριότερος όγκος περίπου 250 ήταν Γερμανοί, η μεγαλύτερη συνεισφορά των Γερμανών σε στρατιωτική επιχείρηση στην Ελλάδα υπήρξε η συμμετοχή στη μάχη του Πέτα, ακολουθούν σε αριθμό οι Γάλλοι και Ιταλοί , μικρότερη συμμετοχή είναι των Πολωνών, Ελβετών , Ρώσων, Άγγλων, Μικρασιάτες, Βουλγάρων, Σουηδών, Φιλανδών, Ολλανδών, Βέλγων, Ούγγρων, Ισπανών, Πορτογάλων και Αμερικάνων –συμμετείχαν Φιλέλληνες από 19 χώρες).

Στα μέσα Μαίου του 1822 αναχώρησαν για το Μεσολόγγι , όπου έφτασαν στις 23 Μαίου. Εκεί ενώθηκαν με άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς , αλλά κυρίως με το πρώτο Ελληνικό πεζικό σύνταγμα, που το αποτελούσαν 350 άνδρες υπό την ηγεσία του Γερμανού Στρατηγού Νόρμαν και του Ιταλού Πέτρου Ταρέλλα. Έτσι δημιουργήθηκε ένα αξιόλογο εκστρατευτικό σώμα με 3.000 περίπου άνδρες , το οποίο λαμβάνει εντολή να τραβήξει για την Ήπειρο προς βοήθεια των επαναπατρισθέντων Σουλιωτών, που νιώθουν να κινδυνεύουν άμεσα από τους Τούρκους, αφού πλέον ο Αλή Πασάς έχει βγει από τη μέση και η περιφέρειά του ελέγχεται από τον Χουρσίτ Πασά.

Περί τα τέλη Ιουνίου το εκστρατευτικό σώμα φτάνει στο Πέτα. Το φιλελληνικό σώμα αποτελείται κυρίως από Γερμανούς Γάλλους , Ιταλούς και Πολωνούς. Το τάγμα των φιλελλήνων, περίπου 100 άνδρες (ο Γεώργιος Τερτσέτης το 1854, στην ομιλία του της 28ης Μαρτίου στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων , παρουσία του διασωθέντος Ιταλού αξιωματικού Κολέλλιους , αναφέρει ότι οι Φιλέλληνες ήταν 200) ήταν χωρισμένο σε δύο λόχους με αρχηγούς τον Ελβετό Λουδοβίκο Σεβαλιέ και τον Πολωνό Μιρζέφσκι, ενώ τη διοίκηση του την ανέλαβε ο Ιταλός Ανδρέας Δάνια. Την γενική αρχηγία της εκστρατείας είχε ο Μαυροκορδάτος.

Ύστερα από πολλές συζητήσεις καταρτίσθηκε στο σχέδιο της μάχης. Μπροστά από το Πέτα στους χαμηλούς λόφους θα παρατάσσονταν το τακτικό σώμα , οι φιλέλληνες και οι Επτανήσιοι, περίπου 600 συνολικά άνδρες, υπό τη γενική αρχηγία του Στρατηγού Καρόλου Νόρμαν. Στο κέντρο θα βρισκόταν το σώμα του τακτικού στρατού υπό τον συνταγματάρχη Πέτρο Ταρέλλα, ενώ η διλοχία των φιλελλήνων υπό τον Ανδρέα Δάνια θα κατελάμβανε την αριστερή πτέρυγα και οι Επτανήσιοι τη δεξιά.

Στα υψώματα πίσω από το Πέτα τοποθετήθηκαν σώματα Ελλήνων ατάκτων, 1.500 περίπου άνδρες. Ο Βαρνακιώτης στο κέντρο, αριστερά ο Μπότσαρης και δεξιά ο Γώγος Μπακόλας. Η επίθεση των Τούρκων εκδηλώθηκε την αυγή της 4ης Ιουλίου .Η πρώτη σύγκρουση πραγματοποιήθηκε με το σώμα του Δάνια και σε λίγο η μάχη άρχισε να γενικεύεται , καθώς αντεπιτέθηκαν οι τακτικοί του Ταρέλλα και οι Επτανήσιοι. Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να απομακρυνθούν προσωρινά για να ανασυνταχθούν , ενώ οι απώλειές τους σε νεκρούς ήταν σημαντικές.

Ενώ διεξαγόταν σφοδρή μάχη, κυρίως στον τομέα που είχαν ταχθεί να φυλάξουν οι Φιλέλληνες , 80 περίπου Τουρκοαλβανοί αποσπάσθηκαν από σώμα 2.000 ανδρών που είχε στείλει ο Κιουταχής για να κτυπήσει τα νώτα των Ελλήνων και καθώς βρήκαν αφύλακτο το πέρασμα του Μετεπιού ή Κορακοφωλιά προχώρησαν στο λόφο , όπου ήταν αφρούρητος , τον κατέλαβαν και ύψωσαν Τουρκικές σημαίες, οι δε πυροβολισμοί που άρχισαν να ρίχνονται από εκεί δημιούργησαν γενικό πανικό και τα άτακτα Ελληνικά σώματα τράπηκαν σε άτακτο φυγή.

Ο Κιουταχής, εκμεταλλευόμενος τη σύγχυση που επικράτησε στις γραμμές των Ελλήνων, ενίσχυσε την επίθεση εναντίων των φιλελλήνων με δύναμη ιππικού και ο τόπος σε λίγο μεταβλήθηκε σε αληθινή κόλαση. Οι Φιλέλληνες και οι Επτανήσιοι σχεδόν αποδεκατίζονται. Ο Ταρέλλα, πίπτει νεκρός. Πέριξ του γενναίου Ιταλού συνάπτεται σκληρή μάχη, κατά την οποία έπεσαν νεκροί όλοι οι Φιλέλληνες.

Ο Νόρμαν μεταφέρεται, βαθύτατα τραυματισμένος, εκτός μάχης, ο αρχηγός των Κεφαλληνίων Σπύρος Πάνιας πίπτει και αυτός νεκρός. Τραγικότερη υπήρξε η άμυνα των Φιλελλήνων, οι οποίοι είχαν απομονωθεί στο Πέτα. Μετά από φονική μάχη πίπτουν στο πεδίον τιμής ο γενναίος Ιταλός Δάνια και ο Πολωνός Μιρζέφσκι με όλους τους συμπατριώτες του. Οι περισσότεροι από τους Φιλέλληνες κείτονται νεκροί.

Από τους αξιωματικούς των δύο λόχων ουδείς σώθηκε. Μόνο 25 Φιλέλληνες με το λοχαγό Χέλμαν από τη Λειψία και ορισμένοι υπό το λοχαγό Ανναί από τις Βρυξέλες κατόρθωσαν να φτάσουν στη Λευκάδα. Οι λίγοι αιχμαλωτισθέντες Φιλέλληνες μεταφέρθηκαν στην Άρτα, όπου βρήκαν οικτρό θάνατο. Τα δε άτακτα ελληνικά σώματα, που τράπηκαν σε φυγή, είχαν ελάχιστους νεκρούς. Οι Τούρκοι, που είχαν μεγάλες απώλειες κατά τη μάχη του Πέτα (περίπου 1.000 νεκρούς) αποχώρησαν την επόμενη ημέρα.

Η συντριβή των Φιλελλήνων και των Ελλήνων σε αυτή τη μάχη ήταν αποτέλεσμα σειράς παραλείψεων, αμελειών και έλλειψη συντονισμού των επιχειρήσεων. Η αναμφισβήτητη γενναιότητα των Φιλελλήνων δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει την έκβαση του πολέμου.

Οι Γερμανοί Φιλέλληνες που έπεσαν ήταν : Νόρμαν Βον Φέιμαν, Ροστ,Μόριτ, Τάιχμαν (σημαιοφόρος), Σνάιδερ, Κάρολος Μπάρς, Θεόδωρος Ντήτερλε, Έμπεν, Κούρτιος Δάρνερ, Φερνινάρος Άιζεν, Μαυρίκιος Φέλς, Φέλος, Φέλς, Ιωάννης Χάισσε (ναυτικός), Αλβέρτος φον Κάιζενμαρκ, Γεώργιος Γιόχαν (θαλαμηπόλος του Νόρμαν), Λουδοβίκος Κάιζεμπεργκ (υπολοχαγός Βαυαρικού πυροβολικού), Κάρολος Λέσκυ, Λαουρίκε, Ερνέστος Λούτσε, Χ.Φ.Μάνεκε, Γουσταύος Νάγκελ (φαρμακοποιός), Θεόδωρος Όμπερστ, Φρειδερίκος Όλμερ, Χριστόφορος Αιλμάγερ, Κάρολος Ράγκε (σημαιοφόρος), Ερνέστος Ρούστ, Φρειδερίκος Σάντερ, Ιάκωβος Σάντμαν (αξιωματικός), Ερρίκος Σμίτ (αξιωματικός), Ι.Σνάιντερ (υπολοχαγός), Φρειδερίκος Σέεγκερ και Χάινριχ Σέεγκερ (αδέλφια), Φ.Β.Τάιχμαν (λοχαγός σημαιοφόρος), Ιωάννης Βέτσερ, Νικόλαος Βέτσερ, Νικόλαος Βόλφ (φοιτητής Θεολογίας), ο Γάλλος Μινιάκ, οι Πολωνοί Μιζιέφσκι και Αλεξάντερ Κουσιανόβσκυ.

Οι Ιταλοί Πέτρος Ταρέλλα, Ανδρέα Δάνια, Μπατελάνι,Σελεστίν,Φόρτζιο, Βιβιανί,Πλενάριο, ο Ολλανδός Ροδόλφος Χούγκφανς, ο Ρώσος Μπερεντζόφσκι, ο Αιγύπτιος Δαβουσί, οι Ελβετοί Λουδοβίκος Σεβαλιέ, Καίνιχ , Βράνδλιν και οι Μικρασιάτες Άγγελος Ζωντανός, Μανώλης και Γαβρίλος Αμανίτης και ο Σμυρνιός Πέτρος Μέγγος. Στο Πέτα η θυσία των Φιλελλήνων δεν πήγε χαμένη. Ο πρώτος ενωμένος Ευρωπαϊκός στρατός της εποχής εκείνης έπεσαν ηρωικά , μόνο και μόνο από την πίστη τους στην ελευθερία. Στο Πέτα η λέξη «Ξένος» δεν υπάρχει. Όλοι οι ξένοι πολίτες και οι επισκέπτες του, είναι δημότες του Πέτα.

 

Η Μάχη στα Δερβενάκια

Τον Ιανουάριο του 1821 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης βρισκόταν στη Μάνη, όπου προσπαθούσε να αμβλύνει τις τοπικές διαφωνίες, προκειμένου όλοι να προετοιμαστούν για τον επικείμενο πόλεμο, ο οποίος πλέον φάνταζε βέβαιος. Όπως σημειώνει στα απομνημονεύματά του, πέτυχε να συμφιλιώσει «διάφορα σπίτια Μανιάτικα, χωρισμένα κατά τη συνήθειά τους», ώστε να κατορθώσει κάπως να οργανώσει τις άτακτες και απείθαρχες τοπικές ομάδες. Ως τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς η Μάνη «έβραζε», με έκδηλες πολεμικές διαθέσεις.

Στις 22 Μαρτίου οι Μανιάτες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο Κολοκοτρώνης μαζί με τον ανιψιό του Νικήτα Σταματελόπουλο – τον «Νικηταρά», ο οποίος αργότερα, στη μάχη των Δολιανών, θα ονομαζόταν και «Τουρκοφάγος» -, ο Παπαφλέσσας, ο Αναγνωσταράς και μόλις περισσότεροι από 2.000 άνδρες βάδισαν προς την Καλαμάτα. Την επομένη η πόλη παραδόθηκε. Στις 24 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης και ο Παπαφλέσσας κυκλοφόρησαν την εξής προκήρυξη, στη Σκάλα Αρκαδίας:

«Η ώρα έφτασε, το στάδιον της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη, τα πάντα εδικά μας και ο Θεός του παντός μεθ’ ημών έσεται. Μη πτοηθείτε εις το παραμικρόν. Σεις είσθε ατρόμητοι των προγόνων μας απόγονοι. Γενικώς οπλισθείτε με ανοικτά μπαϊράκια και τρέξατε εναντίον των εχθρών της πίστεως και της πατρίδος. Εντός ολίγων ημερών φθάνομεν και ημείς με 10.000 στρατεύματα».

Από την προκήρυξη και μόνο διαφαίνεται το ότι ο Κολοκοτρώνης, ήδη από τις πρώτες ημέρες της επανάστασης, αποκτούσε κύρος και φήμη στρατιωτικού ηγέτη, γεγονός που από τη μία εμψύχωνε τους διστακτικούς Έλληνες αλλά από την άλλη βεβαίως προβλημάτιζε τους εφησυχασμένους κοτζαμπάσηδες. Η φήμη αυτή του Κολοκοτρώνη καθώς και οι επιτυχίες του στις αψιμαχίες των πρώτων ημερών στάθηκαν σωτήριο αντίβαρο για την απειρία των Ελλήνων σε πολεμικές συγκρούσεις εναντίον οργανωμένων στρατευμάτων.

Σχεδόν από την πρώτη στιγμή των εχθροπραξιών οι Τούρκοι είχαν οχυρωθεί στα κάστρα των παραλίων της Πελοποννήσου και στην Τριπολιτσά. Μόνος ανάμεσα στους Έλληνες οπλαρχηγούς, ο Κολοκοτρώνης υποστήριζε το σχέδιο πολιορκίας της Τριπολιτσάς, το οποίο δικαίως ταύτιζε με την εδραίωση της επανάστασης. Τελικά, στο πολεμικό συμβούλιο που έλαβε χώρα στο χωριό Πάπαρι, οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν να διορίσουν αρχιστράτηγο τον Πέτρο Μαυρομιχάλη και να ακολουθήσουν το πολεμικό σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη ήταν, όπως αναφέρει ο Μέντελσον Μπαρτόλντι στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, «να σχηματισθή ευρύ πολιορκητικόν ημικύκλιον περί την Τρίπολιν, να κυκλωθή δε η πόλις και από των περιβαλλόντων το οροπέδιον βουνών· είτα να συσφιγχθή ολονέν στενότερον η ολεθρία ζώνη περί την πόλιν, μέχρις ου καταστή αναπόφευκτος η καταστροφή». Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης παρέταξε τους άνδρες του νοτιοδυτικά της πόλης, κοντά στο Βαλτέτσι, πάνω στο όρος Μαίναλο.

Κατόρθωσε δε επανειλημμένως να εμψυχώσει τους πολιορκητές, ιδιαίτερα μετά τη δυσκολία που προκάλεσε η απόσπαση του Μουσταφά Πασά από την Ήπειρο και η κάθοδός του στην Πελοπόννησο. Ο Μουσταφά κατευθύνθηκε αρχικά προς την Πάτρα, την άφησε όμως γρήγορα πίσω του, αφού ο Πασάς της Εύβοιας, Γιουσούφ, είχε ήδη τρέψει σε φυγή τους Έλληνες που τους διοικούσαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και είχε παραδώσει την πόλη στη λεηλασία των στρατιωτών του.

Ο Μουσταφά Πασάς προχώρησε κατά μήκος του Κορινθιακού κόλπου, πυρπόλησε το Αίγιο, κατατρόπωσε το πολιορκητικό σώμα που βρισκόταν μπροστά στον Ακροκόρινθο υπό τις διαταγές του Παπαφλέσσα, και μέσω των Δερβενακίων πέρασε προς το Άργος, έλυσε την πολιορκία του Ναυπλίου και εισήλθε στην Τριπολιτσά. Όπως ήταν λογικό, η άφιξη του Μουσταφά καταρράκωσε το ηθικό των πολιορκητών, γεγονός που προσπάθησε να εκμεταλλευτεί ο Μουσταφά επιχειρώντας αμέσως έξοδο από την Τριπολιτσά προς το Βαλτέτσι.

Εκεί όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και περίπου 2.500 άνδρες: 1.000 που βρίσκονταν ήδη στο Βαλτέτσι, 700 που ακολούθησαν τον Κολοκοτρώνη από το αρχηγείο του στο Χρυσοβίτσι και περίπου 800 που διοικούσε ο Πλαπούτας. Άλλες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των Τουρκικών στρατευμάτων στις 5.000 και άλλες στις 13.000. Η μάχη του Βαλτετσίου έληξε με τη συντριβή των Τουρκικών δυνάμεων στις 13 Μαΐου.

Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης αναφέρει: «Εκείνος ο πόλεμος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος· αν εχαλιώμεθα εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον… Δώδεκα-δεκατρείς Μαΐου ήταν. Είκοσι τρεις ώρες εβάσταξε ο πόλεμος». Η νίκη των Ελλήνων επαναστατών στο Βαλτέτσι ήταν πολύ σημαντική για το ηθικό τους και ανάγκασε τους Τούρκους που είχαν απομείνει στην Τριπολιτσά να περιοριστούν στην άμυνα, ιδιαίτερα καθ’ ότι δύο περαιτέρω απόπειρές τους, στα Βέρβενα και στα Δολιανά, απέβησαν επίσης μάταιες. Η Τριπολιτσά τελικά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, ύστερα από έξι μήνες πολιορκία.

Η διχόνοια όμως που ταλάνιζε τις τάξεις των Ελλήνων, ιδιαίτερα μετά την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο στις αρχές Ιουνίου, δεν έμοιαζε να υποχωρεί, όπως μαρτυρούν τα λόγια που φέρεται να είπε ο αιχμάλωτος Κιαμίλ Μπέης, μετά την παράδοση των Τούρκων: «Η Τουρκία, καθώς βλέπω, δεν θα μπορέσει να σας υποτάξει όπως πρώτα, αν είστε ενωμένοι και έχετε ένα κεφάλι. Αλλά μη νομίσετε ότι ενικήσατε την Τουρκία, διότι εκυριεύσατε την Τριπολιτσά. Ολόκληρη η Τουρκία δεν κόβεται, και κοιμισμένη ακόμα, μήτε σε πενήντα χρόνια».

Μετά την πτώση της Τριπολιτσάς, καθώς και των φρουρίων της Μονεμβασιάς και του Νεοκάστρου, ο Κολοκοτρώνης πρότεινε στο πολεμικό συμβούλιο την άμεση πολιορκία της Πάτρας. Οι πρόκριτοι της Αχαΐας όμως, πρωτοστατούντων του Ανδρέα Ζαΐμη και του Παλαιών Πατρών Γερμανού, συνειδητοποίησαν ότι ο Κολοκοτρώνης αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη δύναμη και διεμήνυσαν στον Δημήτριο Υψηλάντη ότι δεν επιθυμούσαν τη βοήθεια του Κολοκοτρώνη αλλά μπορούσαν μόνοι τους να απαλλαγούν από τους Τούρκους της Πάτρας.

Έπειτα από πολλές αμφιταλαντεύσεις και διαφωνίες ανετέθη τελικά στον Κολοκοτρώνη η πολιορκία της Πάτρας, δίχως όμως ουσιαστική βοήθεια. Ο Κολοκοτρώνης, με μόλις 600 άνδρες και πικραμένος από τις συνωμοσίες που γνώριζε ότι υπήρχαν, παραιτήθηκε από την πολιορκία στις 23 Ιουνίου 1922. Τότε ήταν όμως που φάνηκε ο πραγματικά μεγάλος κίνδυνος για τη νεαρή επανάσταση των Ελλήνων. Η στρατιά του Πασά της Δράμας Μαχμούτ, του επονομαζόμενου Δράμαλη, συγκεντρώθηκε και προετοιμάστηκε στην Ήπειρο, μετά την ήττα του εξεγερμένου Αλή Πασά.

Ο νικητής Χουρσίτ Πασάς, που είχε καταπνίξει την εξέγερση, είχε πέσει στη δυσμένεια του Σουλτάνου και έτσι Σερασκέρης (δηλαδή αρχιστράτηγος) ανακηρύχθηκε ο Δράμαλης. Ο Μέντελσον Μπαρτόλντι και πάλι περιγράφει το πλήθος της στρατιάς: «Είκοσι τέσσαρες χιλιάδες πεζοί, εξακισχίλιοι ιππείς και ισχυρόν πυροβολικόν απετέλουν αυτήν· από του έτους δε 1715, ότε ο Αλή Κουμουρτζής διέβη τον Σπερχειόν, απερχόμενος όπως ανακτήση Μωρέαν από τους Ενετούς, ουδέποτε είχεν ίδει η Ελλάς τοιαύτην στρατιωτικήν πομπήν…».

Χωρίς αντίσταση η στρατιά του Δράμαλη έφτασε στη Βοιωτία, λεηλάτησε την πεδιάδα της Κωπαΐδας, έκαψε τη Θήβα και επέβαλε φρικτά αντίποινα στην Αττική. Καθώς ο Δράμαλης προήλαυνε προς τον Ισθμό, αντιλήφθηκε ότι οι Έλληνες είχαν εγκαταλείψει αμαχητί τα στενά των Γερανείων και φαίνεται ότι η αλαζονεία του, η οποία ήδη ήταν μεγάλη λόγω του διορισμού του, εντάθηκε ακόμη πιο πολύ. Όταν μάλιστα βρήκε εγκαταλειμμένο και το φρούριο του Ακροκόρινθου, πίστεψε, καθώς φαίνεται, πως κάθε αντίσταση είχε εκλείψει και ότι ο ίδιος ήταν πλέον ο αδιαμφισβήτητος νικητής της Πελοποννήσου και ο καταστολέας της επανάστασης των Ελλήνων.

Στην Κόρινθο ο Δράμαλης συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, κατά το οποίο πολλοί αξιωματούχοι με επικεφαλής τον Γιουσούφ Πασά συμβούλευσαν τον Δράμαλη να χρησιμοποιήσει την Κόρινθο ως βάση και ορμητήριο και να χτίσει εκεί αποθήκες για πολεμοφόδια. Με τη βοήθεια μάλιστα του Τουρκικού στόλου στον Κορινθιακό και στον Σαρωνικό κόλπο, η Πελοπόννησος θα αποκλειόταν εντελώς, αφήνοντας εκτεθειμένους τους επαναστάτες της Στερεάς.

Τότε, με την Κόρινθο ως ασφαλή έδρα, ο Δράμαλης θα μπορούσε να αποστείλει εκστρατευτικά σώματα για να καταλάβουν την Τριπολιτσά και, εν τέλει, τη Μάνη. Ο Δράμαλης όμως, καθώς είχε φτάσει ως την Κόρινθο δίχως αντίσταση, ήταν πια πεπεισμένος για την πολεμική ανικανότητα των αντιπάλων του. Μολονότι λοιπόν ελάχιστα γνώριζε τη μορφολογία της Πελοποννήσου, δεν άκουσε τη συμβουλή των αξιωματούχων του και διέταξε σχεδόν αμέσως να προελάσει σύσσωμη η στρατιά προς το Ναύπλιο, να ανεφοδιαστεί εκεί από τον τουρκικό στόλο και τότε να επιτεθεί στην Τριπολιτσά.

Ο συντομότερος δρόμος για το Ναύπλιο ήταν μέσω των στενών περασμάτων των Δερβενακίων. Οι Έλληνες ωστόσο δεν προέβλεψαν να υπερασπιστούν τα περάσματα, τυφλωμένοι καθώς ήταν από τον όγκο της εκστρατείας του Δράμαλη. Έτσι ο Τούρκος αρχιστράτηγος πέρασε τα στενά χωρίς μάχη και έφτασε στο Άργος. Τόσο ικανοποιημένος ήταν μάλιστα από την πορεία του ως εκείνο το σημείο, ώστε εγκατέλειψε τα Δερβενάκια και τα χωριά που δέσποζαν στις πλαγιές τους δίχως φρουρά, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένη τη γραμμή υποχώρησής του.

Η εμπροσθοφυλακή της Τουρκικής στρατιάς, υπό τον Πασά του Άργους, έφτασε στο Ναύπλιο, το οποίο ήδη διαπραγματευόταν την παράδοσή του στους Έλληνες, και αποπειράθηκε να το ανεφοδιάσει, λίγα όμως μπορούσε να κάνει, καθώς το κύριο σώμα της στρατιάς είχε ήδη αρχίσει να μην έχει αρκετά εφόδια: ο Δράμαλης είχε υπερτιμήσει την πειθαρχία του Τουρκικού στόλου, ο οποίος αγνόησε τις διαταγές και αντί να καταπλεύσει στο Ναύπλιο περιέπλευσε τον Αργολικό κόλπο και κατευθύνθηκε προς την Πάτρα.

Η στρατιά του Δράμαλη βρέθηκε στρατοπεδευμένη κοντά στο Άργος, περικυκλωμένη από βουνά, με τα εφόδια να λιγοστεύουν. Φαίνεται μάλιστα ότι εκείνο το καλοκαίρι του 1822 ήταν ιδιαίτερα θερμό, ώστε είχαν καταστραφεί τα σιτηρά και πολύ σύντομα τα άλογα του Τουρκικού ιππικού δεν έβρισκαν ούτε τροφή ούτε νερό.

Εν τω μεταξύ ο Υψηλάντης και περίπου 700 άνδρες έσπευσαν να ενισχύσουν το οχυρό φρούριο του Άργους, Λάρισα, το οποίο ως τότε υπερασπιζόταν με λίγους άνδρες ο Μανιάτης οπλαρχηγός Καραγιάννης. Ήταν προφανές ότι με την αύξηση των υπερασπιστών τα εφόδια θα τελείωναν γρηγορότερα και συνεπώς η Λάρισα θα υποτασσόταν στον Δράμαλη. Ο Δράμαλης από την άλλη γνώριζε ότι δεν ήταν δυνατόν να στραφεί προς την Τριπολιτσά δίχως να καταλάβει τη Λάρισα και έτσι οι Έλληνες πέτυχαν τον στόχο τους, δηλαδή να κρατήσουν την Τουρκική στρατιά κοντά στο Άργος.

Όσο ο Τουρκικός στρατός πολιορκούσε τη Λάρισα του Άργους ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αγωνιζόταν να συγκεντρώσει αρκετούς άνδρες. Πολλοί έχουν επιτημήσει τον Γέρο του Μοριά για τις μεθόδους που χρησιμοποίησε σε αυτή του την προσπάθεια, οι οποίες φαίνεται ότι ήταν πράγματι σκληρές αλλά απαραίτητες. Στα τέλη Ιουλίου ξεκίνησε ο Κολοκοτρώνης από την Τριπολιτσά διακηρύσσοντας ότι όποιος ικανός να φέρει όπλα βρισκόταν στην πόλη ύστερα από δύο ώρες θα τουφεκιζόταν αμέσως.

Ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε τα στενά περάσματα που οδηγούν προς την Κόρινθο, οι δε έγκλειστοι στη Λάρισα κατόρθωσαν, λίγες ημέρες αργότερα, να εγκαταλείψουν το φρούριο, καθ’ ότι ο σκοπός τους είχε επιτευχθεί. Η κύρια δύναμη των Ελλήνων είχε καταφύγει στους Μύλους, στα δυτικά της πόλης του Άργους.

Χάνοντας σιγά σιγά τις ελπίδες του ότι ο στόλος θα καταφθάσει στο Ναύπλιο, ο Δράμαλης άρχισε να συνειδητοποιεί πως η μόνη λύση στην έλλειψη εφοδίων ήταν η υποχώρηση και αυτήν προσπάθησε να οργανώσει με πανουργία. Έστειλε λοιπόν τον Χριστιανό γραμματέα του στο στρατόπεδο των Ελλήνων για να τους προσφέρει αμνηστία. Όπως το περίμενε, οι Έλληνες αρνήθηκαν και τότε ο γραμματέας τούς συμβούλευσε τάχα φιλικά ότι έπρεπε να σπεύσουν να φυλάξουν τα περάσματα προς την Τριπολιτσά, διότι η στρατιά του Δράμαλη ετοιμαζόταν να ξεκινήσει.

Η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη όμως προέβλεψε για ακόμη μία φορά την αδυναμία του αντιπάλου του· ήταν προφανές ότι δίχως εφόδια η Τουρκική στρατιά δεν θα μπορούσε να πορευθεί προς την Τριπολιτσά και ότι επρόκειτο απλώς για αντιπερισπασμό. Ο Κολοκοτρώνης προσπάθησε να επιβάλει τη γνώμη του στο πολεμικό συμβούλιο, ότι δηλαδή το σημαντικό ήταν να εμποδιστεί η υποχώρηση του Δράμαλη προς την Κόρινθο.

Καθώς όμως για άλλη μια φορά το συμβούλιο ήταν δύσπιστο απέναντι στις παραινέσεις του, ο Κολοκοτρώνης άφησε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού στους Μύλους και με ένα μικρό σώμα εγκαταστάθηκε στο χωριό Άγιος Γεώργιος, το οποίο δεσπόζει στα στενά των Δερβενακίων. «Πηγαίνει να ξαναγίνει κλέφτης στα βουνά και να πιάση τα κορφοβούνια και τους Αηλιάδες…» λέγεται ότι είπε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με περιφρόνηση.

Στις 26 Ιουλίου από το στρατόπεδο του Δράμαλη ακούστηκαν οι πυροβολισμοί που ανήγγειλαν την εκκίνηση της μεγάλης στρατιάς. Λέγεται ότι τότε ο Κολοκοτρώνης μίλησε στους Έλληνες, διηγούμενος ότι στο όνειρό του η ίδια η θεά Τύχη τον είχε βεβαιώσει για τη νίκη. Τόσο σίγουρος ήταν μάλιστα, ώστε λέγεται ότι είπε: «Εχω τόσην βεβαιότητα να σας ειπώ να μην πάρετε ούτε τα άρματά σας, για να πάρωμε των Τούρκων. Σήμερα ο καθένας από εμάς θα καταδιώκη πολλούς…».

Για να κρύψει μάλιστα τον μικρό αριθμό των συμπολεμιστών του – υπολογίζονται σε περίπου 2.300 άνδρες – ο Έλληνας οπλαρχηγός κατέφυγε σε ένα «κλέφτικο» τέχνασμα: Αφού παρέταξε σχεδόν όλους τους άνδρες του στην πλαγιά όπου βρισκόταν το χωριό Άγιος Σώστης, ο ίδιος, μαζί με τους ηλικιωμένους και τους άμαχους, πήγε απέναντι στον Άγιο Γεώργιο και, αφού μάζεψε ολόγυρα όσο περισσότερα ζώα μπορούσε για να κάνουν φασαρία, κρέμασε κάπες, φέσια και σημαίες από διάφορα ξύλα, ώστε από μακριά να φαίνεται ότι εκεί ενέδρευε ανυπόμονος στρατός.

Το πρώτο τμήμα της Τουρκικής στρατιάς, η εμπροσθοφυλακή των Αλβανών, πέρασε τα στενά δίπλα από τον «πλαστό» στρατό του Κολοκοτρώνη, δίχως σημαντικές απώλειες. Το δεύτερο όμως κατατροπώθηκε. «Από εκάστου λόφου», κατά τον Μπαρτόλντι, «ανεπήδων ένοπλοι Ελληνες και καπνός πυρίτιδος κατεκάλυψε όλας τας κλιτύς του όρους. Οι Τούρκοι ιππείς, υποχωρήσαντες τάχιστα, προσεπάθησαν να αναβώσι την δεξιάν όχθην του χειμάρρου, αφ’ ης ανελίσσεται η ανωφέρεια του Αγίου Σώστη.

Οι πεζοί παρηκολούθουν όπως ηδύναντο, τα όπλα δε και αι αποσκευαί και παν ό,τι παρεκώλυε την πορείαν απερρίφθησαν. Αλλ’ οι Έλληνες έσπευδον διώκοντες τους φεύγοντες και το λαμπρόν όνειρον του Κολοκοτρώνη ήρχιζε να πραγματοποιήται». Και θα είχε πράγματι πραγματοποιηθεί το όνειρο, αν οι οπλαρχηγοί που είχε καλέσει ο Κολοκοτρώνης είχαν καταφθάσει εγκαίρως. Ο μόνος που απάντησε στο κάλεσμα ήταν ο Νικηταράς ο «Τουρκοφάγος», με τους άνδρες του οποίου όμως είχαν ενωθεί και αυτοί του Παπαφλέσσα και του Υψηλάντη.

Ο Νικηταράς έσπευσε να ανακόψει την υποχώρηση των Τούρκων προς την Κόρινθο και έτσι στη χαράδρα μπροστά στον Άγιο Σώστη οι Τούρκοι άφησαν περισσότερους από 3.000 νεκρούς. Η δε μεγάλη Τουρκική στρατιά διασπάστηκε και ένα μέρος της κατέφυγε στην Κόρινθο, ενώ το άλλο γύρισε πίσω στο Άργος, όπου ο Δράμαλης παρέμεινε άπραγος για μία ημέρα, προσπαθώντας να συνέλθει από την πανωλεθρία.

Ήταν όμως αδύνατον να παραμείνει άλλο η Τουρκική στρατιά στο Άργος, δίχως εφόδια. Μη θέλοντας ασφαλώς να δοκιμάσει την τύχη του από το ίδιο πέρασμα, ο Τούρκος αρχιστράτηγος επέλεξε το πέρασμα του Αϊνορίου, ανατολικότερα από το σημείο όπου είχε ηττηθεί το πρώτο τμήμα της στρατιάς του. Το Ελληνικό πολεμικό συμβούλιο, υπό την καθοδήγηση του Κολοκοτρώνη, είχε βεβαίως εκπονήσει σχέδιο για αυτή την περίπτωση, το οποίο όμως δεν εκτελέστηκε σωστά.

Το σχέδιο ήθελε τους Έλληνες που ως τότε είχαν στρατοπεδεύσει στους Μύλους να χτυπήσουν τα νώτα του Δράμαλη, μόλις αυτός άφηνε πίσω του το Άργος. Αντ’ αυτού, τους Έλληνες προσήλκυσαν τα λάφυρα του εγκαταλειμμένου Τουρκικού στρατοπέδου και άφησαν τα νώτα του Δράμαλη ανενόχλητα. Ο Νικηταράς και ο Υψηλάντης βέβαια επιτέθηκαν στους Τούρκους από τον Άγιο Σώστη, ο δε Παπαφλέσσας από το Αϊνόρι, οι Τούρκοι ιππείς όμως κατόρθωσαν να ανοίξουν δρόμο, καθώς δεν τους κατεδίωκε κανένας.

Τα σώματα που έστειλε ο Κολοκοτρώνης, υπό τη διοίκηση του γιου του, Γενναίου Κολοκοτρώνη, και του Πλαπούτα, έφτασαν πολύ αργά, ώστε μεγάλο μέρος της Τουρκικής στρατιάς διέφυγε, αφήνοντας πίσω μόλις 1.000 νεκρούς. Ηττημένος και καταδιωκόμενος ο μεγάλος Σερασκέρης έφτασε στην Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης διέταξε να φυλαχθούν όλα τα περάσματα προς τη Δυτική Πελοπόννησο ή προς τη Στερεά τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον ανεφοδιασμό της Κορίνθου.

Ύστερα από λίγο ό,τι είχε απομείνει από τη λαμπρή Τουρκική στρατιά άρχισε να υποκύπτει στην πείνα και στις αρρώστιες που επέφερε η στέρηση. Και ο ίδιος ο τρομερός Δράμαλης, ο «κατακτητής της Πελοποννήσου», πέθανε στην Κόρινθο, εξουθενωμένος.

 

Η Στάση της Ρωσίας και η Μεταστροφή της Αγγλικής Πολιτικής (1822 – 1825)

Η αποδοκιμασία της Ελληνικής Επανάστασης από τη Ρωσία στο συνέδριο του Λάιμπαχ εγγράφεται στην εναρμόνιση της Ρωσικής πολιτικής με την Αρχή της Νομιμότητας που αποτελούσε από το 1815 το βασικό άξονα της διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, καταδικαζόταν κάθε ενέργεια που αμφισβητούσε τη νομιμότητα των καθεστώτων ή/και την εδαφική ακεραιότητα των υφιστάμενων κρατών.

Ωστόσο, τα ιδιαίτερα συμφέροντα της Ρωσίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη και οι βλέψεις επί των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ευνοούνταν από την Ελληνική επανάσταση. Άλλωστε, η επέμβαση της Ρωσίας στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε κατοχυρωθεί μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), οπότε η Ρωσία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των Ορθόδοξων Χριστιανών που διαβιούσαν στα Οθωμανικά εδάφη.

Αφορμή για μια νέα επέμβαση της Ρωσίας στάθηκαν η διαπόμπευση και ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και οι διώξεις κατά των Χριστιανών, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη και σε πόλεις της Μικράς Ασίας μετά την άνοιξη του 1821. Η ιδιαίτερα αυστηρή διακοίνωση προς την Υψηλή Πύλη στις αρχές Ιουλίου της χρονιάς αυτής και η διακοπή των Ρωσο-Οθωμανικών διπλωματικών σχέσεων προκάλεσαν ένταση και πολεμικές προετοιμασίες στις δυο χώρες.

Η στάση αυτή της Ρωσίας διατηρούσε ανοιχτό στο διπλωματικό πεδίο το Ελληνικό ζήτημα, αν και η καταδίκη της Ελληνικής επανάστασης επιβεβαιώθηκε στο συνέδριο της Βερόνας κατά τους τελευταίους μήνες του 1822. Παρά την αποχώρηση του Καποδίστρια τον Αύγουστο του 1822 από το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών φαίνεται ότι στους κόλπους της Ρωσικής διπλωματίας άρχισε να κερδίζει έδαφος η προοπτική μιας ρύθμισης για την Ελληνική υπόθεση παρόμοιας με εκείνη που είχε επιτευχθεί στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.

Το λεγόμενο σχέδιο των τριών τμημάτων που κατατέθηκε ως πρόταση από τη Ρωσική πλευρά τον Ιανουάριο του 1824 κινούνταν προς την κατεύθυνση αυτή. Ήταν η πρώτη πρόταση για τη δημιουργία αυτόνομων Ελληνικών κρατικών μορφωμάτων, τα οποία θα ήταν φόρου υποτελή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για τη Ρωσία τα κράτη αυτά θα αποτελούσαν τη γέφυρα που από τον προηγούμενο αιώνα επιζητούσε στη Μεσόγειο.

H αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να καταπνίξει την Ελληνική επανάσταση και ο φόβος για τη δημιουργία ενός Ελληνικού κράτους που θα λειτουργούσε ως εκφραστής των Ρώσικων συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται ότι επέδρασαν στην αναθεώρηση της Αγγλικής πολιτικής στο Ελληνικό ζήτημα. H αρχική αρνητική στάση της Αγγλίας, η οποία εκφράστηκε ιδιαίτερα από τις Αγγλικές αρχές της Ιονίου Πολιτείας, σύντομα μεταστράφηκε με τη σταδιακή υιοθέτηση ευνοϊκότερων θέσεων για την Ελληνική πλευρά.

Στη μεταστροφή της Αγγλικής στάσης συνέτεινε και η ανάδειξη του Γ. Κάνιγκ (G. Cannig) στην κορυφή του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Αύγουστο του 1822. Τα πρώτα σημάδια της νέας πολιτικής φάνηκαν την άνοιξη του 1823, όταν η Αγγλία αναγνώρισε τους επαναστατημένους Έλληνες ως εμπόλεμο έθνος. Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι κατά τους επόμενους μήνες ενθαρρύνθηκαν ανεπίσημα χρηματο-πιστωτικοί κύκλοι στο Λονδίνο να προχωρήσουν στη σύναψη δανείων (1824, 1825) με την Ελληνική Διοίκηση.

Τα δάνεια αυτά, για τη σύναψη των οποίων υποθηκεύτηκαν οι εθνικές γαίες, σήμαιναν την έμμεση αναγνώριση ενός εν δυνάμει Ελληνικού κράτους, το οποίο μελλοντικά θα αποπλήρωνε τα δάνεια αυτά. Κοντολογίς, η προώθηση των διαφορετικών και συχνά ανταγωνιστικών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων των δύο ισχυρών κρατών, της Αγγλίας και της Ρωσίας, κατέτειναν σταδιακά σε ευνοϊκές για την Ελληνική πλευρά διπλωματικές κινήσεις.

Ιδίως μετά το 1825-1826, οπότε η Ελληνική επανάσταση κάμπτεται στο πεδίο των μαχών, οι πρωτοβουλίες των δύο Δυνάμεων, τις οποίες ακολούθησε η Γαλλία όχι όμως η Αυστρία και η Πρωσία, υποχρέωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποδεχτεί στο τέλος της δεκαετίας του 1820 τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους.

 

Σφαγή της Χίου

Την περίοδο αυτή η Χίος διέθετε μία μεγάλη ακμάζουσα Ελληνική κοινότητα που ευημερούσε βασιζόμενη στην καλλιέργεια της μαστίχας. Απολάμβανε μάλιστα σημαντικά προνόμια από τους Οθωμανούς, για τους οποίους η μαστίχα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό προϊόν. Συνέπεια των προνομίων ήταν η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού του νησιού, που αριθμούσε το 1822 περισσότερους από 100.000 κατοίκους.

Το Μάρτιο του 1822 η Χίος επαναστάτησε, όταν ο Αντώνιος Μπουρνιάς με διακόσιους άνδρες πήγαν στη Σάμο και κάλεσαν το Λυκούργο Λογοθέτη να συμμετάσχει στην επανάσταση της Χίου. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης ο Μπουρνιάς διαπληκτιζόταν με το Λογοθέτη (ο οποίος κατά το διάστημα που οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι στο φρούριο μεταχειριζόταν τους Χιώτες σαν κατακτημένους και τους ζητούσε χρήματα) για το ποιος είναι αρχηγός και ποιος υπαρχηγός.

Η φιλονικία και η απερισκεψία του Α. Μπουρνιά (μισθοφόρος του Ναπολέοντα) οδήγησε στη Σφαγή και καταστροφή της Χίου. Ο δε Μπουρνιάς κατά την υποχώρηση εφώναζε το σύνθημα που είναι γνωστό στη Χίο … ο ΣΩΣΩΝ ΕΑΥΤΟ ΣΩΘΗΤΩ … Είναι δε τέτοια η ντροπή για τη συμφορά αυτή που δεν υπάρχει ούτε ένα μνημείο της σφαγής στη Χίο. Οι ιστορικοί έχουν επισημάνει ότι η άρχουσα τάξη του νησιού ήταν απρόθυμη να ενταχθεί στην Ελληνική εξέγερση, φοβούμενη την απώλεια της ασφάλειας και της ευημερίας της.

Παρ´ όλα αυτά ο Α. Μπουρνιάς προσπάθησε να κάνει επανάσταση με διακόσιους άνδρες συν τους άνδρες του Λ. Λογοθέτη. Ο ξεσηκωμός του εύφορου νησιού εξαγρίωσε το Σουλτάνο. Έτσι, ο Οθωμανικός στόλος υπό την ηγεσία του Καρά Αλί έπλευσε προς την Χίο για να καταστείλει την επανάσταση και αποβίβασε περί τους 7.000 στρατιώτες από τη Μικρά Ασία. Με την άφιξη του μεγάλου εχθρικού στόλου οι Ελληνικές δυνάμεις αποχώρησαν από το νησί με εξαίρεση ένα τμήμα Ψαριανών που παρακολουθούσε από απόσταση τις κινήσεις των Οθωμανών.

Χωρίς σημαντική αντίσταση ο Οθωμανικός στρατός προχώρησε σε εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές άμαχου πληθυσμού, παρόλο που η συντριπτική πλειονότητα του νησιού δεν έκανε τίποτα για να προκαλέσει τη σφαγή καθώς δεν συμμετείχε στην εξέγερση κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Οθωμανοί έκαψαν σπίτια και σκότωσαν όλα τα παιδιά κάτω των 3 ετών, όλους τους άνδρες από 12 ετών και πάνω, καθώς και όλες τις γυναίκες από 40 ετών και πάνω, με εξαίρεση αυτούς που ήταν πρόθυμοι να ασπαστούν το Ισλάμ.

Τελικά, περισσότεροι από 40.000 κάτοικοι του νησιού σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού διέφυγε προς τα Ψαρά, τις Κυκλάδες και την Πελοπόννησο. Κατά τον ιστορικό Καστάνη που ήταν παρών στη σφαγή της Χίου ο πληθυσμός του νησιού έφθανε τις 180.000 ψυχές. Κατά τον ιστορικό Μαμούκα ο οποίος ήταν επίσης παρών στη σφαγή ο πληθυσμός ανερχόταν στις 140.000 με 150.000 ψυχές και κατά τα κιτάπια των Τούρκων ο πληθυσμός ανερχόταν στις 120.000 ψυχές.

Εκείνο που είναι γεγονός είναι ότι στο νησί της Χίου έμειναν περί τους 1.000 – 2.000 χιλιάδες άνθρωποι και περί τους 20.000 διέφυγαν … Όλοι οι υπόλοιποι εκτός των αγοριών από 3 – 12 ετών και των γυναικών από 3 – 40 ετών που αιχμαλωτίσθηκαν και πουλήθηκαν από Εβραίους δουλεμπόρους σε παζάρια της Δύσης και της Ανατολής, σφάχθηκαν ανελέητα.

Έκοβαν τα αυτιά από τα κεφάλια και κατόπιν τα διατηρούσαν στην άλμη και τα τοποθετούσαν σε βαρέλια. Τα έστελναν στον Σουλτάνο ως απόδειξη της υποταγής τους ή ως δελτία της επιτυχίας τους. Ιδιαίτερη τιμή δινόταν αν τα επαναστατικά κεφάλια ανήκαν σε διακεκριμένους αρχιεπισκόπους, άρχοντες ή κληρικούς… Χίλια διακόσια κεφάλια είχαν ήδη καταγραφεί στην ιστορία της αμοιβής που δόθηκε για τον καθένα. Το βιβλίο της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών κάνει λόγο για 33.000 αιχμαλωτισμένες ψυχές και 33.000 σφαγμένους.

Εάν όμως συλογισθούμε τα νούμερα των εναπομεινάντων μαζί με αυτούς που κατόρθωσαν και διέφυγαν τα νούμερα των χαμένων ψυχών είναι κατά πολύ μεγαλύτερα κι αν λάβουμε υπ´όψιν την εκτίμηση των Τούρκων όσον αφορά τον πληθυσμό. Η σφαγή της Χίου και η επακόλουθη ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη είχαν μεγάλη επίδραση στην κοινή γνώμη της Ευρώπης και στην ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος. Οι Ευρωπαίου συνειδητοποίησαν τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα και έδειξαν συμπάθεια προς τα θύματα και τους ήρωες ενός άνισου αγώνα.

Η είδηση έφτασε στις Ευρωπαϊκές εφημερίδες από την Κωνσταντινούπολη μέσω του Οθωμανικού ταχυδρομείου (στην Κων/πολη δεν εκδίδονταν εφημερίδες). Στην εφημερίδα της Βιέννης «Αυστριακός Παρατηρητής» δημοσιεύτηκε η είδηση την 14 Απριλίου (νέο ημ/γιο). Στις Γαλλικές εφημερίδες δημοσιεύτηκε αρχικά την 25 Μαΐου 1822 αναπαραγόμενη από τον Αυστριακό Παρατηρητή ή από Γερμανικές εφημερίδες. Αναγγέλλεται η απόβαση Τουρκικού στρατού στο νησί και γενική σφαγή η οποία χαρακτηρίζεται «πέρα πάσης περιγραφής».

Η παρισινή Constitutionnele αναπαράγοντας από τη Γερμανική Allgemeine Zeitung αναφέρει ότι τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί στο Αϊβαλί είναι ασήμαντα μπροστά στη σφαγή της Χίου. Την 20 Απριλίου η σφαγή διαρκούσε ακόμη. Ούτε οι γυναίκες και τα παιδιά ετύγχαναν οίκτου. Ο καπετάν Πασάς έσωσε μερικές εκατοντάδες στο φρούριο. Οι απώλειες των Τούρκων αναφέρονται στις 4.000. Ειδήσεις που έφτασαν από την Κωνσταντινούπολη τις επόμενες μέρες αναφέρουν τη δημόσια πώληση γυναικών και παιδιών από τη Χίο στα παζάρια της Πόλης.

Φανατικοί Μουσουλμάνοι πληρώνουν περί τα τριάντα πιάστρα για να αγοράσουν ένα θύμα που το σφάζουν αμέσως για να εξασφαλίσουν μια θέση στον παράδεισο, όπως υπόσχεται το κοράνιο για κάθε πιστό που θα έχει φονεύσει έναν άπιστο. Αυτές οι σκηνές προκάλεσαν τον οίκτο των Eυρωπαίων διπλωματών που βρίσκονται εκεί αλλά δεν υπήρξε κάποιο διάβημα. Ειδήσεις φτάνουν και από τη Γαλλόφωνη Spectateur Oriental η οποία, παρ’ ότι ανθελληνική, αναφέρει ότι «η εκδίκηση και η παραφορά των Τούρκων υπερέβη τα όρια». Αυτή η εφημερίδα αποδίδει την ευθύνη στους επαναστάτες. Δημοσιεύονται και προσωπικές μαρτυρίες Χιωτών που σώθηκαν.

Κάποιος αναφέρει ότι καθημερινά έρχονται από την Ασία στο νησί πλήθος Τούρκων για να λεηλατήσουν. Για τον αριθμό των θυμάτων αναφέρονται διάφορες πληροφορίες. Λεπτομερέστερες πληροφορίες προέρχονται από το Λονδίνο. Κατ’ αυτές, πριν από τη σφαγή οι κάτοικοι της Χίου ήταν 110.000 εκ των οποίων επιβίωσαν 20.000. Από τις 90.000 απώλειες οι 45.000 πωλήθηκαν ως δούλοι, αφού την 25 Μαΐου είχαν καταγραφεί στα κατάστιχα του τελωνείου ότι είχαν πληρωθεί τα τέλη εξόδου για 41.000 άτομα. Οι υπόλοιποι 25.000 εξoντώθηκαν.

Από τους 20.000 που επέζησαν οι 5.000 απουσίαζαν από το νησί κατά την εξέγερση και 16.000 κατέφυγαν στα Ψαρά, τη Σμύρνη και αλλού. Η Spectateur Oriental εκτιμά τον αρχικό πληθυσμό του νησιού σε 120.000 κατοίκους. Πληροφορίες αναφέρουν και εκτελέσεις Χιωτών που βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν και τα μέλη των οικογενειών πουλήθηκαν ως δούλοι. Στη Journal du Commerce δημοσιεύεται κατάλογος ονομάτων 207 Χίων εμπόρων που εκτελέστηκαν.

Τον κατάλογο κατέγραψε έμπορος της Φλωρεντίας μετά από αίτηση Γαλλικών, Ιταλικών και Γερμανικών εμπορικών οίκων που είχαν συναλλαγές με τους Χιώτες εμπόρους. Η ανατίναξη της Τουρκικής ναυαρχίδας εκλαμβάνεται στον Ευρωπαϊκό τύπο σαν εκδίκηση και ένδειξη ηρωισμού. Η All. Zeitung γράφει ότι «η ιστορία θα καταστήσει γνωστόν εις τας επομένας γενεάς το θάρρος των Ελλήνων ναυτικών». Η είδηση της σφαγής της Χίου συγκλόνισε την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, η στάση της οποίας μεταστράφηκε απέναντι στην Ελληνική επανάσταση και πλέον υπήρξε θετική.

Μετά το γεγονός αυτό το φιλελληνικό κίνημα φούντωσε και σημαντικός αριθμός Ευρωπαίων φιλελλήνων έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα για να ενισχύσουν τα Ελληνικά στρατιωτικά σώματα. Σημαντική επιρροή άσκησε το γεγονός σε Ευρωπαίους καλλιτέχνες. Εμπνευσμένος από την σφαγή της Χίου ο Ευγένιος Ντελακρουά ζωγράφισε τον ομώνυμο πίνακα που εκτέθηκε στο Παρίσι και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση της Γαλλικής κοινής γνώμης για τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων.

Ο Ελληνικός στόλος ήταν πολύ μικρότερος από τον Οθωμανικό και δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει σε μάχη. Γι’ αυτό το λόγο πάρθηκε η απόφαση από τους Έλληνες να εκδικηθούν την καταστροφή της Χίου με πυρπολικά. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης από τα Ψαρά και ο Γιώργης Πιπίνος από την Ύδρα κατόρθωσαν με τα πυρπολικά τους να μπουν μέσα στο λιμάνι της Χίου, τη νύχτα της 6ης Ιουνίου (1822), όταν οι Τούρκοι γιόρταζαν το Μπαϊράμ και συμποσίαζαν στα πλοία τους.

Ο ναύαρχος Καρά Αλής είχε καλέσει στη ναυαρχίδα τους αξιωματικούς του στόλου για ολονύχτιο γλέντι. Ο Κανάρης κατόρθωσε να γαντζώσει το πυρπολικό του στη ναυαρχίδα και να του βάλει φωτιά. Ο Πιπίνος το κόλλησε στην υποναυαρχίδα, αλλά δεν το γάντζωσε καλά, αυτό ξεκόλλησε και παρασυρμένο από τον αέρα κάηκε χωρίς να κάνει ζημιά.

Όμως το πυρπολικό του Κανάρη μετέδωσε τη φωτιά στη ναυαρχίδα και γρήγορα πήρε φωτιά η μπαρουταποθήκη της, τινάζοντας τη ναυαρχίδα στον αέρα. 2.000 Τούρκοι βρήκαν το θάνατο μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο αρχηγός του στόλου, ο Καρά Αλής, ο οποίος χτυπημένος από ένα καιόμενο κομμάτι κατάρτι μπήκε σε μία βάρκα και ξεψύχησε μόλις έφτασε στην ακτή. Το κατόρθωμα αυτό ενθουσίασε την Ελλάδα και όλο τον κόσμο και ενέπνευσε πολλούς σημαντικούς ξένους λογοτέχνες.

 

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1823

Στις αρχές του 1823 σημειώθηκε μεταστροφή της Αγγλικής πολιτικής σε σχέση με τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι Άγγλοι αναγνώρισαν τους Έλληνες ως εμπόλεμους και στη συνέχεια αναγνώρισαν τον ναυτικό αποκλεισμό που είχαν επιβάλλει οι Έλληνες στα Τουρκικά λιμάνια. Η αλλαγή πολιτικής της Αγγλίας είχε ως συνέπεια την αποδέσμευσή της από την πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας. Στην συνδιάσκεψη της τελευταίας στο Τσέρνοβιτς, το Φθινόπωρο του 1823, προκλήθηκε η πρώτη μεγάλη ρήξη μεταξύ των δυνάμεων που την αποτελούσαν.

Την ίδια περίοδο οι Οθωμανικές αρχές αδυνατούσαν να αναλάβουν αξιόλογες επιχειρήσεις για να καταπνίξουν την Ελληνική επανάσταση. Οι στρατιωτικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας ήταν διασκορπισμένες σε διάφορα ανοικτά μέτωπα και το βάρος της αντιμετώπισης των Ελλήνων ανέλαβαν Βαλκάνιοι Πασάδες, Το Τουρκικό σχέδιο προέβλεπε δύο παράλληλες εκστρατείες, μία μέσω της Δυτικής Ελλάδας και μία μέσω της Ανατολικής που θα κατέληγαν και οι δύο στη Ναύπακτο.

Από ‘κει διαπλέοντας το στενό Ρίου-Αντιρρίου οι ενωμένες πλέον στρατιές θα ξεχύνονταν στην Πελοπόννησο και θα κατέπνιγαν την επανάσταση. Την αρχηγία της δυτικής στρατιάς ανέλαβαν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Μουσταής Πασάς της Σκόδρας, ενώ την ανατολική ανέλαβε ο Γιουσούφ Πασάς γνωστός ως Μπερκόφτσαλης. Η στρατιά του Ομέρ Βρυώνη και του Μουσταή διασχίζοντας τις ορεινές περιοχές των Αγράφων για να συντρίψει τους τοπικούς οπλαρχηγούς συνάντησε ισχυρή αντίσταση από Ελληνικές δυνάμεις με αρχηγό τον Μάρκο Μπότσαρη, στη θέση Κεφαλόβρυσο κοντά στο Καρπενήσι.

Αν και οι Έλληνες υπερείχαν στη μάχη ο θανάσιμος τραυματισμός του Μπότσαρη τους ανάγκασε να αποσυρθούν. Οι Τούρκοι προέλασαν τότε προς το Μεσολόγγι, όμως προτίμησαν να πολιορκήσουν πρώτα το Αιτωλικό (τότε λεγόταν Ανατολικό). Η πολιορκία αποκρούστηκε και η Τουρκική στρατιά αποχώρησε. Στην επιστροφή δέχτηκε επίθεση από σώμα κλεφτών και επέστρεψε στην Ήπειρο αποδεκατισμένη. Η άλλη στρατιά του Μπερκόφτσαλη αφού πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Αθήνα πραγματοποίησε ορισμένες επιτυχημένες επιχειρήσεις στην Εύβοια και στη συνέχεια αποσύρθηκε.

Η υποταγή της Βόρειας Εύβοιας απομόνωσε τους Έλληνες στο Τρίκερι της Μαγνησίας όπου είχαν καταφύγει και τα σώματα των επαναστατών από την περιοχή του Ολύμπου. Ο Αναστάσιος Καρατάσος, αρχηγός των συγκεντρωμένων Ελλήνων στο Τρίκερι, πρότεινε μία συμφωνία στους Τούρκους προκειμένου να παραδοθεί η οποία έγινε δεκτή. Η παράδοση των σωμάτων αυτών είχε ως συνέπεια τον τερματισμό της επανάστασης στη Μαγνησία.

Από το 1823 αναμίχθηκε στην Ελληνική υπόθεση μετά από επίσημη πρόταση της κυβέρνησης ο Άγγλος φιλόσοφος Ιερεμίας Μπένθαμ, μεταξύ άλλων συγγράφοντας παρατηρήσεις για τη θεσμική και διοικητική οργάνωση του νέου κράτους και αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για τη μετάφραση έργων του στα Ελληνικά, αλλά μετά από δύο χρόνια μάταιων προσπαθειών εγκατέλειψε απογοητευμένος. Τον Απρίλιο του 1823 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη Εθνοσυνέλευση στο Άστρος.

Η Εθνοσυνέλευση κατάργησε τις τοπικές διοικήσεις Ανατολικής Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας και Πελοποννήσου και τις αντικατέστησε από μία κεντρική διοίκηση που την αποτελούσαν δύο σώματα το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό. Παράλληλα κατάργησε το αξίωμα της αρχιστρατηγίας που το αντικατέστησε από μία τριμελή επιτροπή στρατιωτικών. Η απόφαση αυτή στόχευε να περιορίσει την εξουσία του Κολοκοτρώνη.

Στα τέλη του χρόνου τα δύο σώματα εξουσίας κατέληξαν να εκφράζουν δύο αντίπαλες πτέρυγες επαναστατών, με αποτέλεσμα τη ρήξη μεταξύ τους που οδήγησε στο ξέσπασμα του εμφυλίου, στα τέλη του 1823.

 

Η Κλιμάκωση της Πολιτικής Διαμάχης Μετά την Β’ Εθνοσυνέλευση

Η κατάργηση των τριών περιφερειακών κυβερνήσεων ήταν η σημαντικότερη απόφαση που λήφθηκε στη διάρκεια των εργασιών της Β’ Εθνοσυνέλευσης. Η εξέλιξη αυτή σήμαινε ότι τα όργανα της κεντρικής διοίκησης δε θα επιτελούσαν μόνο τη στοιχειώδη επικοινωνία και το συντονισμό της δράσης μεταξύ των επαναστατημένων περιοχών, όπως περίπου συνέβαινε έως τότε. Αποκτούσαν πλέον πραγματική εξουσία.

Έτσι, οι διαφορετικές φατρίες και ομάδες συμφερόντων που λειτουργούσαν στους κόλπους της επανάστασης προσπάθησαν να ελέγξουν τα όργανα αυτά. Η Β’ Εθνοσυνέλευση βρήκε τους μοραΐτες πρόκριτους (Λόντος, Ζαΐμης, Σισίνης, Δεληγιάννης κ.ά.) να κυριαρχούν στη Διοίκηση. Για να το πετύχουν, αποδυνάμωσαν το Μαυροκορδάτο και εξουδετέρωσαν το Νέγρη και τον Υψηλάντη. Εξάλλου, διευκολύνονταν από τη στάση αναμονής που τηρούσαν οι προύχοντες της Ύδρας και των Σπετσών.

Η πολιτική τους ισχύς συμπληρωνόταν από τους φόρους της Πελοποννήσου, τους οποίους έλεγχαν και που αποτελούσαν έως τότε τη σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης της επανάστασης. Η εσωτερική διαπάλη ωστόσο δεν είχε τερματιστεί. Η κατάργηση, την άνοιξη του 1823, του αξιώματος του αρχιστράτηγου που κατείχε ο Κολοκοτρώνης φανερώνει ότι τα όργανα της Διοίκησης χρησιμοποιούνταν για την αποδυνάμωση των πολιτικών αντιπάλων και την ενδυνάμωση των πολιτικών συμμάχων. Αυτή τη φορά στόχος ήταν ο Κολοκοτρώνης που μετά τις στρατιωτικές επιτυχίες είχε αναδειχτεί σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα.

Η ένταση παρέμενε ελεγχόμενη μέχρι το φθινόπωρο. Το Νοέμβριο του 1823 ωστόσο η ένταση κλιμακώθηκε, όταν ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης εξεδίωξαν τους “πολιτικούς” από το Ναύπλιο και επιχείρησαν να σχηματίσουν δική τους Διοίκηση. Οι Μοραΐτες πρόκριτοι κατέφυγαν στο Κρανίδι, ένα παραθαλάσσιο χωριό απέναντι από την Ύδρα, και σχημάτισαν νέα Διοίκηση συμμαχώντας με τους νησιώτες προεστούς. Σ’ αυτή τη δεύτερη Διοίκηση, που ουσιαστικά ελεγχόταν από τους ισχυρούς οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες της Ύδρας Γεώργιο και Λάζαρο Κουντουριώτη, συμμετείχαν και οι Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Ιωάννης Κωλέττης.

Ο πρώτος διατηρούσε σχέσεις με τον Μπάιρον και το φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου και πέτυχε να γίνει αυτός αποδέκτης του δανείου. Με τα χρήματα αυτά ο Κωλέττης ενεργοποίησε τις σχέσεις που διατηρούσε με τους Ρουμελιώτες και ετερόχθονες ενόπλους, που αποτέλεσαν έτσι το στρατό της Διοίκησης του Κρανιδίου. Η εμφύλια σύγκρουση είχε ήδη ξεσπάσει.

 

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1824

Από το 1824 άρχισε η κάμψη της Επαναστάσεως, εξαιτίας κυρίως δύο εμφυλίων πολέμων και των συντονισμένων επιχειρήσεων εναντίον των Τούρκων και των Αιγυπτίων. Παρά την αντίσταση ο αγώνας των Ελλήνων υποχώρησε στην Κρήτη,ενώ η Κάσος και τα Ψαρά καταστράφηκαν. Σώθηκε την τελευταία στιγμή η Σάμος, μετά τις νίκες του Σαχτούρη και του Μιαούλη.

Ο Σουλτάνος διαπιστώνοντας τη δυσκολία της κατάσβεσης της Ελληνικής επανάστασης με τις δικές του δυνάμεις, κατέφυγε στη βοήθεια του σχεδόν αυτόνομου Πασά της Αιγύπτου, Μωχάμετ Άλη. Για να εξασφαλίσει την βοήθειά του του παραχώρησε το Πασαλίκι της Κρήτης και στον γιο του Ιμπραήμ παραχώρησε το πασαλίκι της Πελοποννήσου. Μετά τις παραχωρήσεις του Σουλτάνου ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος κατέπλευσε στο Αιγαίο για να συμπράξει στις επιχειρήσεις με τον Τουρκικό.

Στόχος του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου που διοικούσε ο Χουσεΐν Μπέη έγινε η Κάσος που υπήρξε σημαντική ναυτική δύναμη με αξιόλογη προσφορά στην επανάσταση. Στα τέλη Μαΐου 1824 οι Τουρκοαιγύπτιοι έκαναν απόβαση στο νησί και ακολούθησε μεγάλη καταστροφή. Ο Τουρκικός στόλος διοικητής του οποίου ήταν ο Κοτζά Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασάς στράφηκε κατά των Ψαρών της μίας από τις τρεις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις των Ελλήνων. Στα τέλη Ιουνίου αποβιβάστηκε στο νησί και παρά την σθεναρή αντίσταση των κατοίκων του ακολούθησε σφαγή αγωνιστών και αμάχων.

Η ολοσχερής καταστροφή των Ψαρών αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για την επανάσταση. Ενωμένος πλέον ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος (με διοικητή πλέον των Αιγυπτιακών δυνάμεων τον Ιμπραήμ) κατέπλευσε προς τη Σάμο. Μπροστά στον κίνδυνο να επαναληφθεί η τραγωδία στην Κάσο και στα Ψαρά ο Ελληνικός στόλος με ναύαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη ανέλαβε δράση. Στα τέλη Αυγούστου 1824 συγκρούστηκε με τους ενωμένους εχθρικούς στόλους μεταξύ Λέρου και του κόλπου του Γέροντα.

Στη ναυμαχία του Γέροντα όπως έγινε γνωστή, οι Έλληνες επικράτησαν και ο αγώνας στη θάλασσα επιβίωσε. Στη συνέχεια ο Ελληνικός στόλος κατάφερε επιτυχώς να εμποδίσει τον στόλο του Ιμπραήμ να αποβιβάσει στρατό στην Κρήτη. Ο Ιμπραήμ κατάφερε να αποβιβαστεί στη Σούδα μόλις το Φθινόπωρο του 1824, όπου προτίμησε να ξεχειμωνιάσει πριν εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Η επανάσταση στο νησί είχε υποχωρήσει σημαντικά και παρέμενε ζωντανή σχεδόν μόνο στην περιοχή των Σφακίων.

Στην Πελοπόννησο βρισκόταν σε εξέλιξη ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των υποστηριχτών των δύο κυβερνήσεων. Η μία με αρχηγό τον Γεώργιο Κουντουριώτη είχε μεταφέρει την έδρα της στο Κρανίδι, στα νότια της Αργολίδας και υποστηριζόταν από τους νησιώτες, τους Στερεοελλαδίτες, τους ετερόχθονες πολιτικούς και ορισμένους Πελοποννήσιους προκρίτους όπως ο Λόντος και ο Ζαΐμης. Η άλλη με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη είχε μεταφέρει την έδρα της στην Τριπολιτσά και υποστηριζόταν από τον Κολοκοτρώνη και άλλους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς.

Η σύναψη του πρώτου δανείου από Αγγλικές τράπεζες έκανε ακόμα εντονότερη την προσπάθεια επικράτησης της μίας ή της άλλης πλευράς ώστε να περιέλθει στη διαχείρισή της το δάνειο. Τελικά η υπεροχή των δυνάμεων της κυβέρνησης του Κουντουριώτη ανάγκασε την πλευρά του Κολοκοτρώνη να εγκαταλείψει τον αγώνα ζητώντας συνθηκολόγηση. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη που απέμεινε μοναδική κυβέρνηση των Ελλήνων προσέφερε αμνηστία στους αντιπάλους της και η πρώτη φάση του εμφυλίου ολοκληρώθηκε. Σύντομα όμως ξέσπασε νέα κρίση.

Η συγκρότηση νέου βουλευτικού σώματος στο οποίο δεν υπήρχε εκπροσώπηση Πελοποννησίων προκρίτων οδήγησε τους τελευταίους σε συμμαχία με τον Κολοκοτρώνη και σύγκρουση με την κυβέρνηση. Οι νέες παρατάξεις, οι κυβερνητικοί και οι αντικυβερνητικοί επιδόθηκαν σε νέο γύρο εχθροπραξιών. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη ανέθεσε στον Κωλέττη την αντιμετώπιση των αντιπάλων της. Αυτός κατασπαταλώντας το δάνειο της Ελλάδας συγκρότησε στρατό από την Στερεά Ελλάδα και κατάφερε να επικρατήσει. Ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε και φυλακίστηκε στην Ύδρα.

Οι Τούρκοι δεν ανέλαβαν σημαντικές επιχειρήσεις στη στεριά κατά τη διάρκεια του 1824. Οργάνωσαν μία επιχείρηση στην ανατολική Στερεά, άλλα ηττήθηκαν στην μάχη της Άμπλιανης από δυνάμεις Ρουμελιωτών και Σουλιωτών.

 

Καταστροφή των Ψαρών

Όταν το 1822 έγινε η τραγωδία της καταστροφής της Χίου από τον Καρά Αλή, καράβια από τα Ψαρά έσπευσαν αμέσως σε βοήθεια. Κατόρθωσαν να παραλάβουν αρκετούς κατοίκους του νησιού, μεταφέροντάς τους στα Ψαρά,σε νησιά των Κυκλάδων και σε άλλα μέρη της Ελλάδος, σώζοντάς τους από βέβαιη σφαγή.

Η εκδίκηση όμως για την καταστροφή της Χίου δεν άργησε να έρθει. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την ιερή αποστολή. Γονατιστός προσκυνά και κοινωνεί στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου. Δυο ψαριανά και δυο Υδραίικα καράβια αποπλέουν από τα Ψαρά για το λιμάνι της Χίου. Στις 6 Ιουνίου του 1822 το πυρπολικό του Κανάρη σπέρνει τον όλεθρο και την καταστροφή στην ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου, που είναι αγκυροβολημένος στο λιμάνι και γιορτάζει το μπαϊράμι.

Πάνω από δυο χιλιάδες άντρες τάφηκαν στα νερά του Αιγαίου μαζί με τον αρχηγό τους Καρά Αλή. Το μεγάλο αυτό κατόρθωμα έγινε αμέσως γνωστό σ’ όλη την Ελλάδα και όπως ήταν επόμενο σκόρπισε ενθουσιασμό και αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων. Πλήθος άλλων νικών σε ναυμαχίες και πυρπολήσεις τουρκικών πλοίων σε διάφορα μέρη της Ελλάδος έχουν ως πρωταγωνιστές Ψαριανούς θαλασσομάχους, όπως ήταν ο Κανάρης, ο Παπανικολής και ο Νικόδημος.

Όμως ο κλοιός άρχισε σιγά σιγά να στενεύει για το ηρωικό νησί. Στο σουλτάνο φτάνουν καθημερινά θλιβερά μηνύματα για τη δράση των Ψαριανών σε βάρος των Τούρκων. Η πυρπόληση της Τουρκικής ναυαρχίδος ήταν το γεγονός που ξεχείλισε το ποτήρι και έκανε το Σουλτάνο Μαχμούτ Β να ξύσει με το νύχι του τα Ψαρά στο γεωγραφικό χάρτη, θέλοντας να δείξει πως το μικρό αυτό νησί, που τόσα δεινά του προκάλεσε, έπρεπε να καταστραφεί ολοσχερώς. Την εκπόρθηση και καταστροφή των Ψαρών αναλαμβάνει ο Χοσρέφ πασάς.

Η επιχείρηση αυτή χρειαζόταν μεγάλες δυνάμεις γιατί τα Ψαρά διέθεταν ισχυρό στόλο και καλή οχύρωση. Γι’ αυτό άρχισε να συγκεντρώνει στρατό και στόλο στο Σίγρι της Λέσβου. Από εκεί θα γινόταν η μεγάλη εξόρμηση. Στο νησί όλοι πλέον νιώθουν το μεγάλο κίνδυνο και επιδίδονται στην όσο το δυνατόν καλύτερη οχύρωσή τους, κυρίως στα νότια και δυτικά παράλια, μιας και τα βόρεια και ανατολικά, με τις απότομες και βραχώδεις ακτές είχαν φυσική οχύρωση. Η Βουλή των Ψαρών αναλαμβάνει το ρόλο της, ο οποίος ήταν, εν προκειμένω, η οργάνωση της άμυνας του νησιού.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στα Ψαρά εκείνη την εποχή υπήρχε μια δημοκρατικότατη διοίκηση. Κάθε χρόνο γίνονταν εκλογές, στις οποίες λάβεναν μέρος όλες οι κοινωνικές τάξεις και εκλέγονταν 40 αντιπρόσωποι. Αυτοί με τη σειρά τους έβγαζαν τους πέντε δημογέροντες που ήταν άμισθοι. Φτιάχνονται λοιπόν στα προσβαλλόμενα παράλια χαρακώματα και πυροβολεία, οργανώνεται ο στρατός που είχε συνολική δύναμη τριών χιλιάδων περίπου ανδρών. Από αυτούς οι 1300 ήταν ψαριανοί, 1000 μισθοφόροι από διάφορα μέρη και 700 πάροικοι.

Ύστερα από αρκετές συζητήσεις απορρίπτεται η πρόταση να κτιστεί τείχος γύρω από την πόλη των Ψαρών και ο στρατός χωρίζεται για να υπερασπιστεί τις ακτές, απ’ όπου θα μπορούσε να γίνει η απόβαση των Τούρκων. Τα πηδάλια βγαίνουν από τα καράβια, προς απόδειξην ότι όλοι θα πολεμήσουν μέχρι τέλους, αλλά και για να ικανοποιηθούν οι μισθοφόροι που φοβούνταν μήπως εγκαταλειφθούν στο νησί, σε περίπτωση αρνητικής εκβάσεως της μάχης.

Είχε προηγηθεί σε διπλωματικό επίπεδο, το τέταρτο πια έτος της Εθνικής Παλιγγενεσίας, πρωτοβουλία του σουλτάνου Μαχμούτ, ο οποίος είχε περιέλθει σε αδυναμία να καταστείλει την Επανάσταση των Ρωμιών. Έτσι, ζήτησε τη βοήθεια του υποτελούς του Μεχμέτ Αλή Πασά της Αιγύπτου. Το Μάρτιο του 1824 συνήφθη μεταξύ των δύο ανδρών συμφωνία, με την οποία ο Μεχμέτ Αλή δεχόταν να συμπράξει, υπό τον όρο να του παραχωρηθεί η Κρήτη, η Κύπρος και να διορισθεί ο θετός γιος του, Ιμπραήμ, διοικητής της Πελοποννήσου. Την ίδια ώρα, οι Ελληνικές δυνάμεις, ευρισκόμενες στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου, είχαν φθαρεί και αποσυντονισθεί.

Οι Τουρκοαιγύπτιοι έδιδαν πρωταρχική σημασία στις κατά θάλασσα επιχειρήσεις, γιατί αν δεν καταστρεφόταν ο Ελληνικός στόλος και δεν εξουδετερώνονταν οι ναυτικές βάσεις των Ελλήνων, δεν θα ήταν δυνατό να ευδοκιμήσουν οι κατά ξηρά προσπάθειές τους. Αποφασίσθηκε, λοιπόν, ο Αιγυπτιακός στόλος υπό τον περιβόητο Χουσεΐν να προσβάλλει την Κάσο και ο Τουρκικός υπό τον Χοσρέφ Πασά τα Ψαρά.

Τα Ψαρά, ήταν τότε η τρίτη ναυτική δύναμη της Ελλάδος, μετά την Ύδρα και τις Σπέτσες, με ονομαστούς πυρπολητές, όπως ο Παπανικολής, ο Κανάρης και ο Πιπίνος. Ο Σουλτάνος στέλνει λοιπόν μήνυμα στους Ψαριανούς να παραδώσουν το νησί, χωρίς πόλεμο, προσφέροντας εγγυήσεις για τη ζωή τους. Η απάντηση είναι αρνητική. Ο Χοσρέφ έλαβε τότε εντολή από τον Σουλτάνο να εξαφανίσει από προσώπου γης τα Ψαρά, που τόσα προβλήματα δημιουργούσαν στον δυσκίνητο Τουρκικό στόλο.

Το πρωί της 20ης Ιουνίου 1824 ο Τουρκικός στόλος απέπλευσε από το Σίγρι της Λέσβου με προορισμό τα Ψαρά. Αποτελείτο από 176 πλοία (πολεμικά και φορτηγά) και 12 χιλιάδες άνδρες (Τούρκους και Τουρκαλβανούς). Η Τουρκική αρμάδα έφθασε στον αβαθή ορμίσκο Κάναλος, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, το απόγευμα της ίδιας μέρας. Την ώρα εκείνη, άρχισε μία εκ των πλέον δραματικών δοκιμασιών του Αγώνος της Ανεξαρτησίας. Αμέσως αρχίζουν οι προσπάθειες αποβάσεως των επιτιθεμένων, οι οποίες ήταν ανεπιτυχείς.

Όλες οι Τουρκικές επιθέσεις αποκρούονται χάρη στην ανδρεία που επιδεικνύουν οι υπερασπιστές. Την επόμενη μέρα ο κανονιοβολισμός είναι σφοδρότερος αλλά και πάλι δεν κάμπτει την άμυνα του νησιού. Όμως οι Τούρκοι εντοπίζουν την -όχι καλά φρουρούμενη- ανατολική πλευρά του κάβου Μαρκάκη και ειδοποιούν τους συμπολεμιστές τους. Σιγά-σιγά αποβιβάζονται, ανεβαίνουν τις απόκρημνες πλαγιές, περικυκλώνουν τους αμυνόμενους στον Κάναλο και αρχίζουν τη φονική μάχη. Τώρα πλέον κύματα Τούρκων στρατιωτών αποβιβάζονται, κάμπτοντας την ηρωική αντίσταση που προβάλλεται.

Οι μαχητές των Ψαρών υπέπεσαν ατυχώς σε ένα σοβαρό λάθος, καθώς αποφάσισαν να περιορισθεί ο αγώνας στην άμυνα της νήσου. Να γιατί έθεσαν σε απραξία τον στόλο και δεν χρησιμοποίησαν καθόλου τα πυρπολικά. Μάλιστα, αφαίρεσαν τα πηδάλια των πλοίων. Ακόμη, διασκόρπισαν τις δυνάμεις τους στην ξηρά και δεν έδιωξαν τα γυναικόπαιδα.

Οι κάτοικοι του νησιού ανέρχονταν τότε σε 30.000, οι 7.000 ντόπιοι και οι υπόλοιποι πρόσφυγες από τη Χίο και τις ακτές της Μικράς Ασίας. Το υπερασπίζονταν 1.300 Ψαριανοί, 700 πάροικοι και 1027 μισθοφόροι από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Οι Ψαριανοί λοιπόν υποχωρούν και οργανώνονται στην τοποθεσία Φτελιό, έχοντας προκαλέσει προηγουμένως πολύ μεγάλες καταστροφές στους επιτιθέμενους. Όμως ούτε και αυτή η ύστατη προσπάθεια στάθηκε ικανή να σταματήσει την προέλαση των Τούρκων προς την πόλη.

Τα Τουρκικά στρατεύματα,φανατισμένα από την ηρωική αντίσταση που συνάντησαν και από τις μεγάλες απώλειες που είχαν, μπαίνοντας στην πόλη, αρχίζουν με μανία το έργο της σφαγής και της καταστροφής. Τα γυναικόπαιδα τρέχουν προς την προκυμαία για να βρουν σωτηρία στα πλοία, ενώ μικρές ομάδες πολεμιστών συνεχίζουν τον αγώνα και αυτή την ύστατη στιγμή. Άλλοι σφάζονται, άλλοι πέφτουν στην θάλασσα, άλλοι πνίγονται, φωτιά και στάχτη παντού.

Πρόκειται δυστυχώς για εικόνες βιβλικής καταστροφής. Η αγριότητα των Τούρκων είναι πρωτοφανής. Κάποια Ηρωικά Ελληνικά καράβια, (αν και προσκρούοντας σε επιπλέοντα πτώματα δολοφονημένων νησιωτών), κατορθώνουν να βγουν από τον Τουρκικό κλοιό και να σώσουν τμήματα του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι βρίσκουν τραγικό θάνατο, πλην εκείνων που συγκεντρώνονται στη Μαύρη Ράχη και κλείνονται στο μικρό φρούριο όπου βρισκόταν και η πυριτιδαποθήκη του νησιού.

Πεντακόσια περίπου άτομα πολεμούν με αξιοθαύμαστο πάθος και ανδρεία, προκαλώντας σημαντικότατες απώλειες στον εχθρό. Το φρούριο βάλλεται από στεριά και θάλασσα. Έπειτα από δυο ημέρες ηρωικής αντιστάσεως η μάχη πλέον εκτυλίσσεται σώμα με σώμα. Τότε ο Αντώνιος Βρατσάνος εκτελεί την είδη ειλημμένη απόφαση. Βάζει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ολόκληρο το κάστρο ανατινάσσεται στον αέρα, παρασύροντας στον θάνατο αμυνόμενους και επιτιθέμενους. Τα Ψαρά, το ναυτικό αυτό προπύργιο του Ελληνικού αγώνος, δεν υπήρχαν πια.

Στο νησί του πλούτου, της ευημερίας και των καραβοκύρηδων, στο νησί που έδωσε τα πάντα, χρήμα και ψυχή για τον ιερό σκοπό, βασιλεύει τώρα ο όλεθρος και η καταστροφή. Η καταστροφή και η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε τρομερή. Από τους 30.000 κατοίκους του νησιού, οι 18.000 θανατώθηκαν ή πωλήθηκαν ως σκλάβοι. Την εικόνα της καταστροφής δίνει με τον πιο παραστατικό τρόπο ο εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός στο περίφημο επίγραμμά του:

«Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη

περπατώντας η Δόξα μονάχη

μελετά τα λαμπρά παλληκάρια

και στην κόμη στεφάνι φορεί

γινωμένο από λίγα χορτάρια

πούχαν μείνει στην έρημη γη»

Από τα περίπου 100 πλοία των Ψαριανών, μόνο 16 διασώθηκαν, καθώς και 7 πυρπολικά με τον Κανάρη. Όσοι από τους κατοίκους των Ψαρών γλίτωσαν από το γιαταγάνι των Οθωμανών, εγκαταστάθηκαν στη Μονεμβασιά και μετά την απελευθέρωση στην Αρχαία Ερέτρια, που πήρε την ονομασία Νέα Ψαρά. Η Καταστροφή των Ψαρών υπήρξε δεινό πλήγμα για την Επανάσταση. Χάθηκε μία από τις σημαντικές βάσεις του Ελληνικού ναυτικού, ενώ διέτρεξαν άμεσο κίνδυνο οι υπόλοιποι. Η άμεση κινητοποίηση και η αντίδραση των υπόλοιπων δυνάμεων της μαχόμενης Ελλάδος, έσωσε την κατάσταση.

Οι Εμφύλιες Συγκρούσεις το 1824

Στις μάχες που διεξήχθησαν την άνοιξη του 1824 οι ένοπλοι της Διοίκησης του Κρανιδίου αντιμετώπισαν με επιτυχία τους ενόπλους του Κολοκοτρώνη και επέβαλλαν την κυριαρχία των νησιωτών και Πελοποννήσιων προυχόντων. Η παράδοση του Ναυπλίου στους νικητές, τους λεγόμενους κυβερνητικούς, στα τέλη Μαΐου με αντάλλαγμα ένα μέρος του δανείου φάνηκε ότι θα ακολουθούνταν από εκτόνωση της έντασης. Δε συνέβη όμως κάτι τέτοιο. Αυτή τη φορά η ένταση προκλήθηκε από τη δυσαρέσκεια στους κόλπους των κυβερνητικών.

Η Διοίκηση ελεγχόταν από την οικογένεια Κουντουριώτη, τον Κωλέττη και το Μαυροκορδάτο που διέθεταν χρήματα, αξιόμαχο στράτευμα και φαινόταν ότι αναγνωριζόταν, έστω και ανεπίσημα, ως νόμιμη Διοίκηση. Οι Μοραΐτες προύχοντες τοποθετούνταν στο περιθώριο. Η αντίδρασή τους ήταν να συμμαχήσουν με τον Κολοκοτρώνη, το μοναδικό Πελοποννήσιο που μπορούσε να κινητοποιήσει και να ελέγξει έναν ικανό αριθμό ενόπλων. Έτσι, σύντομα η Πελοπόννησος μετατράπηκε ξανά σε πεδίο σφοδρών συγκρούσεων.

Τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα που εισέβαλαν στο Μοριά νίκησαν εύκολα τους Πελοποννήσιους επιβάλλοντας οριστικά την κυριαρχία του Κουντουριώτη και των συμμάχων του. Οι ηττημένοι φυλακίστηκαν στην Ύδρα (Kολοκοτρώνης, Δεληγιάννης, Σισίνης) ή κατέφυγαν σε άλλες περιοχές (Λόντος, Ζαΐμης), ενώ οι Ρουμελιώτες ένοπλοι επιδώθηκαν σε λεηλασίες, αρπαγές και καταστροφές σε αρκετές επαρχίες της Πελοποννήσου.Την ίδια εποχή, στις αρχές του 1825, ο Ιμπραήμ-πασάς επιβιβάστηκε ανενόχλητος στο Μοριά κι από την άνοιξη άρχισε να καταλαμβάνει τη μια επαρχία μετά την άλλη χωρίς να αντιμετωπίζει ιδιαίτερη αντίσταση.

Άλλωστε, οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί είχαν επιστρέψει στις δικές τους επαρχίες, καθώς αναμενόταν νέα οθωμανική εκστρατεία και στη Pούμελη. Κάτω από το βάρος των δυσμενών για την επανάσταση εξελίξεων η Διοίκηση υποχρεώθηκε να απελευθερώσει τον Κολοκοτρώνη και τους Πελοποννήσιους προύχοντες, καθώς ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν τους ντόπιους, ώστε να εμποδιστεί η προέλαση του Ιμπραήμ. Σύντομα μάλιστα απέκτησαν και πάλι αξιώματα.

Οι παλιές συμμαχίες διασπάστηκαν για μια ακόμη φορά και συγκροτήθηκαν νέες, συχνά από ανθρώπους που είχαν υπάρξει αντίπαλοι στη διάρκεια των εμφύλιων συγκρούσεων.

 

Η Ναυμαχία του Γέροντα

Η ναυμαχία αυτή ήταν η μεγαλύτερη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και έλαβαν μέρος 100 Τουρκικά Αιγυπτιακά Αλγερινά και Τυνησιακά πλοία εναντίον 75 περίπου Ελληνικών πλοίων. Ο Ισλαμικός στόλος συνετρίβη και μάλιστα συνελήφθη αιχμάλωτος ο ναύαρχος της Τυνησίας.

Έλαβε χώρα στις 29 Αυγούστου 1824 απέναντι από τη Λέρο, ανάμεσα στον Τουρκοαιγυπτιακό στόλο, υπό την αρχηγία του Ιμπραήμ και του Χοσρέφ Πασά, και του Ελληνικού, που αποτελούνταν κυρίως από πυρπολικά από την Ύδρα και τις Σπέτσες και που διοικούσε ο Ανδρέας Μιαούλης. Την ναυμαχία παρακολούθησαν πολλοί κάτοικοι της Λέρου από τα υψώματα του νησιού. Πολλά Τουρκικά πλοία χάθηκαν, ενώ ο Υδραίος Βατικιώτης πυρπόλησε μια Τυνησιακή φρεγάτα. Ο Τουρκικός στόλος διασπάσθηκε, ενώ μετά την πυρπόληση τολμηροί ψαράδες πλησίασαν με τα καΐκια τους και λαφυραγώγησαν το πεδίο της μάχης.

Με το τέλος της μέρας ο Τουρκικός στόλος αποσύρθηκε προς την Αλικαρνασσό. Παρ’ ότι αρχικά ο Σουλτάνος Μαχμούτ B’ θεωρούσε ότι ο στόλος του θα έπρεπε να περιοριστεί μόνο σε επικουρική δράση, δηλαδή στη μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων στις επαναστατημένες περιοχές της Ρούμελης και του Μοριά, μετά την ανατίναξη της ναυαρχίδας από τον Κανάρη διόρισε καινούργιο Καπουδάν τον Μεχμέτ πασά και τον διέταξε να εκπλεύσει από τα Δαρδανέλια με 87 πλοία: έξι δίκροτα, 15 φρεγάτες και 66 μπρίκια και κορβέτες.

H εντολή που είχε πάρει ο Μεχμέτ πασάς από τον Σουλτάνο ήταν πρωτίστως η παραδειγματική τιμωρία της Υδρας, των Σπετσών και των Ψαρών, δηλαδή των ναυτικών νησιών τα οποία με τα πλοία τους παρεμπόδιζαν τις μεταφορές των Τουρκικών στρατευμάτων και εφοδίων από τη Μικρά Ασία στην επαναστατημένη Ελλάδα και προξενούσαν φθορές στα τουρκικά πλοία.

Ύστερα ο Τουρκικός στόλος θα φρόντιζε να διαλύσει τον από θαλάσσης αποκλεισμό των φρουρίων της Πελοποννήσου τα οποία οι Έλληνες προσπαθούσαν να καταλάβουν και τέλος ο στόλος υπό τον Μεχμέτ πασά είχε την αποστολή να προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια στους Τούρκους που ήδη μάχονταν με τους επαναστατημένους Έλληνες στη Ρούμελη και στην Πελοπόννησο.

Με τις εντολές αυτές λοιπόν και με όλη την αλαζονεία που του ενέπνεε η μεγάλη δύναμή του ο Μεχμέτ Πασάς διέπλευσε με τον στόλο του το Αιγαίο, μπήκε στο Ιόνιο, ανεφοδίασε πλουσιοπάροχα το φρούριο της Πάτρας, το οποίο πολιορκούσαν από την ξηρά οι Έλληνες, και ξαναμπήκε στο Αιγαίο με πορεία προς τον Αργολικό Κόλπο και με σκοπό να «σωφρονίσει», όπως είχε κάνει με τη Χίο ο Καρά Αλής, είτε τις Σπέτσες είτε την Υδρα, όποιο από τα δύο νησιά θα του ήταν βολικότερο.

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ, βλέποντας ότι δεν θα μπορούσε μόνος του να καταπνίξει την Ελληνική Επανάσταση, κατέφυγε για βοήθεια στον υποτελή του Χεδίβη της Αιγύπτου, τον ισχυρό Μεχμέτ Αλή, ο οποίος είχε αναδιοργανώσει τον στρατό του κατά το Ευρωπαϊκό σύστημα χρησιμοποιώντας τον Γάλλο συνταγματάρχη Σεβ, ο οποίος μετονομάστηκε σε Σουλεϊμάν Μπέη. Ο Μεχμέτ Αλής, αφού εξασφάλισε ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του προς την Πύλη την Κρήτη, ανέθεσε στον γιο του Ιμπραήμ να χειριστεί το ζήτημα όπως αυτός νόμιζε καλύτερα. Ο τολμηρός και αποφασιστικός Ιμπραήμ οργάνωσε την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας με κάθε λεπτομέρεια.

Το σχέδιο του Ιμπραήμ προέβλεπε τη συνδυασμένη επίθεση του Τουρκικού και του Αιγυπτιακού στόλου κατά των επαναστατημένων νησιών του Αιγαίου ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απόβαση στρατιωτικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο. Ετσι στις 6 Ιουνίου του 1824 ο στόλος των Αιγυπτίων κατέστρεψε ολοσχερώς την Κάσο και ο Τουρκικός στόλος με ναύαρχο τον Χοσρέφ πασά στις 21 του ίδιου μήνα τα Ψαρά. Σύμφωνα με το Τουρκοαιγυπτιακό σχέδιο σειρά είχε η Σάμος.

Ο Χοσρέφ πασάς, με περισσότερες από 40 φρεγάτες και κορβέτες, εμφανίστηκε ανοιχτά της Σάμου στις 17 Ιουλίου. Ο Ελληνικός στόλος, με 21 πλοία και τέσσερα πυρπολικά, εμπόδισε τον στόλο του Χοσρέφ να πλησιάσει το νησί με μια σειρά συγκρούσεων που κράτησαν περίπου μία εβδομάδα. Ο Χοσρέφ δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει με τον στόλο του ανάμεσα στην Κω και στην Αλικαρνασσό και να περιμένει ενισχύσεις από τον στόλο του Ιμπραήμ.

Πράγματι στις 19 Αυγούστου κατέπλευσε ο Αιγυπτιακός στόλος με επικεφαλής όχι μόνο τον ναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ αλλά και τον ίδιο τον Ιμπραήμ. Έτσι ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος, συμποσούμενος σε ένα τεράστιο δίκροτο, 25 φρεγάτες, 25 κορβέτες, 50 μπρίκια και γολέτες και 300 μεταγωγικά, διέθετε συνολικά 2.500 πυροβόλα.

Ο Ελληνικός στόλος συγκεντρώθηκε γύρω από τα νησιά Λέρο, Λειψώ και Πάτμο, και στις 22 Αυγούστου κατέφθασε και ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης. Ο Ελληνικός στόλος αποτελούνταν από 70 σκάφη όλα κι όλα, που διέθεταν 800 πυροβόλα. Τα Ελληνικά πλοία ήταν Υδραίικα, Σπετσιώτικα και λίγα Ψαριανά, όσα είχαν γλιτώσει από την καταστροφή των Ψαρών.

H πρώτη μεγάλη σύγκρουση των δύο αντίπαλων στόλων έγινε στις 24 Αυγούστου στα στενά μεταξύ Κω και Αλικαρνασσού αλλά χωρίς σημαντικό αποτέλεσμα ούτε από τη μία ούτε από την άλλη πλευρά. Την επομένη, εξαιτίας μεγάλης κακοκαιρίας, ο Ελληνικός στόλος κατέφυγε στον κόλπο του Γέροντα, στη Μικρασιατική ακτή απέναντι από τη Λέρο, έχοντας παράλληλα τον στόχο να εμποδίσει το πέρασμα του εχθρικού στόλου προς τη Σάμο.

Στις 28 Αυγούστου το πρωί 22 Ελληνικά πλοία με τον Μιαούλη είχαν βγει από τον κόλπο του Γέροντα. Βλέποντάς το αυτό ο Ισμαήλ Γιβραλτάρ θέλησε να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία και να προσπαθήσει να διεισδύσει ανάμεσα στα δύο τμήματα του Ελληνικού στόλου. Εδωσε λοιπόν διαταγή στα πλοία του να επιτεθούν στα πλοία του Μιαούλη που βρίσκονταν στα δεξιά του κόλπου. Ο Δημήτριος Παπανικολής όμως με το πυρπολικό του ορμούσε πότε εναντίον της μιας φρεγάτας και πότε εναντίον της άλλης, εμποδίζοντας έτσι τα εχθρικά πλοία να προχωρήσουν, καθώς προσπαθούσαν πρώτα να σωθούν από αυτόν τον δαίμονα που τους καταδίωκε.

Τελικά το πυρπολικό, καταπονημένο από τις τόσες μανούβρες, φάνηκε ότι θα βυθιζόταν. Προτού όμως συμβεί αυτό, ο Παπανικολής τού έβαλε φωτιά, πήδησε στη βάρκα και γλίτωσε από τα εχθρικά πυρά ως εκ θαύματος. Άλλο πυρπολικό με κυβερνήτη τον Σπετσιώτη Λέκκα Ματρόζο προσπάθησε να προσκολληθεί σε έναν Τουρκικό Πάρωνα αλλά το πλήρωμά του κατόρθωσε να το ξεκολλήσει και ο Ματρόζος πληγώθηκε και εγκατέλειψε την προσπάθεια. Σε ανάλογη επιχείρηση τραυματίστηκε και ο Ανδρέας Πιπίνος.

Την αριστερή πτέρυγα των επιχειρήσεων είχε αναλάβει με τα πλοία του ο Χοσρέφ, ο οποίος προσπαθούσε να εμποδίσει να ενωθούν τα δύο τμήματα του Ελληνικού στόλου, αλλά δεν το κατόρθωσε. Οι διαχωρισμένες Ελληνικές μοίρες τελικά ενώθηκαν και τότε άρχισε η μεγάλη ναυμαχία.

Από τον Μιαούλη ως τον τελευταίο ναύτη τα πληρώματα του Ελληνικού στόλου πολεμούσαν αψηφώντας τα γιγάντια πλοία του εχθρού. Ο Ιμπραήμ επεμβαίνοντας διέταξε τα Αιγυπτιακά πλοία να προχωρήσουν ανάμεσα από τα Ελληνικά. Τότε ο Χοσρέφ, για να δείξει ότι οι Τούρκοι δεν είναι λιγότερο θαρραλέοι από τους Αιγυπτίους, διέταξε και αυτός τα πλοία του να προσπαθήσουν να κυκλώσουν τα Ελληνικά. Ο στρατηγικός αυτός ελιγμός ωστόσο ήταν μάταιος.

Ο Μιαούλης ξαναχώρισε τα πλοία του και τα μισά πολεμούσαν τους Αιγυπτίους και τα άλλα μισά τους Τούρκους. Τα Ελληνικά πλοία διείσδυσαν ανάμεσα στα εχθρικά, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται πλέον για ναυμαχία εκ παρατάξεως αλλά για μια σύγκρουση όπου όλα μαζί τα πλοία μάχονταν ανακατεμένα.

Στο κρίσιμο σημείο μπήκαν στη μάχη και πάλι τα πυρπολικά. Ο Σπετσιώτης μπουρλοτιέρης Λάζαρος Μουσούς κατόρθωσε να προσκολλήσει το πυρπολικό του σε ένα Αιγυπτιακό μπρίκι. Έντρομοι οι 300 άνδρες που αποτελούσαν το πλήρωμά του έπεσαν στη θάλασσα και το μπρίκι ακυβέρνητο παρασύρθηκε από το ρεύμα και λίγο πιο κάτω ανατινάχθηκε.

Ο Υδραίος Γεωργάκης Θεοχάρης ή Παπαντώνης ρίχτηκε με το πυρπολικό του πάνω σε μια Τυνησιακή φρεγάτα, η οποία είχε 44 κανόνια, πολλά πυρομαχικά και πλήρωμα 1.100 άνδρες, και έβαλε φωτιά στο μπουρλότο του. Πάνω στη φρεγάτα επικράτησε πανικός. Πολλοί έπεσαν στη θάλασσα αλλά κάποιοι είδαν τη σκαμπαβία του Θεοχάρη να ξεμακραίνει και άρχισαν να πυροβολούν. Δύο από τους συντρόφους του Θεοχάρη σκοτώθηκαν και πέντε τραυματίστηκαν. H φρεγάτα όμως είχε ήδη αρπάξει φωτιά.

Ο Μιαούλης τότε έστειλε τον Γεώργιο Βατικιώτη με άλλο πυρπολικό, το οποίο αυτός μπόρεσε και το προσκόλλησε από την άλλη πλευρά του πλοίου. Υστερα από λίγο η υπερήφανη φρεγάτα έγινε η ίδια μπουρλότο. Ανατινάχθηκε σκοτώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματός της. Μόνο δύο βάρκες πρόλαβαν να κατεβάσουν. Αλλά και αυτές έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων και πολλοί αιγύπτιοι αξιωματικοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι.

Ο πανικός γενικεύτηκε τόσο στα Τουρκικά όσο και στα Αιγυπτιακά πληρώματα. Ο Χοσρέφ πασάς προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να συγκρατήσει τους αξιωματικούς του, οι οποίοι τον πίεζαν να διατάξει υποχώρηση. Ταλαντεύτηκε ακόμη λίγο αναλογιζόμενος τι τον περίμενε όταν θα αντίκριζε τον Σουλτάνο. Αλλά μόλις άρχισε να πέφτει το σούρουπο έδωσε διαταγή στα πλοία του να υποχωρήσουν προς τα φρούρια της Κω και της Αλικαρνασσού.

Τις επόμενες ημέρες ο Χοσρέφ επιχείρησε μία-δύο φορές να πλεύσει προς τη Σάμο αλλά ο Μιαούλης με τον στόλο του τού έκοψε τη φόρα και έτσι αναγκάστηκε να μαζέψει τα πλοία του και να γυρίσει προς τα Δαρδανέλια. Το ίδιο έκανε και ο Ιμπραήμ με τον ναύαρχό του, τον Ισμαήλ Γιβραλτάρ. Αυτοί κίνησαν προς την Κάσο και την Κρήτη.

Ετσι σώθηκε η Σάμος. H ναυμαχία του Γέροντα είναι μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης του ’21. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν τόσο πολύ άνισες που η θετική έκβαση της ναυμαχίας για τους Ελληνες κίνησε τον θαυμασμό και των ξένων. Ο Γάλλος ναυτικός συγγραφέας αντιναύαρχος Julien de la Graviere, αναφερόμενος στη ναυμαχία του Γέροντα, παρατηρεί: «H ναυτική ιστορία ίσως να μην έχει σελίδα περισσότερο ενδιαφέρουσα από αυτήν για έναν ναυτικό».

H νίκη στη ναυμαχία του Γέροντα δεν οφείλεται μόνο στον ηρωισμό των Ελλήνων ναυτικών, οι οποίοι δεν πτοήθηκαν από τα γιγάντια θαλάσσια τέρατα του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου και από την τρομερή υπεροπλία του, αλλά κυρίως στη στρατηγική ιδιοφυΐα του Μιαούλη, ο οποίος κατόρθωσε να κάνει τα λιγοστά και μικρού μεγέθους πλοία που είχε υπό τις διαταγές του να ελιχθούν ανάμεσα στα δυσκίνητα Τουρκικά και Αιγυπτιακά προκαλώντας πανικό στον εχθρό.

Εκτός από τη σωτηρία της Σάμου η ναυμαχία του Γέροντα καθυστέρησε σημαντικά και την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Η ναυμαχία του Γέροντα εξασφάλισε τη Σάμο από τον Τουρκικό στόλο, ενώ από τη μάχη έμεινε γνωστή η φράση «κάνω τσατάλια» (καταστρέφω) από το όνομα του κόλπου της Μικράς Ασίας κοντά στον οποίο έγινε η ναυμαχία. Αν η ναυμαχία αυτή είχε διαφορετικό αποτέλεσμα θα είχε καταστραφεί πιθανότατα η Σάμος με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί το σχέδιο των Οθωμανών για την καταστροφή του ναυτικού των Ελλήνων πριν την εισβολή τους στην Πελοπόννησο από τη θάλασσα.

Στα πλαίσια αυτού του σχεδίου καταστράφηκαν τα Ψαρά από τον Τουρκικό στόλο και η Κάσος από τον Αιγυπτιακό στόλο, ενώ νωρίτερα είχε καταπνιγεί η επανάσταση στην Κρήτη. Η ήττα αυτή ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία του Οθωμανικού ναυτικού αν ληφθεί υπόψη ότι τα Ελληνικά πλοία δεν ήταν πολεμικά αλλά εμπορικά εξοπλισμένα. Παρ’ όλο που η Σάμος σώθηκε και μετά την Επανάσταση, μολονότι δεν ενώθηκε με την Ελλάδα έμεινε ανεξάρτητη, οι Οθωμανοί συνέχισαν την εκτέλεση του σχεδίου τους με την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο την επόμενη χρονιά.

Αν όμως είχαν νικήσει τον Ελληνικό στόλο η Ελλάδα θα είχε υποδουλωθεί πριν προλάβουν να έρθουν οι Ευρωπαίοι και η ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν θα είχε γίνει ποτέ.

 

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1825

Στις αρχές του 1825 ο Ιμπραήμ μετέφερε στρατό από την Κρήτη στην Πελοπόννησο. Αποβίβασε στην περιοχή της Μεθώνης, που βρισκόταν ακόμα σε Τουρκικά χέρια, περίπου 11.000 στρατιώτες και 1.000 ιππείς. Οι Έλληνες απασχολημένοι με τον εμφύλιο δεν αντιμετώπισαν έγκαιρα τον Ιμπραήμ επιτρέποντας στις δυνάμεις του να αναπτυχθούν. Η πρώτη αποστολή των Ελλήνων για την αντιμετώπιση του Ιμπραήμ στάλθηκε στη Μεσσηνία τον Απρίλιο του 1825. Στην πρώτη μάχη που δόθηκε στο Κρεμμύδι οι Έλληνες ηττήθηκαν.

Ακολούθησε νίκη του Ιμπραήμ στη Σφακτηρία και κατάληψη του Νεόκαστρου (σημερινής Πύλου). Η κυβέρνηση Κουντουριώτη μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο αναγκάστηκε να παραμερίσει τις διαφορές της με την αντίπαλή της πτέρυγα. Με απαίτηση του λαού αποφυλάκισε τον Κολοκοτρώνη και του επέδωσε ξανά τον τίτλο του αρχιστράτηγου. Την περίοδο που αποφυλακίστηκε ο Κολοκοτρώνης ο Παπαφλέσσας εγκατέλειψε την κυβερνητική θέση που κατείχε και ηγήθηκε σώματος που επιχείρησε να σταματήσει τον Ιμπράημ.

Στη μάχη στο Μανιάκι οι Έλληνες ηττήθηκαν και ο Παπαφλέσσας σκοτώθηκε. Ο Ιμπραήμ συνέχισε την προέλασή του καταλαμβάνοντας την Τριπολιτσά στα μέσα Ιουνίου του 1825 και το Άργος λίγες μέρες αργότερα. Τότε συγκροτήθηκε Ελληνικό σώμα με αρχηγούς τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, το οποίο αντιμετώπισε επιτυχώς τον Ιμπραήμ στους Μύλους της Λέρνας, λίγο νοτιότερα του Άργους αναγκάζοντάς τον να επιστρέψει στην Τριπολιτσά.

Προς το τέλος του χρόνου αποφάσισε να ενισχύσει την πολιορκία του Μεσολογγίου όπου βρισκόταν καθηλωμένος ο στρατός του Κιουταχή από τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς. Μεταβαίνοντας στο Μεσολόγγι κατέστρεψε τη δυτική Πελοπόννησο στα τέλη του 1825. Στη Στερεά επήλθε πλήρης ρήξη του Οδυσσέα Ανδρούτσου με την κυβέρνηση. Τον Μάρτιο του 1825, έχοντας και Τουρκική βοήθεια, συγκρούστηκε στις Λιβανάτες με στρατιωτικό σώμα διοικητής του οποίου ήταν ο Γκούρας. Ο Ανδρούτσος που ηττήθηκε, αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στην Ακρόπολη της Αθήνας. Λίγο αργότερα δολοφονήθηκε.

Στην Κρήτη η επανάσταση αναζωπυρώθηκε μετά την κατάληψη του φρουρίου της Γραμβούσας από Έλληνες, τον Αύγουστο του 1825.

 

Συγκρούσεις Ανάμεσα στους ‘Ελληνες

Χαρακτηριστική της διαμορφωμένης πολιτικής κρίσης υπήρξε η κίνηση του Κολοκοτρώνη και των υποστηρικτών του να αποτραβηχθούν στην Τριπολιτσά με το παλιό Εκτελεστικό κηρύσσοντας το υπάρχον Βουλευτικό παράνομο. Το Βουλευτικό με τη σειρά του κατέφυγε στο Κρανίδι, όπου, αφού κήρυξε παράνομο το παλιό Εκτελεστικό, όρισε δική του κυβέρνηση με επικεφαλής τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη μεταξύ άλλων τους Ζαΐμη και Κωλέττη. Μαζί τους συμπαρατάχθηκαν οι Στερεοελλαδίτες, οι νησιώτες και όσοι εκ Πελοποννήσου πολιτικοί αντιτάσσονταν στη γραμμή του Κολοκοτρώνη.

Επειτα από σειρά αλληλοκατηγοριών και συρράξεων, συναισθανόμενος ότι η Επανάσταση βρισκόταν αντιμέτωπη με το φάσμα της αποτυχίας, ο Κολοκοτρώνης υποχώρησε προς στιγμήν αιτούμενος αμνηστία. Το αίτημά του έγινε δεκτό υπό τον όρο να απολέσει το δικαίωμα ανάληψης δημοσίων αξιωμάτων επί σειρά ετών. Τα γεγονότα αυτά εσήμαναν το τέλος του πρώτου εμφυλίου, ενώ η συνέχεια των εχθροπραξιών δεν άργησε να έρθει με τη μορφή του δεύτερου εμφυλίου (Ιούλιος 1824 – Ιανουάριος 1825).

Τα χρήματα από τη σύναψη του πρώτου δανείου (περίπου 800.000 λίρες) με εγγύηση τα εθνικά κτήματα είχαν εν τω μεταξύ χορηγηθεί από την Αγγλία. Η αμφισβητήσιμη διαχείρισή τους ενέτεινε τις προστριβές στους κόλπους της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Οι Πελοποννήσιοι που απομακρύνθηκαν συνέπραξαν με τον Κολοκοτρώνη. Η απάντηση Κουντουριώτη ήταν η πρόταση να σταλούν στρατεύματα στην Πελοπόννησο, με τη συντήρηση των οποίων θα επιβαρύνονταν οι κάτοικοι.

Η σπίθα που δυναμίτισε τις εύθραυστες σχέσεις των αντιμαχομένων πλευρών ήταν η άρνηση των κατοίκων της Τριφυλίας να καταβάλουν φόρους στην κυβέρνηση του Κουντουριώτη. Στις πρώτες συγκρούσεις που ακολούθησαν ηττημένοι βγήκαν οι κυβερνητικοί. Η κλιμάκωση της έντασης βρήκε εν συνεχεία την κυβέρνηση να παροτρύνει τους κατοίκους της Στερεάς με χρήματα του δανείου να στραφούν κατά των συμπατριωτών τους Πελοποννησίων.

 

Η Φυλάκιση του Κολοκοτρώνη

Στο πεδίο των συγκρούσεων τραυματίστηκε θανάσιμα ο γιος του Κολοκοτρώνη, Πάνος, γεγονός που οδήγησε τον γέρο του Μοριά να αποσυρθεί στη Στεμνίτσα. Εν μέσω λεηλασιών και αλληλοσπαραγμού ο ως τότε ουδέτερος Δημήτριος Πλαπούτας μεσολάβησε προκειμένου να επέλθει ηρεμία. Ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε και μαζί με τους Δεληγιανναίους, τους Νοταράδες και τον Σισίνη, τον Γρίβα και τον Φραντζή πήραν τον Φεβρουάριο του 1825 τον δρόμο για τη φυλακή.

Η Επανάσταση βρισκόταν στην κρισιμότερή της καμπή. Η χώρα είχε ερημώσει, οι στρατιωτικές δυνάμεις είχαν αποδεκατιστεί και οι κορυφαίοι Πελοποννήσιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί τελούσαν υπό κράτηση. Επιπλέον τα χρήματα του πρώτου δανείου είχαν ήδη εξανεμιστεί προκειμένου να τροφοδοτήσουν τις εσωτερικές έριδες των Ελλήνων και όχι την αντίσταση κατά των Τούρκων.

Και όσο τα τραγικά αυτά γεγονότα εκτυλίσσονταν στη δυτική πλευρά του Αιγαίου, ο Σουλτάνος, διαπιστώνοντας ήδη από το 1824 ότι οι δικές τους δυνάμεις δεν επαρκούσαν για να αντιμετωπίσουν τους επαναστατημένους Έλληνες, συνέπραξε με τον υποτελή του αλλά ισχυρό πασά της Αιγύπτου Μωχάμετ Αλή (ή Μεχμέτ Αλή, Αλβανικής καταγωγής, γεννημένο στην Καβάλα) προκειμένου με συνδυασμένες επιχειρήσεις να καταφέρουν το τελειωτικό χτύπημα στον αγώνα των Ελλήνων για Εθνική απελευθέρωση.

Η Τουρκοαιγυπτιακή συμμαχία στόχευε στην καταστολή της επανάστασης στην Κρήτη, στην απόβαση Αιγυπτιακών δυνάμεων στην Πελοπόννησο, με παράλληλη εισβολή των Τουρκικών στρατευμάτων στη Στερεά και του Τουρκικού και αιγυπτιακού στόλου στα νησιά του Αιγαίου με σκοπό να τα καταστρέψουν.

 

Η Αιγυπτιακή Απειλή

Με αντάλλαγμα λοιπόν την Κρήτη και την Κύπρο και τη διοίκηση της Πελοποννήσου, ο Αιγύπτιος ηγεμόνας ανέθεσε στον γιο του Ιμπραήμ να εκστρατεύσει ως διοικητής του Αιγυπτιακού στρατού και πασάς της Πελοποννήσου με ισχυρή δύναμη κατά της Πελοποννήσου. Τις επιχειρήσεις στη μεγαλόνησο ανέλαβε ο Χουσεΐν μπέης, ο οποίος ηγείτο από το 1823 της στρατιωτικής δύναμης Τούρκων και Αιγυπτίων στο νησί. Ενισχυμένος με εκπαιδευμένα Αιγυπτιακά στρατεύματα κατέστειλε τον αγώνα των ντόπιων οπλαρχηγών τρέποντας σε φυγή αρκετούς Κρητικούς, οι οποίοι αναζήτησαν καταφύγιο στα νησιά των Κυκλάδων και στα βουνά της Πελοποννήσου.

Στους μήνες που ακολούθησαν το άρτια οργανωμένο κατά τα Γαλλικά πρότυπα εκστρατευτικό σώμα των Αιγυπτίων κύκλωσε με 35 πολεμικά πλοία και 3.000 Αρβανίτες στρατιώτες την Κάσο (Μάιος 1824). Το κύμα κανονιοβολισμών διαδέχθηκε οργανωμένη ομαδική απόβαση, για να ακολουθήσουν λεηλασίες, σφαγές και καταστροφές. Μερικές εβδομάδες μετά στόχος των Τουρκικών ναυτικών δυνάμεων έγινε το μικρό νησί των Ψαρών (Ιούνιος 1824).

 

Ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο

Ο Ιμπραήμ κατευθύνθηκε τότε στον Κρητικό λιμένα της Σούδας, από όπου, αρχές Φεβρουαρίου 1825, έπλευσε με τον στόλο του (50 πλοία, 4.000 πεζοί και 500 ιππείς) χωρίς δυσκολία στη Μεθώνη της Πελοποννήσου. Εν συνεχεία λέγεται ότι ενισχύθηκε με άλλους 6.000 πεζούς και 500 ιππείς. Από εκεί κινήθηκε προς Βορρά, με κατεύθυνση την Κορώνη, την Πύλο και το Νεόκαστρο, τα οποία και πολιόρκησε. Αιφνιδιασμένες οι Ελληνικές δυνάμεις από την απόβαση του Αιγύπτιου στρατηλάτη στα Πελοποννησιακά παράλια εν μέσω χειμώνα δεν κατάφεραν να αντιδράσουν έγκαιρα και αποφασιστικά.

Ο Κουντουριώτης ξεκίνησε με 3.000 εμπίστους του προκειμένου να αντιμετωπίσει τον εχθρό αλλά σύντομα εγκατέλειψε εξουθενωμένος την προσπάθεια προτού εμπλακεί σε μάχη. Αρχιστράτηγο των μελλοντικών επιχειρήσεων διόρισε τον πλοίαρχο Σκούρτη. Στην ένοπλη σύρραξη Ελλήνων και Αιγυπτίων στις 7 Απριλίου 1825 κοντά στη θέση Κρεμμύδι της Μεσσηνίας οι Ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν κατά κράτος, με περισσότερους από 600 Έλληνες νεκρούς στο πεδίο της μάχης.

Ακολούθως οι 800 Ελληνες που ταμπουρώθηκαν στη Σφακτηρία, μικρό νησί έναντι της Πύλου, δέχθηκαν καταιγισμό πυρών και σφαγιάστηκαν στις 26 Απριλίου από τους στρατιώτες του Ιμπραήμ. Στην αναμέτρηση αυτή χάθηκαν σημαντικές προσωπικότητες της Επανάστασης, μεταξύ των οποίων ο Αναγνωσταράς, ο Τσαμαδός και ο γνωστός Ιταλός φιλέλληνας Σανταρόζα. Ακολούθησε η πτώση του Νεοκάστρου στις 11 Μαΐου. Η Μεσσηνία εγκαταλείφθηκε από τους πληθυσμούς και τις περισσότερες φρουρές της.

Και ενώ στα Πελοποννησιακά εδάφη οι επαναστατικές εστίες έσβηναν η μία μετά την άλλη υπό τη βάναυση προέλαση του Ιμπραήμ και των ανδρών του, ο Κολοκοτρώνης και οι φίλα προσκείμενοι σε αυτόν πολέμαρχοι παρέμεναν έγκλειστοι στην Ύδρα. Εν μέσω γενικευμένου πανικού και σύγχυσης αποφασιστικό ηγετικό ρόλο ανέλαβε να διαδραματίσει ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας.

Μάχη στο Μανιάκι

Η Ελληνική Επανάσταση διήνυε ήδη το πέμπτο έτος της και η Πελοπόννησος ελεγχόταν πλέον από Eλληνικές δυνάμεις πλην των φρουρίων της Πάτρας, της Μεθώνης και της Κορώνης. Οι πολεμικές επιχειρήσεις ωστόσο επισκιάζονταν από τις εσωτερικές διχόνοιες των Ελλήνων. Ηδη από τις αρχές του 1823, στο πλαίσιο της Β’ Εθνοσυνέλευσης στο Αστρος Κυνουρίας, είχαν παρατηρηθεί έντονες διαφωνίες και σκληρός ανταγωνισμός ανάμεσα στην «παράταξη» των στρατιωτικών και στη μερίδα των πολιτικών.

Κόκκινο πανί για την πολιτική παράταξη αποτελούσαν στη μεν Στερεά Ελλάδα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, στη δε Πελοπόννησο ο γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μετά το πέρας της Συνέλευσης το χάσμα ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές έμοιαζε αγεφύρωτο και ο πρώτος εμφύλιος (Φθινόπωρο 1823 – Καλοκαίρι 1824) ήταν προ των πυλών.

Ο Παπαφλέσσας ή Φλέσσας (Γρηγόριος Δικαίος ήταν το κοσμικό όνομά του) υπήρξε ένας εκ των πιο δραστήριων πρωτεργατών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, φλογερός ομιλητής, από τους ακρογωνιαίους λίθους της Φιλικής Εταιρείας και δεινός πολεμιστής – διακρίθηκε σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο, όπως π.χ. στα Δερβενάκια ενάντια στη στρατιά του Δράμαλη.

Ο Παπαφλέσσας είχε διατελέσει μοναχός σε μοναστήρια του Μοριά, στη συνέχεια αρχιμανδρίτης, έμπιστος του Υψηλάντη και Γερουσιαστής στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αντιπρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και στη συνέχεια υπουργός Εσωτερικών και Αστυνομίας στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Υπό αυτή λοιπόν την ιδιότητα ανέλαβε να οργανώσει ο ίδιος την Ελληνική άμυνα στις αρχές του 1825 προκειμένου να ανακοπεί η προέλαση του Ιμπραήμ στην καρδιά της Πελοποννήσου.

Συναισθανόμενος την επικινδυνότητα της κατάστασης ο Παπαφλέσσας ζητούσε επίμονα την απελευθέρωση του «αντάρτη» Κολοκοτρώνη και των υπολοίπων εγκλείστων οπλαρχηγών και τη χορήγηση αμνηστίας προκειμένου να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την αντιμετώπιση της Αιγυπτιακής λαίλαπας. Η έκκλησή του ωστόσο δεν έγινε εγκαίρως δεκτή (όταν ο Κολοκοτρώνης τελικά αποφυλακίστηκε, ήταν πολύ αργά για τον Παπαφλέσσα).

Κατόπιν αυτών ο Παπαφλέσσας δήλωσε ενώπιον Βουλής και Εκτελεστικού ότι ήταν αποφασισμένος να αφήσει το Ναύπλιο και να κατευθυνθεί προς την Τριπολιτσά και εν συνεχεία προς τη Μεσσηνία με σκοπό να αναμετρηθεί με τη στρατιά του Ιμπραήμ, η οποία ήταν εκπαιδευμένη από Γάλλους αξιωματικούς που είχαν πλούσια στρατιωτική εμπειρία από τους Ναπολεόντειους πολέμους. Χαρακτηριστικά λέγεται ότι δήλωσε πως είτε θα επέστρεφε νικητής είτε θα έπεφτε στο πεδίο της μάχης.

Στην πρόσκλησή του ανταποκρίθηκαν σχεδόν 700 πολεμιστές, με τους οποίους κατευθύνθηκε στο σημείο Λεοντάρι, όπου και ενώθηκαν με τον ανιψιό του Παπαφλέσσα Δημήτρη Φλέσσα και τα περίπου 150 «τουφέκια» του. Ακολούθησαν οι οπλαρχηγοί Αναστάσης Κουμουνδούρος, Χρήστος Πατρινέλλης, Αδαμάκης Αποστολόπουλος, Παναγιώτης Μπούρας και Αναστάσης Κουλοχέρας με τα «ασκέρια» τους.

Όταν η στρατιά προχώρησε στους Λάκκους, στο δυναμικό της προστέθηκαν ο Γιώργος Μπούτος και ο πολέμαρχος Καρακίτσος με τους άνδρες τους. Αργότερα ο Παπαφλέσσας πληροφορήθηκε ότι ο Πλαπούτας σκόπευε να προστρέξει σε βοήθειά του με περίπου 1.600 πολεμιστές του, ενώ και οι Αρκάδες οπλαρχηγοί τού διεμήνυαν ότι θα έσπευδαν προς ενίσχυση της Ελληνικής στρατιάς με τουλάχιστον 2.000 «τουφέκια».

Ο Παπαφλέσσας ανέμενε ακόμη την άφιξη του αδελφού του Νικήτα με 700 στρατιώτες καθώς και την αρωγή του Ηλία Κατσάκου με άλλους 1.000 αγωνιστές. Από αυτούς οι περισσότεροι δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Τελευταία στιγμή προστέθηκαν στην Ελληνική δύναμη ο Ηλίας Κάρμας, ο Θανασούλας Καπετανάκης, ο Βοϊδής Μαυρομιχάλης, ο Ηλίας Τσαλαφατίνος, ο Σταύρος Καπετανάκης, ο Παναγιώτης Λίβας, ο Αναγνώστης Μπιτσιάνης και ο αδελφός του Παπαφλέσσα Γεώργιος Δικαίος.

Αφού συγκέντρωσε δύναμη περίπου 2.000 ελλήνων αγωνιστών (1.500 ή μόλις 1.200 κατ’ άλλους) από την Αρκαδία, τη Μεσσηνία και τη Μάνη, ο Παπαφλέσσας πορεύθηκε προς την περιοχή της Πυλίας και συγκεκριμένα κοντά στο χωριό Μανιάκι, που βρισκόταν βορειοανατολικά της Πύλου, σε υψόμετρο 580 μ. Εκεί οχυρώθηκε στις 16 Μαΐου και έστησε τρία πρόχειρα προχώματα (ταμπούρια) σε θέση που επέτρεπε την εποπτεία της γύρω περιοχής από ψηλά.

Στο ένα πρόχωμα επικεφαλής τοποθετήθηκε ο ανιψιός του, ο Δημήτριος Φλέσσας, με τους Μεσσηνίους, το άλλο ανέλαβαν να προστατεύσουν ο Βοϊδής Μαυρομιχάλης και οι Μανιάτες οπλαρχηγοί και τέλος στο τρίτο, το βόρειο, το πιο επικίνδυνο και εκτεθειμένο, έμεινε ο ίδιος με μερικά από τα παλικάρια του. Ξημέρωνε 20ή Μαΐου 1825. Ο Αιγυπτιακός στρατός πλησίαζε από τον κάμπο. «Είχεν μαυρίσει ο κάμπος από τον πολύν στρατόν» σημειώνει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος.

Στη θέα του πολυάριθμου Αιγυπτιακού πεζικού και ιππικού – περί τους 6.000 άνδρες συνολικά (άλλοι μιλούν για 2.500-3.000 Αιγυπτίους) – που πλησίαζε ορμώμενο από την καταληφθείσα πόλη της Πύλου πολλοί ήταν οι Έλληνες που δείλιασαν και εξέφρασαν την άποψη ότι το σημείο δεν ήταν κατάλληλο για άμυνα, πόσο μάλλον για αναμέτρηση των άνισων αριθμητικά στρατών, με συνέπεια τη γενικευμένη λιποταξία. Περισσότεροι από 1.000 Ελληνες εγκατέλειψαν το μέτωπο.

Ο Παπαφλέσσας, εμμένοντας στην άποψή του ότι η μάχη έπρεπε πάση θυσία να δοθεί στο Μανιάκι, απέμεινε να το υπερασπιστεί με μόνο 600 ή 500 ή κατ’ άλλες ιστορικές πηγές 300 πιστούς συντρόφους, κυκλωμένος από τουλάχιστον 3.000 αιγυπτίους πεζούς και ιππείς. Με μοναδικά του όπλα ένα γιαταγάνι που του είχε χαρίσει ο βοεβόδας της Καλαμάτας Αρναούτογλου και ένα στολισμένο με φίλντισι καριοφίλι που έγραφαν το όνομά του ο Παπαφλέσσας ήταν αποφασισμένος να εμποδίσει με τη θυσία του την προέλαση της Αιγυπτιακής στρατιάς, την οποία οδηγούσε ο Γάλλος εξωμότης συνταγματάρχης Ντε Σεβ Σουλεϊμάν Μπέης μαζί με τον ίδιο τον Ιμπραήμ Πασά.

Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει τις στιγμές λίγο πριν από τη μάχη ο Φωτάκος στον τρίτο τόμο των Απομνημονευμάτων του, «βλέπων δε ο Φλέσσας ότι εκυκλώθησαν υπό του εχθρικού ιππικού, ενόμιζε τούτο μεγάλον ευτύχημα, διά να συνέλθουν όλοι ομού οι Έλληνες και να πολεμούν καλλίτερα και αποφασιστικώτερα, και να μη λιποτακτούν.

[…] Αφού δε συνήλθαν οι στρατιώται, τότε είδε κατά μέγα μέρος ηλαττωμένην την δύναμιν, και έμαθε την φυγήν των προειρημένων, εμέτρησεν έπειτα τους μείναντας και ηύρεν αριθμόν ολιγώτερον των χιλίων. […] Αφού δε ο στρατός συνηθροίσθη. […] ο Φλέσσας ήλθεν εν τω μέσω των στρατιωτών και εξεφώνησε λόγον, ενθαρρύνων αυτούς και υπενθυμίζων εις τους στρατιώτας τας πρότερον μάχας και τας νίκας του Βαλτετσίου, του Λεβιδίου, της Γράνας,των Βερβένων και των Δολιανών, την άλωσιν της Τριπολιτσάς, την καταστροφήν του πολυπληθούς στρατεύματος του Δράμαλη, και τους παρέστησε νίκην άφευκτον.

Διότι τους είπεν ότι έρχονται τόσα στρατεύματα εις βοήθειαν εντός ολίγου τα οποία θα υπερβούν τας 15.000, ότι έρχεται ο Πλαπούτας και όλοι οι Αρκαδινοί, ο αυτάδελφός του Νικήτας, ο Κατσάκος και άλλοι Μανιάτες, ότι όλοι ούτοι θα φθάσουν μετά μίαν ώραν και θα είναι εδώ ολοτρόγυρα του Ιμβραήμ να τον κτυπούν από τις πλάτες και τελειώνων είπεν ότι: “Σήμερον η πατρίς περιμένει από ημάς την δόξαν της διά της νίκης ταύτης!”».

Εκείνη τη στιγμή παρενέβησαν και μερικοί εκ των οπλαρχηγών του Παπαφλέσσα, οι οποίοι πρότειναν τη διάσπαση του κλοιού που είχε σχηματίσει το Αιγυπτιακό ιππικό και τη μετακίνησή τους σε καταλληλότερο σημείο. Ελπίζοντας στην άφιξη πολυάριθμων στρατιωτικών ενισχύσεων ο Παπαφλέσσας επέμεινε πεισματικά να παραμείνουν στο σημείο και να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων, όπως και τελικώς έγινε.

Τα μοιρασμένα σε λόχους Αιγυπτιακά τάγματα βάδιζαν σταθερά σε στήλες με κατεύθυνση τα χαρακώματα των λιγοστών Ελλήνων υπερασπιστών. Η λιποταξία από την Ελληνική πλευρά συνεχιζόταν. Οι τάξεις του στρατού φυλλορροούσαν. Μολαταύτα η μάχη μαινόταν για περισσότερες από οκτώ ώρες και η αντίσταση των λιγοστών Ελλήνων στα αναχώματα υπήρξε αξιοθαύμαστη. Μεσούσης της μάχης πλησίαζε στο σημείο η δύναμη του Πλαπούτα. Δεν ενεπλάκη όμως στη μάχη. Περιορίστηκε σε μια διαταγή να πέσουν ομαδικές τουφεκιές για να αναθαρρήσουν οι άνδρες του Παπαφλέσσα και να «πτοηθούν» οι Αιγύπτιοι.

Υστερα από αλλεπάλληλες βολές του Αιγυπτιακού πυροβολικού και από σειρά εφόδων του ιππικού το πρώτο οχύρωμα που έπεσε ήταν αυτό του Παπαφλέσσα και στη συνέχεια αυτό του Βοϊδή. Ακολούθησε δραματική μάχη σώμα με σώμα. Αφού προξένησαν τη μέγιστη δυνατή φθορά στα στίφη των Αιγυπτίων – περισσότεροι από 600 Αιγύπτιοι νεκροί – τα Ελληνικά τυφέκια σίγησαν μέχρις ενός. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Γιαννάκης Παπάς, γιος του Μακεδόνα αγωνιστή της Επανάστασης Εμμανουήλ Παπά.

Μετά το πέρας της μάχης ο Ιμπραήμ ζήτησε επίμονα να μεταφέρουν ενώπιόν του τον νεκρό Παπαφλέσσα. Οταν οι στρατιώτες τού έφεραν το ακέφαλο πτώμα του Πελοποννήσιου οπλαρχηγού, διέταξε να τον στήσουν όρθιο πάνω σε ένα δέντρο. Αφού τοποθέτησαν και το κεφάλι του, ο Ιμπραήμ έμεινε να τον κοιτάζει θαυμάζοντας το επιβλητικό του παράστημα. Σύμφωνα με λαϊκές αφηγήσεις, αφού ο Αιγύπτιος στρατηγός είπε ότι ήταν κρίμα που δεν τον έπιασαν ζωντανό και ότι αν οι Ελληνες είχαν δέκα πολεμιστές σαν αυτόν θα ήταν αδύνατον να καταπνιγεί η Επανάστασή τους, πλησίασε και τον ασπάστηκε.

Αμνηστία για τους «Αντάρτες»

Εν τω μεταξύ η Ελληνική κυβέρνηση, ύστερα από λαϊκή απαίτηση, είχε χορηγήσει γενική αμνηστία στους Πελοποννήσιους «αντάρτες» (17 Μαΐου 1825), οι οποίοι ωστόσο δεν πρόλαβαν να βοηθήσουν στο Μανιάκι. Χαρακτηριστικό της ατμόσφαιρας ήταν ότι, όταν ο Κολοκοτρώνης έφθασε στο Ναύπλιο, έγινε δεκτός με ζητωκραυγές. Στη συνέχεια η κυβέρνηση τον διόρισε αρχιστράτηγο και γενικό αρχηγό της Πελοποννήσου με διευρυμένες δικαιοδοσίες και με αποστολή να ανακόψει την καταστροφική πορεία του Ιμπραήμ στην Πελοποννησιακή ενδοχώρα.

Ακολούθησε η κατάληψη της εγκαταλελειμμένης Τριπολιτσάς από τον Αιγύπτιο Πασά και η ήττα του στους Μύλους του Άργους από τις δυνάμεις του Μακρυγιάννη, του Υψηλάντη και του Κώστα Μαυρομιχάλη. Μετά την ήττα του ο Ιμπραήμ υποχώρησε στην Τριπολιτσά και ύστερα από μήνες λεηλασιών και σφαγών στη γύρω περιοχή κατευθύνθηκε αργά προς το Μεσολόγγι, όπου θα γραφόταν άλλη μια πικρή σελίδα της Ελληνικής ιστορίας.

 

Η Γ’ και Δ’ Εθνοσυνέλευση

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση διεξήχθη σε συνθήκες διαφορετικές από τις δύο προηγούμενες. Οι εμφύλιες συγκρούσεις του 1824 είχαν λήξει, δίχως ωστόσο να δοθεί λύση στις οργανωτικές αδυναμίες της Διοίκησης, ενώ οι διώξεις των ηττημένων συνεχίζονταν ακόμη και όταν ο Ιμπραήμ είχε ήδη αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο (αρχές 1825). Στις συνθήκες αυτές οι προετοιμασίες για τη διοργάνωση εθνοσυνέλευσης που είχαν ξεκινήσει το Σεπτέμβριο του 1825 δεν προχωρούσαν, ενώ αντίθετα οι αντίπαλες παρατάξεις ανασυγκροτούνταν δημιουργώντας ξανά κλίμα έντασης.

Τελικά η Γ’ Εθνοσυνέλευση ξεκίνησε τις εργασίες τις στις 6 Απριλίου 1826 στην Πιάδα, σύντομα όμως διακόπηκε εξαιτίας της πτώσης του Mεσολογγίου. Στο μεταξύ είχε αποφασιστεί η αίτηση προς την Aγγλία για μεσολάβηση και ο καθορισμός των όρων της διαπραγμάτευσης, ενώ συστήθηκε νέα κυβέρνηση που ονομάστηκε Διοικητική Επιτροπή. Tο φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς (1826) επιχειρήθηκε να συγκληθεί και πάλι η εθνοσυνέλευση, χωρίς ωστόσο επιτυχία.

Aντίθετα μικρής κλίμακας εμφύλιες συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν στην Kορινθία και την πόλη του Nαυπλίου, ενώ στις αρχές του 1827 οι αντίπαλες φατρίες διοργάνωσαν χωριστές συνελεύσεις στην Aίγινα και στην Ερμιόνη. Tελικά οι συνελεύσεις συνενώθηκαν στην Tροιζήνα στα τέλη Mαρτίου 1827, εκφράζοντας έτσι τη διάθεση των δυο πλευρών να πετύχουν μια κοινή πολιτική συμφωνία. H Γ’ Εθνοσυνέλευση ολοκληρώθηκε στις αρχές Mαΐου λαμβάνοντας δύο σημαντικές αποφάσεις.

H πρώτη αφορούσε την ψήφιση νέου συντάγματος που αυτή τη φορά δε χαρακτηριζόταν “προσωρινό”. Εκτός των άλλων με τοΠολιτικό Σύνταγμα της Eλλάδος επανακαθορίζονταν οι όροι διαπραγμάτευσης με την Οθωμανική Aυτοκρατορία στην κατεύθυνση της διεκδίκησης ανεξαρτησίας και όχι αυτονομίας. Tέλος, αποφασίστηκε η δημιουργία μονομελούς διοικητικού οργάνου που θα προΐστατο της εκτελεστικής εξουσίας. Θεσπίστηκε λοιπόν το αξίωμα του Κυβερνήτη.

Για τη θέση αυτή και με διάρκεια θητείας τα επτά χρόνια επιλέχτηκε ο Iωάννης Kαποδίστριας, ο οποίος τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς (1827) αποδέχτηκε την πρόταση της εθνοσυνέλευσης. Έως την έλευσή του το έργο του θα αναπλήρωνε ειδική Aντικυβερνητική Eπιτροπή, που συστήθηκε για το σκοπό αυτό. Ο Καποδίστριας πέτυχε γρήγορα την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας, το οποίο είχε διαμορφωθεί έτσι ώστε να περιορίζεται η εξουσία και να ελέγχονται οι πράξεις του.

Αντί της Βουλής δημιουργήθηκε ένα νέο όργανο, το Πανελλήνιο, που είχε μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα. Ενάμισυ περίπου χρόνο μετά την έλευση του Καποδίστρια η Δ’ Εθνοσυνέλευση (Άργος, 11 Ιουλίου-6 Αυγούστου 1829) επικύρωσε τις εξουσίες που συγκεντρώθηκαν στο πρόσωπο του Κυβερνήτη. Επιπλέον, αντί του Πανελληνίου που καταργήθηκε συστήθηκε η ολιγομελέστερη Γερουσία, που επίσης δεν είχε αποφασιστικές αρμοδιότητες.

Τέλος, τέθηκαν οι βασικές αρχές για μια μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση. Kάτι τέτοιο ωστόσο δεν έγινε ποτέ. Η όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης και η δολοφονία του Καποδίστρια κατά τις προετοιμασίες για τη διοργάνωση της E’ Εθνοσυνέλευσης οδήγησαν σ’ ένα νέο γύρο εμφύλιων συγκρούσεων. Oι δυο αντίμαχοι μάλιστα προχώρησαν στη σύγκλιση ξεχωριστών εθνοσυνελεύσεων, οι πράξεις των οποίων ωστόσο δεν είχαν άλλη σημασία πέρα από αυτή της στήριξης των δύο πλευρών στη διάρκεια των συγκρούσεων.

 

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1826

Από τις αρχές του έτους οι ενωμένες στρατιές του Ιμπράημ και του Κιουταχή πολιορκούσαν το Μεσολόγγι. Οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου απέρριψαν τις προτάσεις του Ιμπραήμ για παράδοση και επέλεξαν να συνεχίσουν να αντιστέκονται. Όμως η συντριπτική υπεροχή του αντιπάλου σε στρατιωτικές δυνάμεις καθιστούσε την προσπάθεια εξαιρετικά δύσκολη. Κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου του 1826 οι Έλληνες κατάφερναν να αποκρούουν με επιτυχία τις επιθέσεις του Ιμπραήμ, προκαλώντας συνεχείς απώλειες στον στρατό του.

Όμως από τον Μάρτιο η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Η κατάληψη σημαντικών νησίδων της λιμνοθάλασσας από τους Τούρκους και η αποτυχία του Μιαούλη να ανεφοδιάσει την πόλη στις αρχές Απριλίου, έφερε σε δυσχερέστατη θέση τους αμυνομένους. Η κατάσταση στην πόλη ήταν πλέον δραματική. Τα τρόφιμα είχαν σχεδόν τελειώσει και τα πολεμοφόδια είχαν λιγοστέψει σημαντικά. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση το συμβούλιο των οπλαρχηγών και προκρίτων της πόλης πήρε την απόφαση για την έξοδο των κατοίκων από το Μεσολόγγι.

Η έξοδος ορίστηκε για την νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου (10 Απριλίου) με ξημερώματα Κυριακής των Βαΐων (11 Απριλίου). Το σχέδιο της εξόδου πιθανότατα προδόθηκε, με αποτέλεσμα οι Τουρκοαιγύπτιοι να απαντήσουν με σφοδρή επίθεση που συνοδεύτηκε από σφαγή. Χιλιάδες Έλληνες σφαγιάστηκαν οι αιχμαλωτίστηκαν και μόνο 1.500 περίπου κατάφεραν να διασωθούν. Η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου συγκλόνισε την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και συνέβαλε καθοριστικά, στην αλλαγή στάσης των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, υπέρ της Ελλάδας.

Η πτώση του Μεσολογγίου οδήγησε σε παραίτηση την Κυβέρνηση Κουντουριώτη και την διαδέχτηκε η κυβέρνηση Ζαΐμη. Η τρίτη εθνοσυνέλευση που είχε ξεκινήσει τις διεργασίες της στην Επίδαυρο διαλύθηκε. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου ο Κιουταχής στράφηκε προς την Αθήνα για να αναλάβει την πολιορκία της πόλης και ο Ιμπραήμ πέρασε ξανά στην Πελοπόννησο. Την παρενόχληση του Κιουταχή ανέλαβε ο Καραϊσκάκης που με μία σειρά επιχειρήσεων κατέστρεφε τις προσπάθειες ανεφοδιασμού των Τούρκων.

Τον Νοέμβριο του 1826 πέτυχε καθοριστικής σημασίας νίκη στην μάχη της Αράχωβας απέναντι σε Τουρκικό σώμα υπό τη διοίκηση του Μουσταφάμπεη. Ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο στράφηκε κατά της Μάνης που συνέχιζε να παραμένει ελεύθερη και να διαθέτει ακέραιο το στρατιωτικό της δυναμικό καθώς δεν είχε εμπλακεί στον Ελληνικό εμφύλιο, όμως απέτυχε τρεις φορές να υποτάξει τους Μανιάτες γνωρίζοντας απανωτές ήττες, στον Διρό, στη Βέργα και στον Πολυάραβο και στη συνέχεια αδράνησε περιμένοντας νέες ενισχύσεις από την Αίγυπτο.

Σε διπλωματικό επίπεδο υπογράφηκε το πρωτόκολλο της Πετρούπολης, μεταξύ Άγγλων και Ρώσων με το οποίο τα δύο κράτη δέχονταν ως λύση την αυτονομία της Ελλάδας και δεσμεύτηκαν να μεσολαβήσουν ώστε να τερματιστούν οι συγκρούσεις.

 

Η Έξοδος του Μεσολογγίου

Η Ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου αποτελεί ίσως την κορυφαία και την πιο συγκινητική στιγμή του Αγώνα της Εθνικής μας παλιγγενεσίας. Η έξοδος ήταν η κατάληξη ενός άνισου με όρους αριθμητικής σύγκρισης, αγώνα μεταξύ αναρίθμητων Τούρκων και λιγοστών Ελλήνων και φιλελλήνων υπερασπιστών της ιερής πόλης του Μεσολογγίου.

Η θυσία του Μεσολογγίου που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το Ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη Ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής οι φλόγες του Μεσολογγίου και η συνειδητή θυσία των αγωνιστών θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μία αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση ψυχικής αντοχής.

Οι φλόγες του Μεσολογγίου και η συνειδητή θυσία των αγωνιστών θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του Ελληνικού έθνους.

“Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι”

Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ

 

Με την έκρηξη της επανάστασης, μετά την Πελοπόννησο, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα είχε επαναστατήσει και είχαν απελευθερωθεί πολλές περιοχές. Μάλιστα οργανώθηκε και πολιτικά με τη “Γερουσία” στο Μεσολόγγι και τον “Άρειο Πάγο” στα Σάλωνα. Ο Σουλτάνος όμως αποφάσισε να αντιδράσει οργανωμένα με δυο στρατιές. Η δεύτερη με τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, στις 25 Οκτωβρίου 1822, το οποίο οι Τούρκοι πολιόρκησαν. Ύστερα από λίγες μέρες, στις 31 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην Ήπειρο.

Μετά τη συμφωνία του Σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνδυάστηκε με επιχειρήσεις από τους Τούρκους στη Στερεά Ελλάδα, με κύριο στόχο το Μεσολόγγι. Της νέας εκστρατείας ηγείται και πάλι ο Κιουταχής που με πανίσχυρη στρατιά 35.000 ανδρών έφτασε στο Μεσολόγγι στα μέσα Απριλίου 1825. Είναι η δεύτερη και καθοριστική πολιορκία της πόλης που κατέληξε στην ηρωική έξοδο.

1η Φάση της πολιορκίας: Από τον Απρίλιο ως το Δεκέμβριο του 1825 κράτησε η πρώτη φάση της πολιορκίας, και στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι έφτασαν σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από το τείχος. Μια ισχυρή επίθεση του Κιουταχή στις 21 Ιουλίου 1825 απέτυχε και τρεις μέρες αργότερα μια Ελληνική νυκτερινή αντεπίθεση προκάλεσε σοβαρότατες απώλειες στο Τουρκικό στρατόπεδο. Στο μεταξύ Ελληνικά πλοία είχαν διασπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό και είχαν εφοδιάσει τους πολιορκουμένους με τροφές και πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Αυγούστου η άμυνα του Μεσολογγίου ενισχύθηκε με 1500 ακόμα άντρες.

Μετά τις άκαρπες επιθέσεις του ο Κιουταχής αποσύρθηκε στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα βομβάρδιζε την πόλη, χωρίς όμως την ασφυκτική πίεση των πρώτων μηνών. 2η Φάση της πολιορκίας: Το Δεκέμβριο του 1825 άρχιζε η δεύτερη φάση της πολιορκίας όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι με ισχυρή δύναμη (10.000 άνδρες), αποφασισμένος να το καταλάβει. Μετά την απόρριψη από τους πολιορκούμενους της πρότασής του για παράδοση, η πολιορκία έγινε στενότερη και από το Φεβρουάριο οι πολιορκούμενοι πιέζονταν από τις επιθέσεις των Αιγυπτίων και από την πείνα.

Τα νησάκια της λιμνοθάλασσας, προπύργια του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού, εκτός από την Κλείσοβα, που η νίκη των Ελλήνων υπήρξε θριαμβευτική. Οι πολιορκούμενοι μάταια περίμεναν την ενίσχυσή τους από το Ναύπλιο, και η προσπάθεια του Ελληνικού στόλου να λύσει την πολιορκία από τη θάλασσα αποδείχτηκε αδύνατη. Μόνη λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς χειροτέρευαν, απέμεινε η έξοδος.

Το Μεσολόγγι το 1825 αποτελούσε σε μικρογραφία μια μικρή Ελλάδα, στην καρδιά της Ελλάδος, γιατί μέσα στην πόλη εκείνη δεν ήταν κλεισμένοι μόνο Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι, αλλά και αντιπρόσωποι όλων των Ελληνικών πληθυσμών από τον Ισθμό και επάνω. Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας οι πολιορκούμενοι με συνεχείς αντεπιθέσεις αλλά και με συνεχή ανεφοδιασμό, έστω και δύσκολα, από τον ελληνικό στόλο υπέμειναν την πολιορκία. Η θέση των Ελλήνων χειροτέρεψε κατά την δεύτερη φάση της πολιορκίας.

Είχαν κουραστεί από την εννεάμηνη πολιορκία και ιδίως από την έλλειψη τροφίμων. Η κατάσταση βέβαια ήταν περισσότερο τραγική για τους αρρώστους και τους πληγωμένους. Μολαταύτα η μαχητικότητά τους ήταν άκαμπτη και αμετακίνητη η απόφασή τους να νικήσουν ή να πεθάνουν, ιδιαίτερα των ντόπιων που έφθασαν στον ύψιστο βαθμό του ηρωισμού και της αυτοθυσίας. Μετά την κατάληψη του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του Πόρου (μόνο η Κλείσοβα έμενε ακόμα στους Έλληνες) οι πολιορκούμενοι απελπισμένοι και εξαντλημένοι από τη φοβερή πείνα και τις άλλες στερήσεις, μόνο από την άφιξη του στόλου περίμεναν σωτηρία.

Από τα μέσα κιόλας Φεβρουαρίου η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε αρχίσει να γίνεται τραγική. Πολλές οικογένειες είχαν αρχίσει να στερούνται εντελώς τα τρόφιμα και αναγκάζονταν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες, ποντικούς. Αλλά και αυτά έλειψαν. Από τις 16 Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες εξασθένιζαν τους ρωμαλέους οργανισμούς των ανδρών της φρουράς και προκαλούσαν πολλούς θανάτους.

Από τον Απρίλιο όμως τα ολιγάριθμα Ελληνικά πλοία με ναύαρχο το Μιαούλη, απέτυχαν σε επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον αποκλεισμό του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Στους πολιορκούμενους δεν έμενε άλλη λύση από την έξοδο. Για τους ασθενείς και πληγωμένους, αποφάσισαν να μεταφερθούν στα πιο οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Εκείνοι δέχτηκαν.

“Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα, και ώρα σας καλή ! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο” είπαν και αποχαιρετίστηκαν πολιορκημένοι, απελπισμένοι πια, πήραν την οριστική απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων, και ειδοποίησαν σχετικά τους Έλληνες του στρατοπέδου της Δερβέκ ιστας να προσπαθήσουν να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, καθώς και τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων.

Ενώ η πρώτη απόφαση πραγματοποιήθηκε, τη δεύτερη απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Οι ασθενείς και τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στα πιο οχυρά σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου καταρτίστηκε το σχέδιο και το δειλινό άρχισαν όλοι να μαζεύονται στις προσδιορισμένες θέσεις. Κατά τις 6.30 ακούστηκε επάνω στο Ζυγό η ομοβροντία του Ελληνικού επικουρικού σώματος, που είχε φθάσει από τη Δερβέστικα. Όταν νύχτωσε οι περισσότεροι της φρουράς είχαν βγει έξω από την πόλη και περίμεναν το σύνθημα του ξεκινήματος.

Το σχέδιό τους όμως προδόθηκε και οι Τουρκοαιγύπτιοι άρχισαν να τους κτυπούν με πυκνά πυρά κανονιών και τουφεκιών. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν’ όρμησαν οι άνδρες των δύο πρώτων σωμάτων με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά τους επάνω στις εχθρικές γραμμές. Καμιά δύναμη δεν ήταν ικανή να αναχαιτίσει το χείμαρρο εκείνο των απελπισμένων. Ο καθένας τους κοίταζε πως να ανατρέψει τα εμπόδια που βρίσκονταν μπροστά του και να περάσει.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα των γυναικόπαιδων η φωνή “οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!” και αποχωρίστηκαν μερικοί από τα δύο πρώτα σώματα. Η σύγκρουση ήταν φονικότατη. Οι Έλληνες ανατρέπουν όποιον βρουν μπροστά τους και προχωρούν αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Την πορεία τους συνόδευσαν δύο εκρήξεις από την πόλη. Η πρώτη από την έκρηξη των υπονόμων και η άλλη από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης με τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη.

Οι Έλληνες είχαν απώλειες και από τους κρυμμένους στα διάφορα υψώματα και τις χαράδρες Αλβανούς. Μολαταύτα αντιμετώπιζαν με σταθερότητα τον αόρατο εχθρό. Είχε αρχίζει να γλυκοχαράζει η Κυριακή των Βαΐων, όταν η μάχη έπαψε. Εκεί επάνω μόνο, στην κορυφή του Ζυγού, μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο ελεύθερα. Από τους 3000 στρατιωτικούς που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο 1300 σώθηκαν. οι υπόλοιποι 1700 σκοτώθηκαν στις συμπλοκές της εξόδου. Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή τέσσερα.

Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων υπολογίστηκαν σε 5000. Τη ντροπή του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου εξαγνίζει η θυσία μιας πόλης και των αγωνιστών της. Η θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το Ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη Ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς του και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου.

Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής. Οι φλόγες του Μεσολογγίου θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του Ελληνικού έθνους.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1827

Στις αρχές του 1827 οι Έλληνες αγωνίζονταν να διατηρήσουν την Ακρόπολη, την οποία πολιορκούσε στενά ο Κιουταχής. Για την σωτηρία της Ακρόπολης συγκεντρώθηκε Ελληνικός στρατός στην Αττική υπό τις διαταγές του Γεώργιου Καραϊσκάκη και του Κάρολου Φαβιέρου. Ταυτόχρονα ο Φρανκ Άστιγξ με τον στόλο του εμπόδιζε τον ανεφοδιασμό του Κιουταχή από τη θάλασσα. Ο Καραϊσκάκης πέτυχε μεγάλη νίκη στην μάχη του Κερατσινίου άλλα στο Φάληρο τραυματίστηκε θανάσιμα και υπέκυψε.

Μία μέρα μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, οι Έλληνες ηττήθηκαν στη μάχη του Ανάλατου και λίγο αργότερα η φρουρά της Ακρόπολης αποφάσισε να διαπραγματευτεί τους όρους παράδοσής της. Την ίδια περίοδο που βρίσκονταν σε εξέλιξη οι μάχες στην Αττική, ξεκίνησαν οι εργασίες της τρίτης εθνοσυνέλευσης. Η εθνοσυνέλευση δεν ξεκίνησε ομαλά αφού οι δύο αντίπαλες παρατάξεις εκείνης της περιόδου απεύθυναν κάλεσμα για συγκέντρωση σε διαφορετικό τόπο.

Η μία πλευρά συγκεντρώθηκε στην Ερμιόνη της Αργολίδας και ξεκίνησε της εργασίες της εθνοσυνέλευσης ενώ η άλλη πλευρά επέλεξε ως τόπο συγκέντρωσης την Αίγινα. Τελικά επήλθε συμβιβασμός μεταξύ τους και η εθνοσυνέλευση μεταφέρθηκε στην Τροιζήνα. Η τρίτη εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια κυβερνήτη της Ελλάδας και όρισε μία τριμελή αντικυβερνητική επιτροπή που θα τον αντικαθιστούσε μέχρι την άφιξή του. Την ηγεσία του στρατού την ανέθεσε στον Ρίτσαρντ Τσωρτς και την ηγεσία του στόλου στον Τόμας Κόχραν.

Η εθνοσυνέλευση ψήφισε ένα νέο σύνταγμα που υπήρξε περισσότερο φιλελεύθερο από το προηγούμενο. Λίγο μετά την πτώση της Αθήνας η κατάσταση στο στρατόπεδο των Ελλήνων ήταν δραματική. Οι Έλληνες ήταν περιορισμένοι στη Μάνη, στην ανατολική Πελοπόννησο (Ναύπλιο) και στα νησιά του Αργοσαρωνικού και απειλούνταν ταυτόχρονα από τον στρατό του Κιουταχή και του Ιμπραήμ. Στο Ναύπλιο είχε ξεσπάσει νέος εμφύλιος με εκπροσώπους των δύο πλευρών τον Γρίβα και τον Φωτομάρα.

Η μία πλευρά είχε οχυρωθεί στο Παλαμήδι και η άλλη στην Ακροναυπλία και αντάλλασσαν πυρά. Η λύση για τους Έλληνες δόθηκε από μία νέα συνθήκη που υπέγραψαν οι τρεις μεγάλες δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία και Γαλλία, τον Ιούλιο του 1827. Με την Ιουλιανή συμφωνία, όπως είναι γνωστή, οι τρεις μεγάλες δυνάμεις δεσμεύονταν να τηρήσουν τη συμφωνία της Πετρούπολης και επιπλέον αποκτούσαν τη δυνατότητα να παρέμβουν και στρατιωτικά εφόσον χρειαστεί.

Σύντομα οι στόλοι των τριών δυνάμεων κατέπλευσαν στο Ιόνιο για να επιτηρήσουν τη συμφωνία. Ο Ιμπραήμ δεν έδειξε προθυμία να συμμορφωθεί με αποτέλεσμα σύντομα να προκληθεί σύγκρουση. Οι αντίπαλοι στόλοι συγκρούστηκαν στο Ναυαρίνο. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου προκάλεσε την συντριβή του στόλου του Ιμπραήμ και άνοιξε τον δρόμο για την δημιουργία Ελληνικού κράτους.

 

Η Ιουλιανή Συνθήκη 1827

Tον Ιανουάριο του 1824 η Ρωσία υπέβαλε προς τις Μεγάλες Δυνάμεις και την Οθωμανική Αυτοκρατορία ένα υπόμνημα για την επίλυση του Ελληνικού ζητήματος. Σύμφωνα με το υπόμνημα αυτό, που έμεινε γνωστό ως σχέδιο των τριών τμημάτων, θα δημιουργούνταν τρία αυτόνομα Ελληνικά κρατικά μορφώματα με καθεστώς ηγεμονιών ή πριγκηπάτων. Tα κρατίδια αυτά θα ήταν φόρου υποτελή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία θα διατηρούσε ορισμένες φρουρές με περιορισμένες ωστόσο αρμοδιότητες.

Εδαφικά η μια ηγεμονία θα περιλάμβανε τη Θεσσαλία και την A. Στερεά, η δεύτερη την Ήπειρο και τη Δ. Στερεά, ενώ η τρίτη την Πελοπόννησο και την Κρήτη. Tέλος, στο Ρωσικό υπόμνημα γινόταν μνεία για τη διεύρυνση της κοινοτικής αυτοδιοίκησης στα νησιά του Αιγαίου. Η προτεινόμενη ρύθμιση παρέπεμπε στο νομικό καθεστώς των παραδουνάβιων ηγεμονιών (Μολδαβία και Βλαχία), το οποίο επέτρεπε στη Ρωσία να επεμβαίνει στο εσωτερικό τους προκαλώντας ένταση στις σχέσεις της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Έτσι, παρότι οι άλλες Δυνάμεις δεν απέρριψαν το σχέδιο, δε συνέβαλαν για την προώθησή του. Παρόλα αυτά στο Ρωσικό υπόμνημα αναφερόταν για πρώτη φορά η προοπτική δημιουργίας αυτόνομων Ελληνικών κρατιδίων, ενώ για πρώτη φορά γινόταν λόγος για στρατιωτική επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων με σκοπό την επίλυση του Ελληνικού ζητήματος, κάτι που τελικά συνέβη τρισήμισυ χρόνια αργότερα στο Ναβαρίνο.

Δύο και πλέον χρόνια μετά την υποβολή του Ρωσικού υπομνήματος, στα μέσα Απριλίου 1826, το ελληνικό ζήτημα φαινόταν να έχει περιέλθει σε στασιμότητα στο διπλωματικό πεδίο. Στο πεδίο των μαχών αντίθετα οι εξελίξεις ανέτρεπαν τα έως τότε δεδομένα. Ο Ιμπραήμ είχε υπό τον έλεγχό του μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, ενώ συνέβαλε καθοριστικά στην πτώση του Μεσολογγίου, γεγονός που σήμανε τον πλήρη έλεγχο της Δ. Στερεάς από τους Οθωμανούς.

Παρά τη φαινομενική διπλωματική στασιμότητα η Ρωσία και η Αγγλία είχαν αποφασίσει, καθεμιά για τους δικούς της λόγους, να αναλάβουν ενεργότερη δράση. Αποτέλεσμα της στάσης αυτής των δύο χωρών υπήρξε η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης στις 4 Απριλίου 1826. Σε αυτό επιβεβαιωνόταν η πρόθεση των δύο Δυνάμεων να μεσολαβήσουν μεταξύ της Ελληνικής πλευράς και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός αυτόνομου Ελληνικού κράτους.

Tο πρωτόκολλο κοινοποιήθηκε έπειτα από ορισμένους μήνες στη Γαλλία, την Αυστρία και την Πρωσία, οι οποίες καλούνταν να συμμετάσχουν σε συνδιάσκεψη για τη λήψη οριστικών αποφάσεων. Tη διαδικασία αυτή που δοκίμαζε τη συνοχή της Ιερής Συμμαχίας αποδέχτηκε μόνο η Γαλλία. Tο καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, και ενώ μετά την πτώση της Ακρόπολης η Ελληνική επανάσταση είχε ουσιαστικά περιοριστεί σε ορισμένες επαρχίες της Πελοποννήσου και στα νησιά του Αργοσαρωνικού, η Γαλλία συντάχτηκε με τη Ρωσία και την Αγγλία δημιουργώντας ένα νέο συσχετισμό δύναμης στο πεδίο της Ευρωπαϊκής διπλωματίας.

Αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής υπήρξε η υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου ή Ιουλιανής Συνθήκης στις 6 Ιουλίου 1827. Με τη συνθήκη αυτή, οι όροι της οποίας περιείχαν την ίδια ασάφεια με εκείνους του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης, οι τρεις Δυνάμεις αναλάμβαναν την υποχρέωση να χρησιμοποιήσουν ακόμη και στρατιωτική βία, προκειμένου να πιέσουν τους δύο εμπολέμους να προχωρήσουν σε ανακωχή και διαπραγματεύσεις. Αυτό ήταν το λεγόμενο μυστικό συμπληρωματικό άρθρο, το οποίο μερικούς μήνες αργότερα, στις αρχές Οκτωβρίου 1827, νομιμοποίησε την καταβύθιση του Αιγυπτιακού στόλου στο Ναβαρίνο από το στόλο των τριών συμμάχων.

 

Ναυμαχία του Ναυαρίνου

Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Iούλιος 1827) η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία καλούσαν τους δύο εμπολέμους να σταματήσουν τις εχθροπραξίες και να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις. Στην πραγματικότητα οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις είχαν συμφωνήσει, καθεμιά για τους δικούς της λόγους, να κάνουν οτιδήποτε κρινόταν αναγκαίο, ακόμη και πολεμική επιχείρηση, ώστε να υποχρεωθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποδεχτεί τη δημιουργία ενός αυτόνομου Ελληνικού κράτους.

Για την Αγγλία, ένα φιλικά προσκείμενο και οικονομικά εξαρτημένο από αυτήν Ελληνικό κράτος ήταν η απάντηση στις Ρωσικές βλέψεις στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Όσο για τη Γαλλία, ακολουθούσε το θετικό για την Ελληνική πλευρά ανταγωνισμό των δύο άλλων χωρών, μάλλον για να μην απομονωθεί από τις εξελίξεις σε αυτήν την τόσο σημαντική από οικονομικής και γεωπολιτικής πλευράς περιοχή.

Έτσι, οι στόλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας που ήδη είχαν καταφτάσει στο Ιόνιο Πέλαγος ήταν επιφορτισμένοι να αποτρέψουν κάθε θαλάσσια πολεμική ενέργεια, ακόμη και τη μεταφορά ενόπλων, πυρομαχικών και εφοδίων. Οι όροι της Συνθήκης του Λονδίνου, χωρίς το μυστικό άρθρο, επιδώθηκαν στην Ελληνική πλευρά στα μέσα Αυγούστου 1827 και κατά τα τέλη του ίδιου μήνα έγιναν αποδεκτοί. Παρόλα αυτά ένα τμήμα του Ελληνικού στόλου συνέχιζε να πραγματοποιεί επιχειρήσεις στον Κορινθιακό.

Κατά τα μέσα Σεπτεμβρίου η συνθήκη κοινοποιήθηκε και στον Ιμπραήμ που κράτησε επιφυλακτική στάση αναμένοντας οδηγίες από την Υψηλή Πύλη. Ούτε κι αυτός ωστόσο φάνηκε να συμμορφώνεται με το κάλεσμα της άμεσης ανακωχής και επιχείρησε στα τέλη του Σεπτεμβρίου να μεταφέρει ενόπλους από το Ναβαρίνο, όπου βρισκόταν ο στόλος του, στην Πάτρα. Οι δικές του ενέργειες δεν αντιμετωπίστηκαν με την ίδια ανεκτικότητα. Στις 8 Οκτωβρίου οι στόλοι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας εισήλθαν στον κόλπο του Ναβαρίνου και συγκρούστηκαν με τον Αιγυπτιακό.

Μέσα σε τέσσερις ώρες πυκνού κανονιοβολισμού τα λιγότερα αλλά καλύτερα εξοπλισμένα συμμαχικά πλοία (περίπου 30 έναντι 90) κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τον αντίπαλο στόλο. Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, προς την οποία στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος Ρωσο-Οθωμανικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828.

Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου οι τρεις Δυνάμεις συμφώνησαν για την αποστολή Γαλλικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο, τα οποία θα επέβλεπαν την ολοκλήρωση της αποχώρησης του Ιμπραήμ. Δεκατρείς μήνες αργότερα, στα μέσα Σεπτεμβρίου 1829 η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει αποδεχόμενη μεταξύ άλλων αξιώσεων της Ρωσικής πλευράς την αποδοχή των αποφάσεων της τριπλής συμμαχίας για το Ελληνικό ζήτημα.

Επτά χρόνια μετά την έναρξή της η Ελληνική επανάσταση έβρισκε μιαν απροδόκητη (μετά την υποχώρησή της στο πεδίο των μαχών κατά το 1825-1827) δικαίωση στο πεδίο της διεθνούς διπλωματίας. Εκείνο που έμενε πλέον να προσδιοριστεί ήταν ο βαθμός της ανεξαρτησίας και τα σύνορα του Ελληνικού κράτους.

Ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος, με 89 καράβια, υπό την αρχηγία του Τούρκου Ταχήρ πασά εισήλθε στον κόλπο του Ναβαρίνου, με σκοπό την ενίσχυση και τον εφοδιασμό των χερσαίων δυνάμεων του Ιμπραήμ, που ρήμαζαν την Πελοπόννησο. Οι τρεις Ευρωπαϊκές δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, στις 6 Ιουλίου του 1827 είχαν συμφωνήσει, με τη Συνθήκη του Λονδίνου, στη δημιουργία ημιανεξάρτητου, φόρου υποτελούς στο Σουλτάνο, Ελληνικού κράτους.

Παρότι πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί είχαν απογοητευθεί με τις συμφωνίες των τριών, η επαναστατική κυβέρνηση αποδέχτηκε τη συνθήκη. Αντίθετα, ο Σουλτάνος την απέρριψε κατηγορηματικά, θεωρώντας ότι οι Ευρωπαίοι προσπαθούσαν να του επιβάλουν όρους στην επικράτεια του. Στη Συνθήκη του Λονδίνου, αναφερόταν ότι στην περίπτωση που η Πύλη δεν δεχόταν τη μεσολάβηση για αποχώρηση από το Μοριά.

Τότε οι τρεις σύμμαχοι θα έστελναν προξένους, πράγμα που θα οδηγούσε σε επίσημη αναγνώρηση του Ελληνικού Κράτους. Επίσης, αν οι Τούρκοι απέρριπταν την εκεχειρία, τότε θα υπήρχαν κυρώσεις. Στις 31 Αυγούστου έληξε η προθεσμία αποδοχής της συνθήκης από τους Τούρκους. Ετσι , στις 12 Οκτωβρίου του 1827, οι στόλοι έφθασαν έξω από το λιμάνι της Πύλου για να επιβάλλουν τα «κατάλληλα μέτρα» και να υποχρεώσουν τον Ιμπραήμ σε αποχώρηση, σύμφωνα με τη Συνθήκη.

Στις 19 Οκτωβρίου του 1827, οι στόλοι των Ευρωπαίων, ο Αγγλικός με ναυαρχίδα την «Ασία» και δώδεκα πλοία υπό τον αντιναύαρχο Κόδριγκτον, ο ρωσικός με ναυαρχίδα το «Αζόφ» και οκτώ πλοία υπό τον υποναύαρχο Χέυδεν και ο γαλλικός με ναυαρχίδα το «Σειρήν» και επτά πλοία υπό τον υποναύαρχο Δεριγνύ, εισήλθαν στον κόλπο για μεγαλύτερη πίεση και διαπραγματεύσεις με τους Τουρκοαιγύπτιους.

Η ναυμαχία άρχισε από ένα τυχαίο και «ασήμαντο» γεγονός: στις συνεννοήσεις μεταξύ των αντιπάλων αρχηγών, που πραγματοποιούνταν με λέμβους που πηγαινοέρχονταν από ναυαρχίδα σε ναυαρχίδα, πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε ο Πέτρος Μικέλης, ο πιλότος της «Ασίας», ο οποίος ασκούσε χρέη διερμηνέα. Ο Πέτρος Μικέλης: συνόδευε έναν Άγγλο αξιωματικό, ο οποίος κατευθυνόταν με λέμβο προς την Αιγυπτιακή ναυαρχίδα «Πολεμιστής» για τις συνεννοηθεί.

Η ναυμαχία, η τελευταία μεγάλη ναυτική σύγκρουση που έγινε με ιστιοφόρα πλοία, κράτησε τέσσερις ώρες και είχε ως αποτέλεσμα να βυθιστούν 60 Τουρκοαιγυπτιακά πλοία, και μαζί τους να χαθούν 6.000 ναύτες. Στη σύγκρουση κανονιοβολούσαν οι Τουρκοαιγύπτιοι από τους παράκτιους προμαχώνες του Νιόκαστρου και τη νότια άκρη της Σφακτηρίας. Από το συμμαχικό στόλο δεν βυθίστηκε κανένα πλοίο ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι και στις τρεις ναυαρχίδες των συμμάχων οι πιλότοι ήταν Έλληνες.

Ο Ιμπραήμ χρειάστηκε ένα χρόνο περίπου για να αποχωρήσει τελικά, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1828, αφού οι τρεις Δυνάμεις απέστειλαν στην Πελοπόννησο Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπό το Δαβίδ Παηί και το Μαίκοη, που παρέλαβε την Κορώνη και την Πύλο και τις παρέδωσε στον Έλληνα Φρούραρχο Νικηταρά. Το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα, παρέμεινε για πέντε περίπου χρόνια στην περιοχή και συνέβαλλε κατά πολύ, στην οργάνωση και στα έργα υποδομής του τότε νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα και τα συμμαχικά συμφέροντα στο πέρασμα για την Ανατολή.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1828

Στις αρχές Ιανουαρίου του 1828 κατέφθασε στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδίστριας, εκλεγμένος κυβερνήτης της χώρας από την τρίτη εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Ο Καποδίστριας αναλάμβανε το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας, σε μία περίοδο που η επανάσταση βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή και η οικονομία ήταν κατεστραμμένη από τον μακροχρόνιο πόλεμο.

Μετά από σύντομη παραμονή στο Ναύπλιο, ακολούθησε μετάβασή του στην Αίγινα όπου βρισκόταν εγκατεστημένη η Αντικυβερνητική Επιτροπή. Παράλληλα με το υπόλοιπο μεταρρυθμιστικό του έργο προχώρησε άμεσα στην αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου, με σκοπό την επιτυχή συνέχιση της επανάστασης. Για τον σκοπό αυτό συγκέντρωσε στην Τροιζηνία τα στρατεύματα των ατάκτων και έδωσε εντολή στον Δημήτριο Υψηλάντη να οργανώσει τακτικό στρατό. Βασική μονάδα του τακτικού στρατού ορίστηκε η χιλιαρχία.

Επίσης προχώρησε στην αναδιοργάνωση του στόλου. Από τις πρώτες αποστολές που ανέλαβε ο στόλος υπό την ηγεσία του Μιαούλη και του Κανάρη ήταν να πατάξει την πειρατεία στο Αιγαίο. Κυριότερα κέντρα της πειρατείας στο Αιγαίο ήταν οι Βόρειες Σποράδες, η Θάσος, η Γραμβούσα, το Καστελόριζο κ.α.. Με τη δράση του Ελληνικού στόλου και την παράλληλη υποστήριξη του Αγγλικού και Γαλλικού στόλου τα ορμητήρια των πειρατών καταστράφηκαν.

Κατά την περίοδο που ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις για την πάταξη της πειρατείας βρισκόταν σε εξέλιξη η εκστρατεία στη Χίο, η οποία είχε ξεκινήσει λίγο μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου με χρηματοδότηση Χίων εμπόρων. Παρά τις αρχικές επιτυχίες της, η εκστρατεία ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1828, χωρίς να έχει τελικά αίσια κατάληξη. Η εκστρατεία αυτή δεν στηρίχτηκε επαρκώς από την κυβέρνηση Καποδίστρια καθώς κρίθηκε ασύμφορο να δαπανηθούν σημαντικές δυνάμεις, τη στιγμή που τα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων δεν συμπεριλάμβαναν τη Χίο στο νέο Ελληνικό κράτος.

Στο Ιόνιο και στον Κορινθιακό κόλπο η μοίρα του Ελληνικού στόλου με διοικητή τον Φρανκ Άστιγξ, είχε έντονη δραστηριότητα. Τον Σεπτέμβρη του 1827 ο Άστιγξ είχε εμπλακεί σε ναυμαχία στον κόλπο της Ιτέας και με το πλεονέκτημα που του παρείχε το ατμόπλοιο Καρτερία, το πρώτο ατμόπλοιο που χρησιμοποιήθηκε ποτέ σε πολεμικές επιχειρήσεις, βύθισε Τουρκική ναυαρχίδα και άλλα εχθρικά πλοία.

Τον Νοέμβριο του 1827 άρχισε επιχειρήσεις στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού υποστηρίζοντας τις χερσαίες επιχειρήσεις που πραγματοποιούσε ο Ρίτσαρντ Τσωρτς. Αφού κατέλαβε τις νησίδες Βασιλάδι και Ντολμά προχώρησε σε αποκλεισμό του Αιτωλικού, άλλα σε μία απόπειρα προσέγγισης του οικισμού, τον Μάιο του 1828, τραυματίστηκε θανάσιμα. Ενώ στη θάλασσα υπήρξε έντονη δραστηριότητα στις αρχές του 1828, στη στεριά επικρατούσε στασιμότητα.

Στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ εξακολουθούσε να ελέγχει το δυτικό τμήμα της χερσονήσου. Τον Φεβρουάριο του 1828 πραγματοποίησε εκστρατεία κατά της Τριπολιτσάς καταστρέφοντας ολοσχερώς την πόλη. Στη διάσκεψη του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1828 αποφασίστηκε να αποσταλεί Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα οι Άγγλοι ήρθαν σε συμφωνία με τον Μωχάμετ Άλη στην Αλεξάνδρεια για την αποχώρηση του Αιγυπτιακού στρατού από την Πελοπόννησο.

Η Γαλλική εκστρατευτική αποστολή υπό την αρχηγία του Νικολάου Μαιζώνος αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο στα τέλη Αυγούστου και λίγες ημέρες αργότερα άρχισε η αποχώρηση των στρατευμάτων του Ιμπραήμ. Οι Γάλλοι στη συνέχεια κατέλαβαν αμαχητί τα κάστρα της Μεθώνης, της Κορώνης, του Νεοκάστρου και της Πάτρας και μόνο στο κάστρο του Ρίου συνάντησαν κάποια αντίσταση που τους στοίχισε 25 άντρες. Μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου δεν απέμενε κανένα κάστρο της Πελοποννήσου στην κυριαρχία των Οθωμανών.

Το 1828 ο Πατριάρχης συνέταξε ένα σχέδιο για την επιστροφή στην κατάσταση όπως είχε πριν την επανάσταση: οι επαναστάτες θα ζητούσαν συγχώρεση από το Σουλτάνο και σε αντάλλαγμα θα τους δινόταν χάρη για τις πράξεις τους και θα εξαιρούνταν από την καταβολή του οφειλόμενου φόρου για τα προηγούμενα χρόνια, ενώ αφηνόταν να εννοηθεί ότι θα διατηρούσαν τις περιουσίες τους. Οι επαναστάτες, ωστόσο, δεν επιθυμούσαν να υπαχθούν και πάλι στην Οθωμανική εξουσία, ενώ οι Οθωμανοί δε δέχτηκαν εξωτερική διαμεσολάβηση.

Στη Στερεά οι κυριότερες επιχειρήσεις ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1828. Τις προσπάθειες ανακατάληψης της περιοχής ευνοούσε το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου, τον Απρίλιο του 1828. Στις 11 Αυγούστου 1828 οι δυνάμεις στις οποίες ήταν επικεφαλής ο Κίτσος Τζαβέλας μεταφέρθηκαν από το Λουτράκι στην παραλία της Σεργούλας, ανατολικότερα της Ναυπάκτου. Από εκεί στράφηκαν προς το Μαλανδρίνο και το Λιδωρίκι, αναγκάζοντας τους Τούρκους της περιοχής να αποσυρθούν στην Λομποτινά.

Τα Τουρκικά σώματα που στάλθηκαν να τους ενισχύσουν αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς στο Μερμηγκάρι, στο Καστέλλι και κυρίως στην Γραμμένη Οξυά και στην Τέρνοβα. Απομονωμένες πλέον οι Οθωμανικές δυνάμεις στην Λομποτινά αποφάσισαν να διαφύγουν προς τη Ναύπακτο στις 22 Οκτωβρίου. Κατά την έξοδό τους έγιναν αντιληπτοί από τους Έλληνες και στην μάχη που ξέσπασε σχεδόν αποδεκατίστηκαν. Την ίδια περίοδο είχε ξεκινήσει επιχειρήσεις στην Ανατολική Στερεά ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Κατέλαβε αρχικά την Δομβραίνα, στη συνέχεια το Δίστομο και ακολούθησε η κατάληψη της Αράχωβας. Οι Οθωμανικές δυνάμεις της περιοχής φοβούμενες μην εγκλωβιστούν αποχώρησαν με αποτέλεσμα να καταληφθούν εύκολα από τον Δημήτριο Υψηλάντη, η Λιβαδειά, τα στενά της Πέτρας και το κάστρο της Βουδουνίτσας. Στη συνέχεια ο Δημήτριος Υψηλάντης αφού ενισχύθηκε και με νέες δυνάμεις κατέλαβε την στρατηγική περιοχή της Άμπλιανης στον δρόμο Γραβιάς-Άμφισσας, η οποία του επέτρεψε την κατάληψη της Άμφισσας στις 17 Νοεμβρίου του 1828.

Λίγες ημέρες μετά, στις 23 Νοεμβρίου 1828, οι δυνάμεις του Κίτσου Τζαβέλα εισήλθαν στο Καρπενήσι απελευθερώνοντας την πόλη. Στη δυτική Ελλάδα το βάρος των επιχειρήσεων είχε μεταφερθεί στην περιοχή του Αμβρακικού. Τον Δεκέμβριο του 1828 σημειώθηκε η πρώτη σημαντική επιτυχία με την κατάληψη της Βόνιτσας (15 Δεκεμβρίου). Στην Κρήτη η επανάσταση αναζωπυρώθηκε την άνοιξη του 1828 με την άφιξη στο νησί του οπλαρχηγού Χατζημιχάλη Νταλιάνη.

Ο Νταλιάνης οχυρώθηκε στο Φραγκοκάστελλο στην περιοχή των Σφακίων, άλλα στη μάχη που δόθηκε στην περιοχή τον Μάιο, το στρατιωτικό του σώμα ηττήθηκε και ο ίδιος σκοτώθηκε. Κατά την αποχώρησή του το Τουρκικό σώμα αντιμετώπισε ενέδρες Σφακιανών που εκμεταλλεύονταν το δύσβατο έδαφος της περιοχής με τα συνεχή φαράγγια, ενώ κατά τη διέλευσή του από την κοιλάδα του Κόρακα δέχτηκε επίθεση που του προξένησε μεγάλες απώλειες. Τον Ιούνιο ο Καποδίστριας διόρισε αρμοστή της Κρήτης τον Βαρώνο Ράινεκ.

Η επανάσταση άρχισε να εξαπλώνεται. Κυριότερη επιχείρηση των επαναστατών ήταν η κατάληψη της Σητείας τον Δεκέμβριο του 1828. Η αναζωπύρωση της επανάστασης και οι επιτυχίες στη Στερεά Ελλάδα προσέφεραν στον Ιωάννη Καποδίστρια τη διαπραγματευτική δυνατότητα να επιδιώξει στη συνδιάσκεψη του Πόρου, ευνοϊκότερη συνοριακή γραμμή για το νέο Ελληνικό κράτος. Παρά τις ενέργειες του Καποδίστρια, το πρωτόκολλο του Λονδίνου του Νοεμβρίου 1828 περιόριζε το Ελληνικό κράτος μόνο στην Πελοπόννησο και τα κοντινά της νησιά.

 

Η Πολιτική του Καποδίστρια

Όπως φάνηκε από τις πρώτες εβδομάδες που ακολούθησαν την έλευση του Καποδίστρια, βασικός του στόχος υπήρξε η δημιουργία ενός ισχυρού κρατικού μηχανισμού. Η διοργάνωση αποτελεσματικής διοίκησης θα βοηθούσε την ανόρθωση της οικονομίας που είχε πληγεί από τις μακροχρόνιες πολεμικές επιχειρήσεις. Οι πόροι από τη φορολογία και τα εξωτερικά δάνεια θα τύγχαναν ορθολογικής διαχείρισης και δε θα χρησιμοποιούνταν για τον προσεταιρισμό πολιτικών συμμάχων από τις κάθε φορά πολιτικά κυρίαρχες φατρίες.

Παράλληλα, μια συγκεντρωτική και κυρίαρχη εκτελεστική εξουσία θα προωθούσε αποτελεσματικότερα τις διεκδικήσεις της Ελληνικής πλευράς τόσο στο ζήτημα των συνόρων όσο και της μορφής (ανεξαρτησία αντί αυτονομίας) του μελλοντικού Ελληνικού κράτους. Για να τα πετύχει αυτά ο Καποδίστριας διεκδίκησε και πέτυχε τη συγκέντρωση της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας στο πρόσωπό του. Παράλληλα αποστασιοποιήθηκε, στην αρχή τουλάχιστον, από τις διάφορες φατρίες, ο πολιτικός ανταγωνισμός των οποίων είχε αποδιοργανώσει τα όργανα και τις λειτουργίες της κεντρικής διοίκησης.

Οι αλλαγές που επιχείρησε στην οργάνωση και στη λειτουργία της επαρχιακής διοίκησης ήταν η πρώτη συστηματική παρέμβαση στην κατέυθυνση της δημιουργίας ενός σύγχρονου κράτους. Πρωταρχική του μέριμνα υπήρξε η κατάργηση της επαρχιακής αυτονομίας, από την οποία αντλούσαν την οικονομική τους δύναμη και την κοινωνικοπολιτική τους ισχύ οι παραδοσιακές αλλά και οι νεοπαγείς εξουσιαστικές ομάδες της Ελληνικής κοινωνίας.

Ο αριθμός των επαρχιών μειώθηκε, ενώ τα όργανα της επαρχιακής διοίκησης και τα πρόσωπα που τα στελέχωναν υπάχθηκαν στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας. Τα μέτρα αυτά που περιλαμβάνονται στις αιτίες της ρήξης του Καποδίστρια με τις ηγετικές ομάδες της ελληνικής κοινωνίας υπήρξαν, τουλάχιστον στις βασικές τους γραμμές, παρόμοια με εκείνα που υιοθετήθηκαν από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα μερικά χρόνια αργότερα.

Απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση σύγχρονου κράτους ήταν η δημιουργία στρατού ελεγχόμενου από την κεντρική διοίκηση. Η αναδιοργάνωση των άτακτων σωμάτων της επαναστατικής περιόδου σε ημιτακτικούς σχηματισμούς προχώρησε παρά τις αντιδράσεις. Αυτές προέρχονταν από τους χώρους των ενόπλων που είχαν δει την οικονομική και πολιτική ισχύ τους να αυξάνεται στα χρόνια της επανάστασης. Τα ένοπλα σώματα οργανώθηκαν αρχικά σε Χιλιαρχίες και κατόπιν αναδιοργανώθηκαν σε Ελαφρά Τάγματα.

Και στις δύο φάσεις περιορίστηκε δραστικά (στο 1/4 περίπου) ο αριθμός των ενόπλων και αποστρατεύτηκαν αρκετοί επιφανείς οπλαρχηγοί. Στον τομέα της οικονομίας, εμπόδιο στάθηκε η μη χορήγηση εξωτερικού δανείου. Έτσι, η ανασύνταξη της οικονομίας δεν επιτεύχθηκε, καθώς οι πενιχροί εγχώριοι πόροι δε στάθηκε δυνατό να στηρίξουν το φιλόδοξο πρόγραμμα του Kαποδίστρια. Σημαντική ωστόσο υπήρξε η καταπολέμηση της πειρατείας, γεγονός που απελευθέρωσε τους θαλάσσιους δρόμους και έκανε δυνατή την επαναδραστηριοποίηση του εμπορίου και της ναυτιλίας.

Τα Μέτωπα της Καποδιστριακής Πολιτικής

Κατά την πενταετία 1823-27 οι διάφορες πολιτικές ομάδες και φατρίες είχαν επιδοθεί σ’ έναν ατέρμονο πολιτικό ανταγωνισμό, ο οποίος έπαιρνε κάποτε και τη μορφή της ένοπλης σύγκρουσης. Το κατακερματισμένο πολιτικό πεδίο και ο συγκυριακός χαρακτήρας των πολιτικών συμμαχιών δεν επέτρεπαν στους εκάστοτε νικητές να επιβάλουν την κυριαρχία τους με όρους σταθερότητας. Η πολιτική ρευστότητα ευνοούσε τις αλλεπάλληλες ανατροπές των συσχετισμών δύναμης.

Εκτός των άλλων η κατάσταση αυτή έπληττε τη διαπραγματευτική ικανότητα της Ελληνικής πλευράς σε μια εποχή (1827) που η Αγγλία και η Ρωσία φαίνονταν να αναζητούν, καθεμιά για τους δικούς της λόγους, μια ευνοϊκή ρύθμιση για τους επαναστατημένους Έλληνες. Στις συνθήκες αυτές η ομόφωνη επιλογή του Καποδίστρια ως Κυβερνήτη στη διάρκεια των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης είχε να κάνει με την εμπειρία του ως διπλωμάτη.

Η θητεία του στην κορυφή του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών, και μάλιστα σε μια εποχή (1815-22) που η “τέχνη της διπλωματίας” έφτασε σε υψηλά επίπεδα, φανέρωνε ότι διέθετε τα προσόντα για να διεκπεραιώσει με επιτυχία τους σύνθετους και λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς που απαιτούσε η προώθηση των Ελληνικών διεκδικήσεων. Οι πολιτικές ομάδες και φατρίες που τον επέλεξαν είχαν ανάγκη από το διπλωμάτη Καποδίστρια. Έτσι, κατά τη διαμόρφωση του συντάγματος της Τροιζήνας φρόντισαν, ώστε το έργο του Κυβερνήτη να υπόκειται στον έλεγχο της Βουλής, η οποία με τη σειρά της ελεγχόταν από τους ίδιους.

Χρησιμοποιώντας το κύρος και τη φήμη που τον περιέβαλαν και αιφνιδιάζοντας ίσως τις πολιτικές ομάδες και φατρίες, ο Καποδίστριας πέτυχε από τις πρώτες εβδομάδες την αναστολή του συντάγματος, την αυτοδιάλυση της Βουλής και τη συγκέντρωση όλης της εξουσίας στο πρόσωπο του Κυβερνήτη. Πέτυχε δηλαδή να περιθωριοποιήσει όλους τους πολιτικούς παράγοντες, τοποθετώντας τους συνήθως σε θέσεις με συμβουλευτικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, προώθησε ανθρώπους της εμπιστοσύνης του, ορισμένους συγγενείς και πρόσωπα Επτανησιακής και μάλιστα Κερκυραϊκής καταγωγής.

Ωστόσο, η πραγματική εξουδετέρωση των πολιτικών παραγόντων δε θα πραγματοποιούνταν, αν δεν πλήττονταν οι αιτίες τις πολιτικής τους ενδυνάμωσης. Στην κατεύθυνση αυτή προχώρησε σε μια ευρεία διοικητική ανασυγκρότηση καταργώντας τα προνόμια και την αυτοδιοίκηση των επαρχιών και θέτοντας τα όργανα της επαρχιακής διοίκησης υπό τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας. Τέθηκαν έτσι οι βάσεις για τη συγκρότηση ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού, κατά τα πρότυπα των σύγχρονων δυτικών κρατών.

Η πολιτική του ωστόσο προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των προεπαναστατικών (Μοραΐτες και νησιώτες προύχοντες, οπλαρχηγοί) και των νεοπαγών (Κωλέττης, Μαυροκορδάτος) πολιτικών παραγόντων που σταδιακά συσπειρώθηκαν με στόχο την ανατροπή της.

 

Η Οικονομική Πολιτική του Καποδίστρια

Όταν ο Καποδίστριας αποβιβαζόταν στο Ναύπλιο στις αρχές του 1828, έφτανε σε μια ερειπωμένη χώρα. Η Πελοπόννησος, στην αγροτική παραγωγή της οποίας στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό τα δημόσια έσοδα ήταν σχεδόν κατεστραμμένη από τον επτάχρονο πόλεμο και τις εμφύλιες συγκρούσεις. Ειδικά οι καταστροφές που προξενήθηκαν από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ την περίοδο 1825-28 είχαν αποδιαρθρώσει κάθε παραγωγική βάση.

Τα ερείπια των γκρεμισμένων σπιτιών ήταν συνηθισμένο θέαμα στις πόλεις και στα χωριά και η ανάγκη για άμεση ανοικοδόμηση ήταν επιτακτική τώρα που ο πόλεμος είχε τελειώσει, τουλάχιστον για την Πελοπόννησο. Eπιπρόσθετα, τα χρήματα των εξωτερικών δανείων (1824 και 1825) είχαν σπαταληθεί και το ταμείο της κεντρικής διοίκησης δεν μπορούσε να καλύψει ούτε τις απαραίτητες κρατικές δαπάνες.

Αντιμέτωπος με την κατάσταση αυτή ο Καποδίστριας προσπάθησε από την αρχή να εξασφαλίσει δάνειο από τη Γαλλική κυβέρνηση ύψους 60.000.000 φράγκων. Με τα χρήματα αυτά θα στήριζε την ανασυγκρότηση και τη λειτουργία της κρατικής διοίκησης καθώς και το πρόγραμμα της οικονομκής ανασυγκρότησης. Το δάνειο ωστόσο δε δόθηκε και έτσι ο Κυβερνήτης αναγκάστηκε να στηριχτεί σε μικρά ποσά που δίνονταν σε μηνιαία βάση από τη Ρωσία και τη Γαλλία μεταξύ του 1828 και του 1830.

Με τα χρήματα αυτά καλύπτονταν η στοιχειώδης λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και κυρίως οι μισθοί των δημόσιων υπαλλήλων και των ενόπλων, απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση μιας ισχυρής και λειτουργικής κεντρικής διοίκησης. Ταυτόχρονα τέθηκαν για πρώτη φορά οι βάσεις μιας σύγχρονης δημοσιονομικής πολιτικής. Στην κατεύθυνση αυτή μπορούμε να αναφέρουμε την κυκλοφορία του πρώτου Ελληνικού νομίσματος στα 1829, του Φοίνικα, του ξεχασμένου συμβόλου της Φιλικής Εταιρείας.

Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκε η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, στην οποία θα επενδύονταν με σχετικά επωφελές επιτόκιο κεφάλαια από το εσωτερικό αλλά και από τους Έλληνες του εξωτερικού. Tο εγχείρημα δεν πέτυχε εξαιτίας της αντιπολιτευτικής στάσης των εύπορων προυχοντικών οικογενειών προς το καποδιστριακό σύστημα εξουσίας αλλά και λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το νέο θεσμό. Επίσης, δόθηκε βάρος στην ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας, γεγονός στο οποίο συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και η καταπολέμηση της πειρατείας στο Αιγαίο.

Βασικός τομέας όπου εφαρμόστηκε η Καποδιστριακή οικονομική πολιτική υπήρξε η γεωργία. Η αναδιάρθρωση του πρωτογεννούς τομέα και η σταδιακή επανάκαμψη στα προεπαναστατικά επίπεδα παραγωγής ήταν κάτι περισσότερο από επιτακτική. Για το σκοπό αυτό επιδιώχθηκε η ποιοτική βελτίωση των καλλιεργειών με την εισαγωγή νέων ειδών (π.χ. πατάτα) και τη χρήση νέων γεωργικών μεθόδων και εργαλείων. Έγιναν ακόμη ορισμένα αρχικά βήματα στην αγροτική εκπαίδευση με την ίδρυση του Πρότυπου Αγροτικού Αγροκηπίου στην Τύρινθα.

Ωστόσο, το φιλόδοξο πρόγραμμα του Καποδίστρια δεν απέδωσε, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της έλλειψης των απαραίτητων πόρων για τη στήριξή του. Τέλος, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της διανομής των Εθνικών Κτημάτων δεν υπήρξε καμία εξέλιξη, καθώς αυτά είχαν ήδη υποθηκευτεί ως εγγύηση για τη χορήγηση των εξωτερικών δανείων. Tο ζήτημα αυτό αποτέλεσε μόνιμο θέμα συζητήσεων και πηγή πολιτικών αντιπαράθεσεων και εντάσεων για αρκετές δεκαετίες μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, έως την Aγροτική Mεταρρύθμιση του Aλέξανδρου Kουμουνδούρου το 1871.

 

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1829

Στις αρχές του 1829 Τουρκικό εκστρατευτικό σώμα 6.000 στρατιωτών ξεκίνησε από τη Λαμία με αρχηγό τον Μαχμούτ Πασά και προέλασε προς τη Λιβαδειά. Χωρίς να συναντήσει αντίσταση ανακατέλαβε την πόλη. Οι Έλληνες όμως οχύρωσαν τα ορεινά περάσματα γύρω της και ο Μαχμούτ φοβούμενος μην αποκοπούν οι δρόμοι ανεφοδιασμού του έστειλε ισχυρό στρατιωτικό σώμα να ανοίξει δρόμο προς τον Ευβοϊκό κόλπο. Κατά την πορεία του βρέθηκε αντιμέτωπο στο Μαρτίνο με την 6η χιλιαρχία του Ελληνικού στρατού, αρχηγός της οποίας ήταν ο Βάσος Μαυροβουνιώτης.

Στη μάχη που πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιανουαρίου, επικράτησαν οι Ελληνικές δυνάμεις. Τις επόμενες ημέρες η άφιξη νέων Ελληνικών σωμάτων στη Βοιωτία ανάγκασε τις Τουρκικές δυνάμεις να αποσυρθούν ξανά στη Λαμία. Στις 23 Ιανουαρίου 1829 ο Καποδίστριας όρισε πληρεξούσιο κυβερνήτη της επαρχίας Στερεάς Ελλάδας τον αδερφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια. Στο επόμενο διάστημα εντάθηκαν οι επιχειρήσεις στη Δυτική Ελλάδα για την ανακατάληψη του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Αρχικά έπεσε το κάστρο του Αντιρρίου και ακολούθησε η πτώση της Ναυπάκτου.

Οι επιτυχίες του Ελληνικού στόλου που είχε εισέλθει στον Αμβρακικό με την κατάληψη του κάστρου της Βόνιτσας και του Καρβασαρά, απομόνωσαν το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, οι φρουρές των οποίων παραδόθηκαν λίγες ημέρες αργότερα. Μέχρι τα τέλη Μαΐου το σύνολο σχεδόν της σημερινής Αιτωλοακαρνανίας βρισκόταν στον έλεγχο των Ελλήνων. Οι μόνες περιοχές νότια της Λαμίας που παρέμεναν ακόμα στον έλεγχο των Οθωμανών ήταν η Εύβοια και η Αθήνα.

Για τον ανεφοδιασμό τους ξεκίνησε από την Λάρισα τον Αύγουστο του 1829 εκστρατευτικό σώμα με αρχηγό των Ασλάνμπεη. Το σώμα του Ασλάνμπεη είχε επιπλέον αποστολή να συγκεντρώσει 3.000 στρατιώτες και να τους μεταφέρει στα ανοικτά μέτωπα του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Επιστρέφοντας η στρατιά του Ασλάνμεη από την Αττική βρέθηκε αντιμέτωπη στα στενά της Πέτρας με τον Ελληνικό στρατό του Υψηλάντη που είχε οχυρώσει το πέρασμα. Στην μάχη που δόθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 οι Τούρκοι είχαν σημαντικές απώλειες.

Επειδή κύρια αποστολή της εκστρατείας των Τούρκων ήταν η μεταφορά στρατιωτών στα μέτωπα του Ρωσοτουρκικού πολέμου και η διέλευση από το πέρασμα χωρίς μεγάλες απώλειες φαινόταν αδύνατη, ο Τούρκος διοικητής πρότεινε στον Υψηλάντη συνθηκολόγηση. Με την συνθήκη που υπογράφτηκε μεταξύ των δύο πλευρών οι Τούρκοι δέχτηκαν να εκκενώσουν ολόκληρη την Ανατολική Ελλάδα νότια της Λαμίας, εξαιρούμενης της Ακρόπολης των Αθηνών και του φρουρίου Καράμπαμπα.

Η μάχη της Πέτρας υπήρξε η τελευταία μάχη της επανάστασης, καθώς με αυτή ολοκληρώθηκαν οι επιχειρήσεις ανακατάληψης της Στερεάς Ελλάδας. Στο διπλωματικό επίπεδο ένα νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, που υπογράφηκε στις 10 Μαρτίου του 1829 (παλιό ημερολόγιο) ανέτρεπε το δυσμενές για την Ελληνική πλευρά πρωτόκολλο του Νοεμβρίου του 1828. Με το νέο πρωτόκολλο τα σύνορα του νέου Ελληνικού κράτους ορίζονταν στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού ενώ η Κρήτη και η Σάμος έμεναν έξω από τα όρια του νέου κράτους.

Η Ελλάδα αποκτούσε καθεστώς αυτονομίας υπό Οθωμανική επικυριαρχία, έχοντας την υποχρέωση να καταβάλλει σ’ αυτή ετήσιο φόρο 1.500.000 γρόσια. Η νέα συμφωνία εξακολουθούσε να αφήνει ανικανοποίητη την Ελληνική πλευρά που στόχευε στην πλήρη ανεξαρτησία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία από την πλευρά της απέρριψε το πρωτόκολλο. Η ήττα της όμως από τη Ρωσία στον μεταξύ τους πόλεμο την υποχρέωσε να το δεχτεί, καθώς συμπεριλαμβανόταν στους όρους της Συνθήκης της Αδριανούπολης.

Λίγους μήνες αργότερα στις 22 Ιανουαρίου 1830 (παλαιό ημερολόγιο) με νέο πρωτόκολλο, που αναφέρεται ως πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας η Ελλάδα αναγνωρίστηκε ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος με περιορισμένα όμως σύνορα που ορίζονταν από τους ποταμούς Αχελώο στα δυτικά και Σπερχειό στα Βόρεια. Η οριστική αποκατάσταση των συνόρων στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού θα γινόταν με το πρωτόκολλο του Λονδίνου, του Αυγούστου του 1832.

Έξω από τα σύνορα του Ελληνικού κράτους παρέμενε η Κρήτη στην οποία η επανάσταση βρισκόταν σε εξέλιξη σε όλη τη διάρκεια του 1829. Μετά την συμφωνία για ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας, στόλος των μεγάλων δυνάμεων επέβαλε την ειρήνευση στο νησί. Πολλοί Κρήτες τότε από επαναστατημένες περιοχές κατέφυγαν σε περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας, αποτελώντας ένα από τα πρώτα μεγάλα κύματα προσφύγων.

Έξω από τα όρια του Ελληνικού κράτους παρέμενε και η Σάμος. Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1832 το νησί αποτέλεσε αυτόνομη περιοχή, γνωστή ως Ηγεμονία της Σάμου. Το καθεστώς αυτό παρέμεινε στο νησί μέχρι την ενσωμάτωσή του στην Ελλάδα το 1912.

 

Το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους

Ένα και πλέον χρόνο μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο κι ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε εμπλακεί σε ένα νέο πόλεμο με τη Ρωσία, οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις συνέχιζαν να διαβουλεύονται σχετικά με τους όρους επίλυσης του Ελληνικού ζητήματος. Oι περιοχές που θα περιλαμβάνονταν στο μελλοντικό Ελληνικό κράτος και το καθεστώς του (αυτονομία ή ανεξαρτησία) υπήρξαν τα βασικά ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκαν.

Αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αυτών υπήρξε μια σειρά από πρωτόκολλα που υπογράφτηκαν στο Λονδίνο από τα τέλη του 1828 έως τις αρχές του 1830, οπότε και η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε κάτω από το βάρος της ήττας της στον πόλεμο με τη Ρωσία να αποδεχτεί τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων σχετικά με τη δημιουργία ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους.

Από το Σεπτέμβριο του 1828 οι πρεσβευτές της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας διασκέπτονταν στον Πόρο με στόχο να καταλήξουν σε μια πρόταση προς τις κυβερνήσεις τους σχετικά με τα εδαφικά όρια του Ελληνικού κράτους. Στην κοινή τους πρόταση λήφθηκαν υπόψη, σ’ ένα βαθμό, οι διεκδικήσεις της Ελληνικής πλευράς, έτσι όπως αυτές εκφράστηκαν με τα υπομνήματα που τους απέστειλε ο Καποδίστριας στις 11/23 Σεπτεμβρίου και 30 Οκτωβρίου/11 Νοεμβρίου.

Εισηγήθηκαν λοιπόν να περιληφθούν στην Ελληνική επικράτεια οι περιοχές της Στερεάς Ελλάδας που βρίσκονταν νοτίως της γραμμής που συνέδεε τον Αμβρακικό κόλπο στα δυτικά και τον Παγασητικό στα ανατολικά. Παρά τη γνωμάτευση αυτή κι ενώ η διάσκεψη στον Πόρο δεν είχε ολοκληρωθεί υπογράφτηκε στο Λονδίνο πρωτόκολλο μεταξύ του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών και των πρεσβευτών των άλλων δύο χωρών. Tο πρωτόκολλο αυτό (4/16 Νοεμβρίου 1828) άφηνε εκτός Ελληνικής επικράτειας τη Στερεά Ελλάδα.

Στα σύνορα του υπό διαμόρφωση Ελληνικού κρατικού μορφώματος θα περιλαμβάνονταν μόνο η Πελοπόννησος και οι Κυκλάδες. Ωστόσο, μερικούς μήνες αργότερα οι προτάσεις της διάσκεψης των τριών πρεσβευτών στον Πόρο έγιναν αποδεκτές. H συνοριακή γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού υιοθετήθηκε από τις Δυνάμεις στο Πρωτόκολλο της 10/22 Mαρτίου 1829 που υπογράφτηκε στο Λονδίνο· στα σύνορα αυτά δεν περιλήφθηκε και η Κρήτη.

Tο Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί το πρωτόκολλο αυτό, στο περιθώριο της συνθηκολόγησής της με τη Ρωσία (Συνθήκη Αδριανούπολης). Στις αρχές του επόμενου έτους και συγκεκριμένα στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830 οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις προχώρησαν στην υπογραφή ενός νέου πρωτοκόλλου, στο Λονδίνο και πάλι, το οποίο έμεινε γνωστό ως το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας.

Επρόκειτο για την πρώτη επίσημη διεθνή πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα ως κράτος κυρίαρχο και ανεξάρτητο και όχι φόρου υποτελές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. H σημαντική αυτή απόφαση συνοδευόταν από τον προσδιορισμό μιας νέας συνοριακής γραμμής. Στα εδάφη του νέου κράτους περιλαμβάνονταν οι περιοχές που βρίσκονταν μεταξύ των ποταμών Αχελώου στα δυτικά και Σπερχειού στα ανατολικά.

Mε τον τρόπο αυτό αποφευγόταν η γειτνίαση των δυτικών επαρχιών της Αιτωλοακαρνανίας με τη Λευκάδα, που, όπως και τα υπόλοιπα Επτάνησα, βρισκόταν υπό Αγγλική κυριαρχία. Από την άλλη δίνονταν στο Ελληνικό κράτος, πέραν των Κυκλάδων και της Πελοποννήσου, οι Σποράδες και η Εύβοια. Tέλος, στο Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία συμφωνούσαν στην αναγόρευση του Λεοπόλδου του Σαξ Κόμπουργκ ως ηγεμόνα του Ελληνικού κράτους.

Kι αυτές οι αποφάσεις ωστόσο έμελλε να μην είναι οριστικές τόσο όσον αφορά τα σύνορα όσο και ως προς το πρόσωπο και τον τίτλο του ηγεμόνα. H τελική ρύθμιση του Ελληνικού ζητήματος θα επέλθει ενάμισυ περίπου χρόνο αργότερα, στα τέλη Αυγούστου του 1832.

 

Η Τελική Ρύθμιση του Ελληνικού Ζητήματος

Μετά την αναγνώριση της Ελλάδας ως κράτους ανεξάρτητου και κυρίαρχου, όπως ορίστηκε με το λεγόμενο Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας (22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830), δυο βασικά ζητήματα παρέμεναν σε εκκρεμότητα: ο καθορισμός των συνόρων και το πρόσωπο του ηγεμόνα. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα, το οποίο ανέκυψε ξανά μετά την παραίτηση του Λεοπόλδου του Σαξ Κόμπουρκ από τον Ελληνικό θρόνο στις 9/21 Μαΐου 1830, οι τρεις Δυνάμεις κατέληξαν στον Όθωνα, δευτερότοκο γιο του Λουδοβίκου A’ της Βαυαρίας.

Η επίσημη αναγόρευση του Όθωνα ως Βασιλιά της Ελλάδας, ενός κράτους ανεξάρτητου που τέθηκε σε καθεστώς εγγύησης από τις τρεις Δυνάμεις, οριστικοποιήθηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 25ης Απριλίου 7ης Μαΐου 1832. Ταυτόχρονα, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία θα εγγυόνταν δάνειο εξήντα εκατομμυρίων φράγκων. H επιλογή του Όθωνα επικυρώθηκε τυπικά από την Ελληνική πλευρά τον Ιούλιο του 1832.

Ανοιχτό έμενε το θέμα του συντάγματος στο οποίο αντιτίθεντο ιδίως η Ρωσία, η Γαλλία αλλά και ο Λουδοβίκος Α’. Σύνταγμα τελικά δε δόθηκε και το θέμα αυτό έμελλε να αποτελέσει βασικό σημείο τριβής ανάμεσα στο Παλάτι και τις πολιτικές δυνάμεις, ιδίως την πρώτη δεκαετία του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (1833-1843). Σε ό,τι αφορά τα σύνορα, ο τελικός διακανονισμός επιτεύχθηκε ύστερα από αρκετές παλινωδίες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου τον Αύγουστο του 1832.

Στις 9/21 Ιουλίου 1832 οι τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις και η Οθωμανική Αυτοκρατορίας είχαν υπογράψει τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (Καλεντέρ Κιοσκ). Με τη συνθήκη αυτή οριζόταν ότι τα βορειοδυτικά σύνορα του Ελληνικού κράτους θα βρίσκονταν στον Αμβρακικό κόλπο. Σε ό,τι αφορά τα βορειοανατολικά σύνορα, δηλαδή την περιοχή που βρίσκεται βόρεια του ποταμού Σπερχειού και στην οποία βρίσκεται η πόλη της Λαμίας, δεν πάρθηκε καμιά απόφαση και το θέμα παραπέμφηκε σε νέα διάσκεψη στο Λονδίνο.

Αποτέλεσμα της Διάσκεψης αυτής υπήρξε το Πρωτόκολλο της 18ης /30ης Αυγούστου 1832. Με αυτό επιδικαζόταν στο Ελληνικό κράτος η περιοχή της Λαμίας και έτσι τα Ελληνο-Οθωμανικά σύνορα ορίζονταν μεταξύ των κόλπων του Αμβρακικού και του Παγασητικού. Ταυτόχρονα, επιδικάστηκε το ποσό των σαράντα εκατομμυρίων γροσίων ως αποζημίωση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα Σαμιωτών και Κρητικών να ενταχθούν στο Ελληνικό κράτος.

Η επακριβής χάραξη των συνόρων ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο και έγινε αποδεκτή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα μέσα Δεκεμβρίου 1832. Ένα περίπου μήνα αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας και η συνοδεία του έφταναν στο λιμάνι του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας του πρώτου Ελληνικού κράτους.

 

Η Αντιπολίτευση και η Δολοφονία του Καποδίστρια

Η δυσαρέσκεια των πολιτικών παραγόντων από την πολιτική του Καποδίστρια άρχισε να μορφοποιείται σε οργανωμένη αντιπολιτευτική δράση ιδίως μετά τη Δ’ Εθνοσυνέλευση (καλοκαίρι 1829). Στην εθνοσυνέλευση αυτή επιβεβαιώθηκαν η αναστολή του συντάγματος, η κατάργηση της Βουλής και η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στον Κυβερνήτη. Με άλλα λόγια, επιβεβαιώθηκε η περιθωριοποίηση των πολιτικών φατριών που έως τότε κυριαρχούσαν διαδοχικά στην πολιτική ζωή.

Παρότι ο Καποδίστριας φάνηκε στην αρχή να τηρεί προς όλους ουδέτερη και δύσπιστη στάση, σταδιακά προσέγγισε τον Κολοκοτρώνη και τη φατρία του, που πλαισίωσαν την ηγετική ομάδα η οποία είχε ήδη συγκροτηθεί από συγγενείς και ανθρώπους της εμπιστοσύνης του Κυβερνήτη. Η προσέγγιση αυτή οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία ενός “καποδιστριακού” ή, αλλιώς “κυβερνητικού” πολιτικού σχηματισμού, ενόσο οι κατακερματισμένες ομάδες της αντιπολίτευσης συσπειρώνονταν και συντόνιζαν τη δράση τους.

Παρόμοια, αν και αρχικά προσπάθησε να αποτινάξει τη φήμη του Ρωσόφιλου, η πρόσδεσή του στη Ρωσία γινόταν ολοένα και ισχυρότερη, ενόσω οι πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας τηρούσαν ουδέτερη στάση ή προσέγγιζαν την αντιπολίτευση. Η Ύδρα και η Μάνη αποτέλεσαν τα σημαντικότερα κέντρα της αντιπολίτευσης και από τις αρχές του 1830 η εξουσία του Κυβερνήτη ήταν εκεί μάλλον τυπική.

Περιοχές με προνομιακό οικονομικό και διοικητικό καθεστώς τόσο κατά την Οθωμανική περίοδο όσο και στη διάρκεια της επανάστασης αποτέλεσαν πηγή έντασης και στασιαστικών κινημάτων. Η Μάνη, προπύργιο της οικογένειας Μαυρομιχάλη, βρισκόταν διαρκώς σε κατάσταση αναταραχής από την άνοιξη του 1830. Σημειώθηκαν αρκετές εξεγέρσεις, με σημαντικότερη εκείνη του καλοκαιριού του 1831, οπότε καταλήφθηκε η Καλαμάτα. Το κίνημά τους ήταν μάλλον “παραδοσιακό”, με την έννοια ότι στόχευε στη διατήρηση των ιδιαίτερων προνομίων της περιοχής.

Παρόμοιες αιτίες θα οδηγήσουν τους Μανιάτες στην πρώτη ένοπλη εξέγερση που σημειώθηκε στη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα (1834). Στην Ύδρα, όπου κυριαρχούσε η οικογένεια Κουντουριώτη, είχαν συγκεντρωθεί οι Μοραΐτες και οι νησιώτες πρόκριτοι καθώς και ο Αλ. Μαυροκορδάτος. H αντιπολιτευτική τους κίνηση προσανατολιζόταν, στην αρχή τουλάχιστον, στην ανατροπή της καποδιστριακής πολιτικής με την περιστολή των εξουσιών του Κυβερνήτη και την υπαγωγή του σε συνταγματικό έλεγχο.

Ακραία εκδήλωση των “συνταγματικών” υπήρξε η κατάληψη του ναύσταθμου στον Πόρο από το Μιαούλη και η πυρπόληση μέρους του Ελληνικού στόλου το καλοκαίρι του 1831. Με τους “συνταγματικούς” συμπορευόταν και ο Ι. Κωλέττης, στον οποίο αποδίδεται το περιορισμένης έκτασης στρατιωτικό κίνημα του Τσάμη Καρατάσου στην Α. Στερεά το καλοκαίρι του 1830. Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 στο Νάυπλιο από δυο μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη επέτεινε την ένταση και κλιμάκωσε την αντιπαράθεση.

Οι δύο πλευρές επιδόθηκαν σ’ ένα νέο γύρο ένοπλων συγκρούσεων που τερματίστηκαν τις παραμονές της άφιξης του Όθωνα και των μελών της Αντιβασιλείας τον Ιανουάριο του 1833.

 

Η Αλλοτρίωση της Επανάστασης

Πολλά είναι τα ζητήματα και οι συνέπειες που σχετίζονται με την αλλοτρίωση των επαναστατικών προθέσεων. Τελικά, οι φιλοδοξίες των Ελλήνων διαφωτιστών δημιούργησαν, αντί για έθνος-κράτος, ένα περιθωριακό «μικρό πλην έντιμο» προτεκτοράτο της Δύσης, χωρίς αστικά στρώματα, στο πλέον «καθυστερημένο τμήμα του γένους και το πτωχότερον», το οποίο θα έπρεπε να ενδυθεί την αρχαιοελληνική χλαμύδα, να εφεύρει τους δικούς του συμβολισμούς, να εξαφανίσει από την ιστορική μνήμη των υπηκόων του κάθε άλλη διαδικασία που υπονόμευε τη μοναδικότητα των δικών του διαδικασιών και να υποδυθεί το «έθνος-κράτος» των Ελλήνων.

Στην επίσημη θεώρηση της ιστορίας, η εσωστρέφεια θα εκφραστεί με την ανάδειξη της «Επαναστάσεως της 25ης Μαρτίου» ως ξεχωριστής και αυτόνομης ιστορικής διαδικασίας, με την παράλληλη υποβάθμιση της ευρύτερης ιστορικής διεργασίας, που απλώς ένα μέρος της υπήρξε η Επανάσταση στο Νότο. Χαρακτηριστικό σημείο στην επαναστατική διαδικασία, που αναδείκνυε τη ρήξη μεταξύ των τοπαρχών του Νότου και των εχόντων μια πανελλήνια αντίληψη για την Επανάσταση, θα φανεί πολύ νωρίς, στην Α’ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου, όπου θα απαλειφθεί τελείως ο ρόλος της Φιλικής Εταιρείας.

Θα φανεί τελικά ότι η εξουσία είχε περάσει στα χέρια των παλαιών ηγεσιών του Νότου: «Σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των “παραστατών”, όπως αποκαλούνταν, η συντριπτική πλειονότητά τους αποτελούνταν από Μοραΐτες, Ρουμελιώτες και νησιώτες πρόκριτους και κληρικούς. Πρόκειται για τις προεπαναστατικές ηγετικές ομάδες στις οποίες προστέθηκαν Φαναριώτες και λόγιοι, που είχαν καταφτάσει στις επαναστατημένες περιοχές κατά τους πρώτους μήνες της Επανάστασης.

Αντίθετα, ο Δημήτριος Υψηλάντης και οι επιφανέστεροι Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί απουσίαζαν». Η υποτίμηση του εξωελλαδικού Ελληνισμού θα αποτελέσει μόνιμη στάση που θα λάβει και χαρακτήρα πλήρους και βίαιης ιδεολογικής κυριαρχίας μέσω της δημόσιας αφήγησης και της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Στο νεαρό κράτος, ειδικά μετά την κυριαρχία των «αυτοχθόνων» κατά των «ετεροχθόνων» κατά τη δεκαετία του 1840, θα κυριαρχήσει μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη που θα υποβαθμίζει τη σημασία του Ελληνικού κόσμου που βρέθηκε εκτός των κρατικών ορίων.

Η υποτίμηση θα αφορά τόσο την καθοριστική συμμετοχή των εξωελλαδικών Ελλήνων στην έστω και περιορισμένη επιτυχία της Επανάστασης όσο και τη συνεχή του παρουσία στα δρώμενα της Εγγύς Ανατολής. Οι συνέπειες αυτής της στάσης υπήρξαν καθοριστικές, διαμορφώνοντας ακόμα και το αποτέλεσμα των οριστικών γεωπολιτικών μετατροπών, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο τραγικό 1922.

Εξαιτίας του πλαισίου αυτού, διάφορες παράμετροι που σχετίζονται με το ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και γεωγραφικό πλαίσιο παραμένουν ακόμα άγνωστες, παρ’ ότι η Επανάσταση του 1821 έχει μελετηθεί σε μεγάλο βαθμό. Στις παραμέτρους αυτές περιλαμβάνεται το εντυπωσιακό κίνημα των Ελλήνων εθελοντών, που συμμετείχαν στις επαναστατικές διαδικασίες, από περιοχές που χάθηκαν οριστικά για τον ελληνικό κόσμο την εποχή της διαμόρφωσης των εθνών-κρατών.

Αποτίμηση της Ελληνικής Επανάστασης

Η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε ιδιαίτερος σταθμός της ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, καθώς οδήγησε στην ίδρυση του Ελληνικού κράτους. Ενέπνευσε τις επόμενες γενεές των Ελλήνων για διαδοχικές απελευθερωτικές εξορμήσεις και σε καιρούς δοκιμασίας τις εμψύχωσε για υπομονή και αντίσταση. Τον επόμενο αιώνα, καθώς μικρό μόνο τμήμα των ιστορικών Ελληνικών χωρών περιλαμβανόταν στο νέο κράτος, η προσπάθεια υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας, της διεύρυνσης δηλαδή των ελληνικών συνόρων ώστε να περιλάβουν το σύνολο των περιοχών αυτών, αποτέλεσε βασικό άξονα της ελληνικής πολιτικής.

Η κοινή επιδίωξη των υποστηρικτών τόσο της μοναρχίας όσο και αβασίλευτων πολιτευμάτων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, η δημιουργία πολιτεύματος “παραστατικού”, δηλαδή κοινοβουλευτικού και συνταγματικού, επιτεύχθηκε με την Επανάσταση του 1843, ως αποτέλεσμα της συμμαχίας φιλελεύθερων επικριτών της απόλυτης οθωνικής μοναρχίας και των παραγκωνισμένων προεστών

Η Ελληνική Επανάσταση ήταν η μόνη από τις φιλελεύθερες επαναστάσεις των ετών 1820-1822 που ευοδώθηκε. Έτσι, τη δεκαετία του 1820 η Ελλάδα έγινε η πηγή έμπνευσης του διεθνούς φιλελευθερισμού και προκάλεσε το κίνημα του Φιλελληνισμού ενώ το Ελληνικό ζήτημα απασχόλησε την Ευρωπαϊκή διπλωματία επί δώδεκα χρόνια. Παρέσυρε τις κυβερνήσεις Μεγάλων Δυνάμεων να ενδιαφερθούν θετικά για την τύχη της, να συνεργαστούν και να υπογράψουν Πρωτόκολλα και Συνθήκες για την αίσια έκβασή της, σε αντίθεση με την τότε πολιτική τους.

Απετέλεσε, έτσι, ισχυρό πλήγμα για το καθεστώς της Ιεράς Συμμαχίας και σήμανε το θρίαμβο της αρχής των εθνοτήτων. Καθώς ο γλωσσικός εξελληνισμός των αλλόφωνων εγγράμματων ορθοδόξων άρχισε να ταυτίζεται με την πολιτική υποστήριξη του νέου κράτους, εντάθηκε η άνοδος των εθνικισμών των υπόλοιπων Βαλκανικών λαών. Η 25η Μαρτίου είναι εθνική εορτή, όπως ορίστηκε με Βασιλικό διάταγμα του Όθωνα στις 15 Μαρτίου του 1838 ως επέτειος της έναρξης της Επανάστασης.