Η Άλωση από Σταυροφόρους

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΡΑΓΚΟΛΑΤΙΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΤΟ 1204 

Η Δ’ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

«Δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από την Δ΄ Σταυροφορία», έγραψε ένας ερευνητής της ιστορίας των σταυροφοριών της εποχής μας, ο διάσημος Σερ Στίβεν Ράνσιμαν, που επιπλέον χαρακτήρισε τη μεγάλη αυτή επιχείρηση πράξη «γιγάντιας πολιτικής ανοησίας». Αλλά και άλλοι σύγχρονοι μελετητές έχουν αποκαλέσει τη σταυροφορία αυτή «ανοησία» (J. Godfrey) και «μεγάλη προδοσία» (E. Bradford) σε σχετικές μελέτες τους, καταδικάζοντας με τον τρόπο αυτό όσα φρικώδη συμβάντα έλαβαν χώρα μέσα στην εκπορθημένη Κωνσταντινούπολη, που αντιπροσωπεύουν στην ουσία το απώτατο σημείο ενός πολύχρονου αμοιβαίου και θανάσιμου μίσους ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Καθολικισμό.

Η Δ’ Σταυροφορία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’ το 1201, για την κατάληψη των Αγίων Τόπων, που κατείχαν οι Μουσουλμάνοι. Ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου 1204, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την προσωρινή κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χωρίς τη θέληση του Ποντίφικα. Μετά την αποτυχία της τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192) για την κατάληψη των Αγίων Τόπων, το ενδιαφέρον των δυτικοευρωπαίων ατόνησε. Την Ιερουσαλήμ, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας και της Αιγύπτου, ήλεγχε η Μουσουλμανική δυναστεία των Αγιουβιδών.

Το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ μόνο κατ’ όνομα υπήρχε, περιορισμένο σε λίγες πόλεις στις ακτές της Παλαιστίνης. Το ενδιαφέρον για μια νέα σταυροφορία ανακοίνωσε ο Πάπας Ινοκέντιος Γ’ το 1198. Στην αρχή συνάντησε τη γενική αδιαφορία των εστεμμένων της Ευρώπης, που είχαν τα δικά τους προβλήματα να επιλύσουν. Τον επόμενο χρόνο, κάποιοι ευγενείς, κυρίως από τα εδάφη της σημερινής Γαλλίας, πείσθηκαν να συγκροτήσουν ένα εκστρατευτικό σώμα, με επικεφαλής τον Κόμη Τιμπό της Καμπανίας. Ο Τιμπό πέθανε τον επόμενο χρόνο και αρχηγός της Δ’ Σταυροφορίας ανακηρύχθηκε ο Ιταλός κόμης Βονιφάτιος ο Μομφερατικός.

Το σχέδιο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Σταυροφόρων στη Βενετία και από εκεί θα κατευθύνονταν στην Αίγυπτο, όπου θα άρχιζαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, με σκοπό την κατάληψη της Ιερουσαλήμ. Τη δύναμη των Σταυροφόρων συγκροτούσαν 33.500 άνδρες και 4.500 άλογα και τη διεκπεραίωσή τους στην Αίγυπτο ανέλαβαν έναντι ανταλλαγμάτων οι Ενετοί το 1200. Ζήτησαν 85.000 αργυρά μάρκα, τα μισά εδάφη που θα κατακτούσαν οι Σταυροφόροι και προθεσμία ενός έτους για τις ετοιμασίες της φιλόδοξης εκστρατείας. Το 1201 το μεγαλύτερο μέρος των Σταυροφόρων έφθασε στη Βενετία.

Όμως, οι ηγέτες τους δεν τήρησαν τη συμφωνία και μόλις και μετά βίας συγκέντρωσαν 51.000 αργυρά μάρκα. Οι Ενετοί εξοργίσθηκαν και τους φυλάκισαν στο νησάκι Λίντο, έως ότου αποφασίσουν για την τύχη τους. Ο γηραιός δόγης Ερρίκος Δάνδολος αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την περίσταση και να χρησιμοποιήσει τους Σταυροφόρους για τους δικούς του σκοπούς. Στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, όπου έγινε η επίσημη τελετή υποδοχής τους, ο δόγης πρότεινε στους αρχηγούς τους να επιτεθούν πρώτα στο λιμάνι της Ζάρας στη Δαλματία (σημερινή Κροατία), προκειμένου να ξεπληρώσουν τα χρέη τους.

Η Ζάρα, που προμήθευε με ξυλεία τον στόλο του δόγη, είχε αποσκιρτήσει από τη Βενετία και βρισκόταν υπό προστασία του βασιλιά των Ούγγρων Έμερικ. Οι κάτοικοί της ήταν Χριστιανοί και μάλιστα Καθολικοί. Για την επιχείρηση συμφώνησε απρόθυμα ο Παπικός αντιπρόσωπος Καρδινάλιος Καπουάνο, όχι όμως και ο Πάπας Ιννοκέντιος, που απείλησε με αφορισμό όσους σταυροφόρους στραφούν εναντίον Χριστιανών. Τη σχετική επιστολή του φρόντισαν να την κρατήσουν μυστική οι επικεφαλής της εκστρατείας. Η επιχείρηση τελικά πραγματοποιήθηκε. Η πόλη της Ζάρας καταλήφθηκε, ύστερα από σύντομη πολιορκία και ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ πραγματοποίησε την απειλή του.

Ο αρχηγός των Σταυροφόρων Βονιφάτιος ο Μομφερατικός δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Ζάρα, φοβούμενος ίσως τις Παπικές κυρώσεις. Πήγε να επισκεφθεί τον εξάδελφό του Φίλιππο της Σουηβίας, ο οποίος φιλοξενούσε τον συγγενή του Βυζαντινό πρίγκηπα Αλέξιο Άγγελο, γιο του ανατραπέντος Αυτοκράτορα Ισαάκιου Β’ Άγγελου. Ο Αλέξιος Άγγελος ζήτησε βοήθεια από τον Βονιφάτιο για να ανατρέψει τον θείο του Αυτοκράτορα Αλέξιο Γ’ Άγγελο και να επαναφέρει στον θρόνο τον τυφλό πατέρα του.

Στα ανταλλάγματα που προσέφερε ήταν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, στρατιωτικές δυνάμεις για την ενίσχυση της εκστρατείας των Σταυροφόρων στην Αίγυπτο και την υποταγή της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης στον Πάπα. Ο Βονιφάτιος θεώρησε δελεαστική την πρόταση και μαζί με τον Αλέξιο Άγγελο μετέβησαν στην Κέρκυρα για να συναντήσουν τους Σταυροφόρους που συμμετείχαν στην κατάληψη της Ζάρα και να ενημερώσουν τους αρχηγούς της Σταυροφορίας. Κάποιοι συμφώνησαν με την εκτροπή της Σταυροφορίας, άλλοι διαφώνησαν και αποχώρησαν, επιστρέφοντας στις πατρίδες τους.

Ανάμεσα σε αυτούς που είδαν με καλό μάτι την πρόταση του Αλέξιου ήταν και οι Ενετοί. Λαός ναυτικός, επιζητούσαν την αύξηση της επιρροής τους στην Ανατολή εις βάρος της Γένουας και της Πίζας, που ήταν οι κύριοι ανταγωνιστές τους. Επιπροσθέτως, τους μισούσαν και ήθελαν να πάρουν εκδίκηση για τη σφαγή των συμπατριωτών τους, στη διάρκεια των αντιπαπικών ταραχών στην Κωνσταντινούπολη το 1182. Από την άλλη πλευρά, το Βυζάντιο σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες και την καταστροφική πολιτική των τελευταίων Κομνηνών και της δυναστείας των Αγγέλων.

 

Βρισκόταν σε προφανή παρακμή, ενώ είχαν αρχίσει οι αποσχιστικές τάσεις από φιλόδοξους τοπάρχες. Ο λαός στέναζε από τη βαριά φορολογία. Ο στόλος των Ενετών και Σταυροφόρων έφθασε προ των τειχών της Κωνσταντινούπολης στις 23 Ιουνίου 1203. Οι νεοφερμένοι έμειναν κατάπληκτοι από όσα έβλεπαν τα μάτια τους: «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι υπήρχε στον κόσμο τόσο οχυρή πόλη. Είδαν τα υψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια, τις μεγάλες εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές ώστε κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του. Το μήκος της, το πλάτος της, έδειχναν πως ήταν βασιλεύουσα».

Με τα λόγια αυτά περιγράφει τις πρώτες του εντυπώσεις ο ιστορικός και εκ των ηγετών της Σταυροφορίας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος. Αρχικός τους στόχος ήταν να αποκαταστήσουν στον θρόνο τον Ισαάκιο Β’ Άγγελο. Οι κάτοικοι της Πόλης τους υποδέχθηκαν εχθρικά, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Αλέξιου Άγγελου. Στις 17 Ιουλίου οι Σταυροφόροι αποβιβάσθηκαν στη στεριά και επιτέθηκαν από τη νοτιοανατολική πλευρά της Πόλης. Έβαλαν μία μεγάλη φωτιά, που προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Πόλη.

Οι κάτοικοι στράφηκαν κατά του Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ Άγγελου, ο οποίος έφυγε την ίδια νύχτα από την Πόλη. Ο Ισαάκιος Β’ Άγγελος αφέθηκε ελεύθερος και αποκαταστάθηκε στο θρόνο του. Την 1η Αυγούστου ο γιος του Αλέξιος Άγγελος αναγορεύθηκε σε Αυτοκράτορα, ως Αλέξιος Δ’ Άγγελος. Το Βυζάντιο βρισκόταν και πάλι σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχαν δύο νόμιμοι Αυτοκράτορες (Αλέξιος Γ’ Άγγελος και Αλέξιος Δ’ Άγγελος). Η Τέταρτη Σταυροφορία, μόνο κατ’ όνομα υπήρξε.

Σχεδόν κανένας από τους Λατίνους μαχητές δεν πάτησε το πόδι του στους Αγίους Τόπους, παρά μόνο διοχέτευσαν όλη τους την ενέργεια στην καταστροφή του Βυζαντίου. Η κληρονομιά που άφησε πίσω της η Δ’ Σταυροφορίας είναι η ολοκλήρωση του Σχίσματος μεταξύ Καθολικής Δύσης και Ορθόδοξης Ανατολής και ο τεμαχισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε Λατινικά (Πριγκιπάτο της Αχαΐας, Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, Βασίλειο των Αθηνών, Βασίλειο του Αιγαίου, Ηγεμονία της Κωνσταντινούπολης) και Ελληνικά κρατίδια (Δεσποτάτο της Ηπείρου, Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, Αυτοκρατορία της Νικαίας).

Η αποτυχία του να ελέγξει του Σταυροφόρους έγινε μάθημα στον Ιννοκέντιο και τους διαδόχους του στην Αγία Έδρα κι έτσι δεν υποστήριξαν αμέσως καμία από τις επόμενες Σταυροφορίες. Οκτακόσια χρόνια αργότερα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ εξέφρασε τη λύπη του για τις ωμότητες των Σταυροφόρων, οι οποίοι «εστράφησαν εναντίον των εν Χριστώ αδελφών μας», όπως ανέφερε το 2001 σε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Ανάλογη ήταν και η συγγνώμη του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α’, κατά τη συνάντησή τους στο Βατικανό το 2004.

 

Η Αλλαγή Σχεδίων της Σταυροφορίας

Η συνέχεια της Σταυροφορίας δεν ήταν αυτή που είχε σχεδιαστεί στη Ζάρα. Το Αυτοκρατορικό ταμείο πλέον ήταν άδειο. Απελπισμένος ο νέος συν-Αυτοκράτορας προσπαθεί να συλλέξει το χρηματικό ποσό που έχει υποσχεθεί στους Σταυροφόρους με διάφορους τρόπους: πρόσθετοι φόροι, δασμοί, συλλέγεται ακόμη και το ασήμι και το χρυσάφι από το στολισμό της εκκλησιαστικής περιουσίας. Όμως ο λαός της Κωνσταντινούπολης τρέφει εχθρικά αισθήματα για την νέα του εξουσία, που την θεωρούσε προδοτική καθώς συναίνεσε στην Άλωση της πόλης.

Η επανάσταση δεν αργεί να ξεσπάσει. Ο λαός της Πόλης ανατρέπει την εξουσία του και ανακηρύσσει Αυτοκράτορα τον Αλέξιο Ε΄ Μούρτζουφλο. Ο Μούρτζουφλος, γνωστός και ως Αυτοκράτορας Αλέξιος Ε΄, υποστηριζόταν από την παράταξη που διατίθεντο εχθρικά προς τους Σταυροφόρους και δεν δέχεται σε καμία περίπτωση να τηρήσει τους όρους των προκατόχων του με τους Σταυροφόρους και αρνείται οποιονδήποτε συμβιβασμό. Αντίθετα προσπαθεί να οργανώσει την άμυνα της πόλης για ενδεχόμενη επίθεση που δεν αργεί να πραγματοποιηθεί.

Οι Σταυροφόροι μετά το θάνατο του Ισαακίου και του Αλεξίου, ύστερα από διαταγή του ίδιου του Μούρτζουφλου, θεώρησαν τους εαυτούς τους απαλλαγμένους από κάθε υποχρέωση που είχαν αναλάβει έναντι του Βυζαντίου. Η ευθεία σύγκρουση Ελλήνων και Σταυροφόρων ήταν πια αναπόφευκτη και οι δεύτεροι άρχισαν να σχεδιάζουν την, για λογαριασμό τους, κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους (1204) πραγματοποιήθηκε μεταξύ Βενετίας και Σταυροφόρων συνθήκη, σχετικά με τη διαίρεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η πρώτη πρόταση της συνθήκης είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή: «Εν ονόματι του Χριστού, πρέπει να καταλάβουμε, δια των όπλων, την πόλη». Τα κύρια σημεία της συνθήκης είχαν ως εξής:

  • Η κυβέρνηση των Λατίνων θα εγκαθίστατο στην πόλη και οι σύμμαχοι τους θα συμμετείχαν στην κατανομή των λαφύρων.
  • Επιτροπή αποτελούμενη από έξι Βενετούς και έξι Γάλλους, θα εξέλεγε εκείνον που, κατά τη γνώμη τους, θα κυβερνούσε καλύτερα τη χώρα «προς δόξαν του Θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της Αυτοκρατορίας».
  • Ο Αυτοκράτορας θα είχε στη διάθεσή του το ένα τέταρτο της πόλης, την έξω από την πόλη περιοχή, καθώς και δύο ανάκτορα εντός της πόλης.
  • Τα υπόλοιπα τρία τέταρτα θα δίνονταν κατά το ήμισυ στους Βενετούς και το υπόλοιπο στους άλλους Σταυροφόρους.
  • Όλοι οι Σταυροφόροι που θα λάμβαναν μικρές ή μεγάλες κτήσεις, εκτός από τον Ερρίκο Δάνδολο, όφειλαν να ορκιστούν πίστη στον Αυτοκράτορα.

 

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ Δ’ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΣ

Ο Νικήτας Χωνιάτης, υψηλός αξιωματούχος του Βυζαντινού κράτους και ο σημαντικότερος ιστορικός του 12ου αιώνα, ήταν αυτόπτης μάρτυς της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους στις 13 Απριλίου 1204. H πολιορκία που είχε προηγηθεί, οι πυρκαγιές, η οιονεί συνδιοίκηση των σταυροφόρων και των Αυτοκρατόρων Ισαακίου B’ και Αλεξίου Δ’ από τα μέσα Ιουλίου του 1203 είχαν ήδη καταστρέψει μέρος της Κωνσταντινούπολης και καταπτοήσει το ηθικό των κατοίκων.

Ο Χωνιάτης κατέγραψε την ανελέητη λεηλασία της Πόλης και τις αγριότητες που έλαβαν χώρα όχι μόνο στους δρόμους αλλά και μέσα στις εκκλησίες, στην ίδια την Αγία Σοφία μετά τις 13 Απριλίου, βιαιοπραγίες που καταδίκασε απερίφραστα και ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’.

H Ολιγωρία των Αυτοκρατόρων

Κατέγραψε όμως ο ιστορικός και την ανεύθυνη στάση των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον τις πικρές ημέρες του 1203-1204. Οι Ρωμαίοι, λέει, είχαν τη δυστυχία οι Αυτοκράτορές τους να είναι μαλθακοί και τρυφηλοί, ενδιαφερόμενοι μόνο για τις απολαύσεις τους. «H ολιγωρία και η οικουρότης αυτών που χειρίζονταν τα Ρωμαϊκά πράγματα μας έφερε τους ληστές ως δικαστές και τιμωρούς». Ο Αλέξιος Γ’ «φερόταν ως εάν να προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να κάνει την Πόλη ένα πτώμα και να την καταστρέψει ολοσχερώς».

Τη νύχτα της 17ης-18ης Ιουλίου του 1203 εγκατέλειψε τον θρόνο του και την Πόλη και τους κατοίκους της και δραπέτευσε στη Θράκη χωρίς να έχει ηττηθεί από τους σταυροφόρους. Ο νεαρός Αλέξιος Δ’, που είχε ζητήσει τη βοήθεια των σταυροφόρων για να επανέλθει στον θρόνο ο έκπτωτος πατέρας του, περνούσε τον καιρό του παίζοντας ζάρια και κακόγουστα παιχνίδια με τους σταυροφόρους.

Και ο Αλέξιος E’ Μούρτζουφλος, υποχωρώντας ύστερα από μια ήττα τον Φεβρουάριο του 1204, πέταξε τα όπλα του, το λάβαρό του και την εικόνα της Θεοτόκου Νικοποιού, της συστρατηγού των Κομνηνών Αυτοκρατόρων, την εικόνα που στις θριαμβευτικές παρελάσεις των Κομνηνών προπορευόταν των Αυτοκρατόρων, πάνω σε ένα ασημένιο, επίχρυσο τέθριππο που το έσερναν ολόλευκα άλογα.

 

Οι Σχέσεις με τον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο 

Ήρωες δεν υπάρχουν πολλοί στην Δ’ Σταυροφορία. H επιχείρηση ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τους διακηρυγμένους σκοπούς του κινήματος των σταυροφοριών, πράγμα που αντιλαμβάνονταν και οι σύγχρονοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι από αυτούς που είχαν αρχικά δηλώσει συμμετοχή στην Δ’ Σταυροφορία με στόχο τους Αγίους Τόπους ή την Αίγυπτο, οι περισσότεροι εγκατέλειψαν το στράτευμα όταν έγινε γνωστό ότι θα κατευθυνόταν προς την Κωνσταντινούπολη.

Παρ’ όλα αυτά, η Δ’ Σταυροφορία ήταν γεγονός καθοριστικής σημασίας για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αλλά και για ολόκληρο τον χώρο των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Ο ίδιος ο Νικήτας Χωνιάτης σηματοδοτεί μια από τις κυριότερες αλλαγές που θα επέρχονταν. H Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως πολιτικό μόρφωμα είχε διαλυθεί και η ανασύστασή της μετά το 1261 ήταν εκ των πραγμάτων μερική. Μέσα στη διάλυση του πολυεθνικού κράτους αρχίζει να διαμορφώνεται η ιδέα ότι οι Βυζαντινοί ήταν απόγονοι όχι μόνο των Ρωμαίων αλλά και των αρχαίων Ελλήνων.

Το άγαλμα της Ωραίας Ελένης, που καταστράφηκε από τους σταυροφόρους, θυμίζει στον Χωνιάτη τον Όμηρο και τον Τρωικό Πόλεμο. Περιγράφοντας την πορεία των σταυροφόρων προς Νότο λέει: «Ω, Έλλην ποταμέ Αλφειέ, μη διακηρύξεις στους βαρβάρους της Σικελίας τα παθήματα των Ελλήνων, ούτε να τους φανερώσεις όσα μεγαλουργήματα κατόρθωσαν κατά των Ελλήνων οι συμπατριώτες τους που εξεστράτευσαν εναντίον των Ελλήνων, για να μην παιανίσουν και πανηγυρίσουν και στείλουν και άλλα στρατεύματα. H μάχη είναι αμφίρροπη, τα ανθρώπινα πράγματα παίζονται στα ζάρια και η νίκη αλλάζει χέρια».

H ιδεολογική πορεία που θα οδηγήσει τουλάχιστον τους διανοούμενους να αναζητήσουν τις καταβολές των Ελληνόφωνων Βυζαντινών στην αρχαία Ελλάδα και τα εδάφη της είχε ίσως αρχίσει πριν από το 1204. Όμως ενισχύθηκε από τα γεγονότα της Σταυροφορίας.

 

Γεφύρωση Ανατολής και Δύσης 

H διάλυση τη Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οδήγησε σε μεγάλες αλλαγές στην περιοχή. Εξελίξεις που είχαν ήδη αρχίσει επιταχύνθηκαν, καθώς ο πολιτικός χώρος του Βυζαντίου διασπάστηκε σε κράτη και κρατίδια, μερικά Ελληνικά, μερικά, όπως η Σερβία και η Βουλγαρία, όχι. Ολόκληρες περιοχές και νησιά, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, πέρασαν στην κυριαρχία δυτικών δυνάμεων, κυρίως των Γάλλων και των Ενετών στην αρχή. Για πρώτη φορά μετά από αιώνες σημαντικοί Ελληνόφωνες πληθυσμοί βρέθηκαν να ζουν υπό ξένη κυριαρχία, στο Βουλγαρικό ή στο Σερβικό κράτος, στις περιοχές όπου κυβερνούσαν οι Τούρκοι, στα Βενετοκρατούμενα νησιά.

Το μέλλον του Ελληνισμού σφυρηλατήθηκε μέσα σε αυτές τις μικρές πολιτικές ενότητες και μέσα από τις αλληλεπιδράσεις που αναπόφευκτα έλαβαν χώρα. Είναι, δηλαδή, η Δ’ Σταυροφορία σημαντικός σταθμός στην ιστορία του Ελληνισμού και της Ελλάδας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Δ´ Σταυροφορία ήταν καταστρεπτική για το Βυζάντιο. Και τα αποτελέσματά της ήταν μακράς διαρκείας. Μεταξύ άλλων, λειτούργησε ανασταλτικά στον γόνιμο διάλογο μεταξύ Βυζαντίου και Δύσεως, που αναπτυσσόταν σε όλη τη διάρκεια του 12ου αιώνα. Όχι ότι ο διάλογος σταμάτησε. Διεξαγόταν όμως κάτω από διαφορετικές και πιο αντίξοες συνθήκες.

Χρειάστηκαν πολλοί αιώνες και οι προσπάθειες πολλών φωτισμένων ανθρώπων, από όλες τις πλευρές, για να γεφυρωθεί το χάσμα, όπως το αποκαλεί ο Χωνιάτης, που άνοιξε στις αρχές του 13ου αιώνα. Καλό είναι, και χρήσιμο, να θυμάται κανείς όχι μόνο τις καταστροφές αλλά και τις γέφυρες και τους γεφυροποιούς, γιατί αυτοί είναι που φέρνουν την πρόοδο της ανθρωπότητας. Όπως όλα τα γεγονότα ιστορικής σημασίας, έτσι και η Δ’ Σταυροφορία αξίζει να μελετηθεί σε βάθος και από όλες τις πλευρές, με νηφαλιότητα και επιστημονική ακρίβεια.

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΥΤΙΚΟΥΣ

 

Η Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης

Ο νέος ηγεμόνας Ισαάκιος Β’ βρήκε τα ταμεία άδεια και γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις δεσμεύσεις του προς τους Σταυροφόρους. Διέταξε τότε να καταστραφούν εικόνες και αντικείμενα λατρείας, μόνο και μόνο για να πάρει τον χρυσό και τον άργυρο που περιείχαν. Ο λαός εξαγριώθηκε και θεώρησε ιεροσυλία την απόφαση αυτή του Αυτοκράτορα. Ο αυλικός Αλέξιος Δούκας, γνωστός και ως Μούρτζουφλος, εξαιτίας των πυκνών φρυδιών του, εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση. Τον ανέτρεψε και τον στραγγάλισε.

Ο Αλέξιος Δούκας ανέβηκε στο θρόνο ως Αλέξιος Ε’. Ο πρώην Αυτοκράτορας Ισαάκιος Β’ Άγγελος πέθανε ύστερα από λίγο, από φυσικά αίτια. Οι Σταυροφόροι και οι Βενετοί, χωρίς προστάτες πλέον σε μια εχθρική γι’ αυτούς περιοχή, βρέθηκαν προς στιγμή σε αμηχανία. Πάντως, στις 8 Απριλίου 1204 επιτέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για μια ακόμη φορά, προκειμένου να τιμωρήσουν τον δολοφόνο του Αλέξιου Δ’ Άγγελου. Ο Αλέξιος Ε’ αντέταξε ισχυρή άμυνα, με σύμμαχο τον άσχημο καιρό. Οι επιτιθέμενοι το θεώρησαν Θεϊκό σημάδι και θέλησαν να λύσουν την πολιορκία.

Οι καθολικοί κληρικοί που τους συνόδευαν κατόρθωσαν να τους πείσουν να παραμείνουν και να καταλάβουν την Πόλη, με τα επιχειρήματα ότι οι Βυζαντινοί είναι προδότες και δολοφόνοι επειδή σκότωσαν τον σεβαστό Αλέξιο Δ’ και ότι είναι χειρότεροι από τους Εβραίους. Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’, για μια ακόμη φορά, είχε διαμηνύσει στους Σταυροφόρους να μην επιτεθούν και να μην σκοτώσουν ούτε ένα Χριστιανό, αλλά και πάλι η σχετική επιστολή του απεκρύβη από τους Παπικούς απεσταλμένους.

Στις 12 Απριλίου 1204, οι Σταυροφόροι πραγματοποίησαν την τελική τους έφοδο κατά της Κωνσταντινούπολης, βοηθούμενοι και από τον καλό καιρό. Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Ε’ Μούρτζουφλος την είχε εγκαταλείψει κι έτσι την κατέλαβαν με σχετική ευκολία, παρά την αντίσταση της Αυτοκρατορικής φρουράς, που την αποτελούσαν οι Σκανδιναβοί Βάραγγοι. Για τρεις μέρες οι «Στρατιώτες του Χριστού» επιδόθηκαν σε παντός είδους βανδαλισμούς και φρικαλεότητες. Δεν δίστασαν να βεβηλώσουν ακόμη και ιερούς χώρους, ανεβάζοντας στον πατριαρχικό θρόνο μία πόρνη, σύμφωνα με τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη.

Όταν ο Πάπας έμαθε για τις βδελυρές πράξεις των Σταυροφόρων εξέφρασε την ντροπή και τον αποτροπιασμό του. Για τα επόμενα 59 χρόνια ο Ελλαδικός χώρος θα ζήσει υπό καθεστώς Φραγκοκρατίας. Η τάξη θα αποκατασταθεί το 1261, με την εκδίωξη των Λατίνων και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο.

 

Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΩΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (1204)

Στα τέλη του 12ου αιώνα η πολιτική ατμόσφαιρα στην Κωνσταντινούπολη ήταν βαριά. H παρουσία μεγάλου αριθμού Λατίνων –κάπου 80.000 συνολικά– που ήταν εγκατεστημένοι εκεί και απολάμβαναν τα ποικίλα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει κατά καιρούς οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες αποτελούσε πάντοτε πρόκληση για το γηγενή πληθυσμό.

H διείσδυση των δυτικών μετοίκων σε ποικίλους τομείς του δημόσιου βίου και η βαθμιαία επικράτησή τους στην οικονομική ζωή, οδηγούσαν σε αναπόφευκτη παρακμή την Αυτοκρατορία που όχι μόνο δεν ήταν πλέον σε θέση να απαλλαγεί απ την επικίνδυνη παρουσία και δραστηριότητά τους αλλά αντίθετα στήριζε στη δική τους συνδρομή την άμυνα και την επιβίωσή της. Tα προνόμια που είχε παραχωρήσει ο Αλέξιος ο A΄ ο Κομνηνός στους Βενετούς το 1082 είχαν αυξήσει υπέρμετρα τη δύναμή τους με αποτέλεσμα να γίνουν προκλητικοί και μισητοί.

H απόπειρα του διαδόχου του Ιωάννη του B΄ να τους περιορίσει είχε ως αποτέλεσμα την εχθρική δράση του Βενετικού στόλου στην Αδριατική, στο Ιόνιο και στο Αιγαίο (1122-1126), ενέργεια που ανάγκασε τον Αυτοκράτορα να προβεί στην ανανέωση των προνομίων τους. Oι σχέσεις του Βυζαντίου με τους Βενετούς έγιναν δυσχερέστερες εξαιτίας της επεκτατικής πολιτικής του Μανουήλ του A΄ του Κομνηνού στη Δύση.

Σε αντιστάθμισμα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας ενίσχυσε τη θέση των αντιπάλων τους Γενουατών, παραχωρώντας σε αυτούς ευρύτατα προνόμια (1155 και 1169), καθώς και των Πισατών ανανεώνοντας το 1170 τα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει ο Αλέξιος ο A΄. Tο 1171 οι διωγμοί των υπηκόων της Βενετίας στη Βυζαντινή επικράτεια προκάλεσαν την αντίδραση των Βενετών που εκδηλώθηκε με νέα επίθεση του Βενετικού στόλου κατά εδαφών της Αυτοκρατορίας.

Mε την πολιτική των παραχωρήσεων προνομίων προς τους Λατίνους η Ευρωπαϊκή οικονομία κατίσχυσε στη Βυζαντινή ανατολή και η Αυτοκρατορία παρέμεινε δέσμια των συμφερόντων της Δύσης.

Η Εξέγερση

H κρίση εκδηλώθηκε μετά το θάνατο του Μανουήλ. Κύριο σύμπτωμα υπήρξε η εξέγερση του λαού της Κωνσταντινούπολης κατά των Λατίνων και η εκτροπή της σε σφαγές, λεηλασίες και καταστροφές των περιουσιών τους (Μάιος 1182). Μέσα στη δίνη των πραγμάτων, ρυθμιστής της πολιτικής κατάστασης έγινε ο Ανδρόνικος ο A΄ που θέλοντας να εμποδίσει την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας ενστερνίστηκε το αντιλατινικό εθνικό αίσθημα του πληθυσμού.

H αντίδραση της Δύσης εκδηλώθηκε με την επιδρομή των Ούγγρων στη Βαλκανική το 1183 και με τη μεγάλη Νορμανδική επίθεση κατά του Βυζαντίου το 1185, που είχε ως αποτέλεσμα την άλωση της Θεσσαλονίκης και την απειλή της Κωνσταντινούπολης. Στην εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση που δημιουργήθηκε ο λαός της Βασιλεύουσας ξεσηκώθηκε εναντίον του Ανδρόνικου και τον κατακρεούργησε σφραγίζοντας με το αίμα τη δυναστεία των Κομνηνών. Στο θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Ισαάκιος ο B΄ ο Άγγελος, που επιδίωξε να αποκαταστήσει τις σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τους Λατίνους.

 

Mε τη συνθήκη του 1187 ανανεώνονται τα παλαιά προνόμια της Βενετίας που αναλαμβάνει την υποχρέωση να μη μετέχει σε συμμαχίες κατά του Βυζαντίου, αλλά αντίθετα να υποστηρίζει με ναυτικές δυνάμεις τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Βυζαντινών. Εξάλλου, παρά τα σοβαρότατα προβλήματα που δημιουργούσε η δράση Γενουατών και Πισατών πειρατών στις Ελληνικές θάλασσες, ο Ισαάκιος απεκατέστησε τις σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τη Γένουα και την Πίζα ανανεώνοντας τα προνόμια των δυο πόλεων το 1192.

Tο ίδιο έτος παραχωρήθηκε στη Ραγούσα δικαίωμα ελεύθερης εμπορίας στα εδάφη της Αυτοκρατορίας με πολιτικά και στρατιωτικά ανταλλάγματα. Mε τις διπλωματικές αυτές πράξεις οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες επιδίωκαν να εξασφαλίσουν την άμυνα και την επιβίωση της Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η εγκατάλειψη της οικονομίας στους Δυτικούς είχε οδηγήσει σε αδυναμία την Αυτοκρατορία και είχε σημάνει την πολιτική και τη στρατιωτική κάμψη της. H δυτική λύση του Βυζαντινού προβλήματος υπήρξε οδυνηρή και μοιραία.

 

Σύμμαχοι και Αντίπαλοι

Mε τη συνθήκη της Βενετίας του 1177 οι δυνάμεις της Ιταλικής χερσονήσου είχαν προσδιορίσει τις ζώνες επιρροής και είχαν αναγνωρίσει την υπεροχή της Βενετίας στην Αδριατική. Αλλά στα τέλη του αιώνα η κατάσταση ανατρέπεται απ την Ουγγροσερβική συμμαχία, που διευκόλυνε την απόσπαση της Δαλματικής ζώνης από τη Βενετία. Στον αντιβενετικό συνασπισμό εμπλέκονται η Πίζα και οι Νορμανδοί που σπεύδουν σε βοήθεια της Ζάρας και της Ραγούσας αντίστοιχα. H Πίζα υποκινεί, επίσης, κατά της Βενετίας την Αγκώνα και την Πόλα στην Ίστρια.

Σε αντιστάθμιση του δυσμενούς αυτού κλίματος στην Αδριατική η Βενετία προωθεί την αποκατάσταση των σχέσεων με το Βυζάντιο (σύμβαση του 1187), που ωστόσο αναπτύσσει αγαθές σχέσεις και με τους αντιπάλους της Βενετίας. Mε την ανατροπή του Ισαακίου και το σφετερισμό της αρχής από τον αδελφό του Αλέξιο τον Γ΄ (1195) η θέση της Βενετίας έγινε δυσχερέστερη παρά τη νέα Βενετοβυζαντινή συνθήκη του 1198 που ανανέωσε τα προνόμια των Βενετών και εγγυόταν την οικονομική ηγεμονία της Βενετίας στην Ανατολή.

Αλλά και το Βυζάντιο δεχόταν ισχυρές πιέσεις από τη Δύση που πήραν επικίνδυνη τροπή με τα επεκτατικά σχέδια του Γερμανού Αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ΄ που παράλληλα με τις εδαφικές αξιώσεις σε βάρος του Βυζαντίου πέτυχε την επιβολή βαρύτατου ετήσιου φόρου στην Αυτοκρατορία.

 

Η Θρησκευτικότητα και το Ιπποτικό Αίσθημα

Μέσα σε αυτή την ασφυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι πολύπλευρες ροπές και οι ανταγωνισμοί, εκδηλώθηκε η Δ΄ Σταυροφορία, «απερίσκεπτο και απρόβλεπτο όργανο λύσης ενός δράματος που είχε φτάσει στην τελευταία πράξη» (R. Cessi). H ιδέα της Σταυροφορίας ανήκε στον πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄ που πρόσφατα είχε ανέβει στο θρόνο του Αγίου Πέτρου (1198–1216) προσδίδοντας με την προσωπικότητα και τη δράση του αίγλη στη Δυτική Εκκλησία.

Χαρακτηριστικό της νέας Σταυροφορίας ήταν το διάχυτο πνεύμα θρησκευτικότητας, ανάμικτο με το ιπποτικό αίσθημα που πλαισίωναν έναν απροσδιόριστο και ασαφή στόχο. Oι ιερωμένοι κήρυκες της Σταυροφορίας διέσπειραν την ιδέα στη Δυτική Ευρώπη, ενώ την πρωτοβουλία για την κήρυξη του ιερού πολέμου ανέλαβε τελικά ο κόμης της Καμπανίας Θεοβάλδος ο Γ΄. Σε αυτόν ανέθεσαν αρχικά οι λοιποί φεουδάρχες την ηγεσία της εκστρατείας, ενώ μετά το θάνατό του (1202) ανέλαβε την ηγεσία ο μαρκήσιος του Μομφερράτου Βανιφάτιος.

Σύμφωνα με την απόφαση του συμβουλίου των φεουδαρχών που συμμετείχαν στην εκστρατεία, οι σταυροφόροι θα συγκεντρώνονταν στη Βενετία και από εκεί θα κατευθύνονταν κατά της Αιγύπτου ή της Συρίας. Tον Απρίλιο του 1201 οι εκπρόσωποι των Σταυροφόρων υπέγραψαν στη Βενετία τη σύμβαση της διαπεραίωσης του στρατεύματος στην Ανατολή. Oι Σταυροφόροι θα κατέβαλαν το ποσό των 85.000 μάρκων στους Βενετούς που αναλάμβαναν την υποχρέωση της μεταφοράς και της σίτησης των Σταυροφόρων για ένα έτος, παρέχοντας πενήντα γαλέρες και στρατιωτική δύναμη. Επιπρόσθετο όφελος για τη Βενετία θα ήταν η κατοχή του μισού των εδαφών που θα κατακτούσαν οι Σταυροφόροι.

Για το Θρόνο

Tο μεγαλύτερο μέρος των σταυροφορικών στρατευμάτων έφτασε καθυστερημένα και με αργό ρυθμό στη Βενετία το καλοκαίρι του 1202. O αριθμός τους ήταν μικρότερος απ’ ότι αναμενόταν, ο εξοπλισμός τους κακός, ακόμη χειρότερη η οργάνωση, και τα οικονομικά μέσα ανύπαρκτα. Κάποιοι από τους Σταυροφόρους είχαν έρθει σε επαφή με τον Αλέξιο, τον γιο του έκπτωτου Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ισαάκιου, που τους συνάντησε στη Βερόνα και ζήτησε τη βοήθειά τους με υπόσχεση ανταλλαγμάτων.

Ωστόσο, τα ποικίλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Σταυροφόροι είχαν φέρει στα πρόθυρα της διάλυσης την όλη επιχείρηση. H αδυναμία να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις προς τη Βενετία τους οδήγησε στη λύση της παροχής υπηρεσιών. Έτσι προσφέρθηκαν να βοηθήσουν τους Βενετούς στην ανακατάληψη της Δαλματικής πόλης Zάρα. Αποκλίνοντας από τον αρχικό σκοπό της με μία επιχείρηση εκτός προγράμματος η Σταυροφορία γινόταν όργανο της Βενετικής πολιτικής.

Tα σταυροφορικά στρατεύματα πολιόρκησαν τη Zάρα και την κατέλαβαν προκαλώντας αφάνταστη καταστροφή (Νοέμβριος 1202), επισύροντας τη δριμύτατη κατηγορία του Πάπα για την εκτροπή της ιερής εκστρατείας με τη χρήση των όπλων εναντίον χριστιανών και την καταστροφή Χριστιανικής γης. Ενώ βρισκόταν ακόμη στη Zάρα, τον Ιανουάριο του 1203 οι Σταυροφόροι συναντήθηκαν με τους απεσταλμένους του Αυτοκράτορα Φιλίππου του Σουηβού, γαμπρού του Ισαακίου του B΄, που ως μεσολαβητής του φυγάδα κουνιάδου του Αλεξίου Αγγέλου πρότεινε στους Σταυροφόρους να αναλάβουν δράση για την αποκατάσταση του Ισαακίου στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

O Αλέξιος πρόσφερε διακόσιες χιλιάδες αργυρά μάρκα και αναλάμβανε την υποχρέωση να συνδράμει τους Σταυροφόρους στις επιχειρήσεις τους στην Ανατολή, παρέχοντας εκστρατευτικό σώμα δέκα χιλιάδων ανδρών και να φροντίσει για την ένωση των Εκκλησιών. H πρόταση του Αλεξίου έγινε σε μια στιγμή που η επιχείρηση των Σταυροφόρων είχε φτάσει και πάλι σε κρίσιμο σημείο. Ορισμένοι παράγοντες είχαν ήδη αρχίσει να διαρρέουν προς διάφορες κατευθύνσεις.

H διαφωνία των Σταυροφόρων για το τι έπρεπε να γίνει, η αμφιβολία για την τήρηση των υποσχέσεων του Αλεξίου, η Παπική αποστροφή και καταδίκη της παρέκκλισης από τον αρχικό στόχο, η αδιαφορία των Βενετών για το μέλλον της εκστρατείας, όλα συντελούσαν σε μια αδράνεια. Τελικά, αποφασίστηκε η Σταυροφορία να συνεχίσει το δρόμο της, ενώ έμενε ανοιχτό το ενδεχόμενο της επίθεσης κατά της Κωνσταντινούπολης.

 

Η Αποκατάσταση της Τάξης

Oι δυνάμεις των Σταυροφόρων έφτασαν στην Κέρκυρα, που ανανεώθηκαν οι υποσχέσεις του Αλεξίου. Mε αφορμή τους διωγμούς των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Δάνδολος υποστήριξε ανοιχτά πλέον την ανάγκη της στρατιωτικής επέμβασης για την αποκατάσταση της τάξης και της νομιμότητας στη Βασιλεύουσα και στην Αυτοκρατορία. Στις 24 Μαΐου 1203 οι δυνάμεις των Σταυροφόρων απέπλευσαν από την Κέρκυρα με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη, που έφτασαν στα τέλη του Ιουνίου.

Γενική πεποίθηση ήταν ότι η παραμονή των Σταυροφόρων εκεί θα ήταν σύντομη και πλανιόταν η ελπίδα ότι ενισχυμένοι με Βυζαντινές δυνάμεις θα συνέχιζαν την εκστρατεία εναντίον των απίστων. Oι σιδερόφρακτοι στρατιώτες της Δύσης έμειναν έκθαμβοι από το θέαμα της Πόλης που αντίκρισαν. Ρίγος και συγκίνηση διαπέρασε τους μαχητές και δέος κατέλαβε τους πάντες. O χρονικογράφος ιππότης Γοδεφρίδος Βιλλεαρδουίνος, που μετείχε ο ίδιος στη Σταυροφορία, έκπληκτος και αυτός, δίνει σαφή εικόνα των εντυπώσεων και των συναισθημάτων των συμπολεμιστών του.

 

Η Επίτευξη του Στόχου

Μετά την απόρριψη των συμβιβαστικών προτάσεων απ τους Βυζαντινούς, οι Σταυροφόροι αποβιβάστηκαν, κατέλαβαν τις οχυρώσεις του Γαλατά που τις υπερασπίζονταν Πισάτες και άλλοι Λατίνοι και στις 17 Ιουλίου κατόρθωσαν να γίνουν κύριοι της Κωνσταντινούπολης. O σφετεριστής του θρόνου Αλέξιος ο Γ΄, παίρνοντας μαζί του τους θησαυρούς του ήταν δυνατό να αποκομίσει, διέφυγε μαζί με λίγους δικούς του ανθρώπους στη Δεβελτό . O λαός της Κωνσταντινούπολης έβγαλε από τη φυλακή τον τυφλό Ισαάκιο τον B΄, τον οδήγησε στο ανάκτορο των Βλαχερνών και τον αποκατέστησε στο θρόνο μαζί με το γιο του Αλέξιο τον Δ΄.

Όπως ήταν επόμενο, ο Ισαάκιος επικύρωσε με χρυσόβουλο όλες τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει απέναντι στους Σταυροφόρους ο Αλέξιος ο Δ΄. Mε την αποκατάσταση της νομιμότητας στην Κωνσταντινούπολη το έργο των Σταυροφόρων εκεί είχε ολοκληρωθεί. Kατά συνέπεια η εκστρατεία θα μπορούσε να συνεχίσει το δρόμο της προς την Ανατολή. Ωστόσο, αποφασίστηκε να παραμείνουν και να διαχειμάσουν τα σταυροφορικά στρατεύματα στη Βασιλεύουσα για να στηρίξουν το θρόνο.

 

Αντιπαραθέσεις

Παρ’ όλα αυτά, η τάξη δεν αποκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν φανερό ότι η Αυτοκρατορία ήταν δέσμια των Δυτικών, που φέρονταν με υπέρμετρη προκλητικότητα απέναντι στον πληθυσμό της Πόλης. H παλιά εχθρότητα των Βυζαντινών προς τους Λατίνους όχι μόνο δεν είχε καμφθεί αλλά αντίθετα πήρε νέες και επικίνδυνες διαστάσεις, ενώ οι Αυτοκράτορες για να προσεγγίσουν το λαό διαχώρισαν τη θέση τους από τους Λατίνους και ενίσχυσαν την λαϊκή αντίδραση κατά των Σταυροφόρων.

Μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη και που θεωρήθηκε έργο των Δυτικών προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. H αντιπαράθεση των δύο στοιχείων και οι μεταξύ τους ένοπλες συγκρούσεις ήταν καθημερινό φαινόμενο στην πρωτεύουσα. Την 1η Ιανουαρίου ο εξεγερμένος λαός επιχείρησε να πυρπολήσει το Βενετικό στόλο. Όλοι μέμφονταν τους Αυτοκράτορες για την αδυναμία τους να επιβάλουν την τάξη. Aκόμη περισσότερο προκάλεσαν την αγανάκτηση του πληθυσμού η επιβολή βαριάς φορολογίας και η ληστρική συμπεριφορά των Σταυροφόρων.

Μέσα στην έκρυθμη αυτή κατάσταση ο Αλέξιος ο Δούκας, γνωστός με το παρανόμι Μούρτζουφλος, εκθρόνισε και θανάτωσε τον Αλέξιο τον Δ΄ (ο Ισαάκιος είχε πεθάνει πριν από λίγο) και στέφθηκε Αυτοκράτορας. O Αλέξιος ο E΄ εκπροσωπούσε την αντιλατινική παράταξη και η επικράτησή του ανέτρεψε το καθεστώς των συμφωνιών που ίσχυαν με τους Σταυροφόρους. H παραμονή των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη είχε δημιουργήσει μία ιδιότυπη ψυχολογική κατάσταση και στις δύο πλευρές.

Oι Βυζαντινοί εύχονταν την απαλλαγή απ τη δυτική στρατιωτική παρουσία, ενώ οι Σταυροφόροι είχαν αρχίσει να οραματίζονται άλλες εξελίξεις. O πόλεμος θα έδινε την οριστική λύση στο πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί.

 

Κυρίαρχοι οι Σταυροφόροι

Στα τέλη του Mαρτίου του 1204 ο Βενετός δόγης Ερρίκος Δάνδολος συνυπέγραψε με τους ηγέτες των Σταυροφόρων την περίφημη συμφωνία για τη στρατιωτική επέμβαση και τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Partitio Imperii Romaniae) μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Μετά δύο ανεπιτυχείς επιθέσεις στις 9 και στις 12 Απριλίου οι Σταυροφόροι κατόρθωσαν να κάμψουν την αντίσταση των Βυζαντινών και να κυριεύσουν την Κωνσταντινούπολη με την επίθεση της 13 Απριλίου.

Eκείνες τις τραγικές για την Αυτοκρατορία στιγμές, ο Αλέξιος ο E΄ φάνηκε κατώτερος από τις περιστάσεις και προτίμησε τη φυγή, ενώ Αυτοκράτορας αναγορευόταν στην Αγία Σοφία ο Κωνσταντίνος Λάσκαρις, που η βασιλεία του δεν ήταν γραφτό να έχει διάρκεια. Σφαγές και λεηλασίες Κύριοι της Κωνσταντινούπολης οι Σταυροφόροι και οι συνεργάτες τους Βενετοί επέβαλαν το δίκαιο του κατακτητή. Oι σφαγές και η λεηλασία των δημόσιων κτιρίων και των ιδιωτικών κατοικιών ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο.

Άπληστοι και ακόρεστοι οι ιππότες της Δύσης επέπεσαν πάνω στα θαυμαστά πλούτη και τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει αιώνες πολιτισμού στη Βασιλεύουσα. Από τη φρικτή βεβήλωση και τη ληστρική μανία τους δεν γλίτωσαν ούτε οι ναοί και τα μοναστήρια. O υποκινητής της Σταυροφορίας, Πάπας IΙννοκέντιος ο Γ΄, καταδίκασε απερίφραστα τις σφαγές, τους αποτρόπαιους βιασμούς και τα αίσχη που διέπραξαν οι μαχητές του Χριστού, βάφοντας τα όπλα τους με αίμα Χριστιανικό , χωρίς να υπολογίζουν ούτε τη θρησκεία ούτε την ηλικία ούτε το φύλο των θυμάτων τους.

Mε πόνο ψυχής περιγράφει την τραγική μοίρα της Πόλης και των κατοίκων της ο Βυζαντινός ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης. H άλωση και η καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως προκάλεσαν δεινή εντύπωση σε όλη τη Χριστιανοσύνη. Κανείς δεν είχε υπολογίσει τι θα μπορούσε να συμβεί τέτοια καταστροφή. Πολύτιμοι θησαυροί, έργα τέχνης, ιερά κειμήλια και λείψανα αγίων διοχετεύθηκαν στη Δύση για να καλύψουν τη γυμνότητα των καθεδρικών ναών και των φεουδαρχικών ενδιαιτημάτων.

 

Οι Πολιτικές Συνέπειες

Πάνω στα ερείπια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι κατακτητές θεμελίωσαν το συγκρότημα των Λατινικών κρατών και προσπάθησαν να μεταφυτέψουν στην Ελληνική γη τους θεσμούς και τις αντιλήψεις της φεουδαρχικής Δύσης. Ορισμένα από τα κράτη αυτά υπήρξαν βραχύβια, ενώ άλλα είχαν μεγαλύτερη διάρκεια. Mε την κατάλυση της Βενετικής κυριαρχίας στα Ιόνια νησιά το 1797 (συνθήκη του Campo–Formio) εξαλείφθηκαν τα τελευταία κατάλοιπα των πολιτικών συνεπειών της Τέταρτης Σταυροφορίας. Στη Λατινική κατάκτηση οι Βυζαντινοί αντέταξαν τις δικές τους επιδιώξεις.

Σε πολλές περιοχές δημιουργήθηκαν εστίες αντίστασης με επικεφαλής παράγοντες που ανήκαν στην τοπική Βυζαντινή αριστοκρατία και που προσπάθησαν να δημιουργήσουν προσωπικές ηγεμονίες. Μονιμότερα και σπουδαιότερα για τον Ελληνισμό πολιτικά αποτελέσματα είχε η συγκρότηση των τριών κρατών –της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας και του Δεσποτάτου της Hπείρου– που δημιουργήθηκαν σε εδάφη της Βυζαντινής περιφέρειας που δεν είχαν καταληφθεί απ τους Δυτικούς. Εκεί διαφυλάχθηκε η Ελληνική ελευθερία και δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την επιδίωξη της αποκατάστασης της Αυτοκρατορίας.

 

Οριστική Άλωση και Λεηλασίες

Αφού οι Σταυροφόροι δέχθηκαν τους όρους αυτούς, άρχισαν την προσπάθειά τους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη με συνδυασμένες επιθέσεις από ξηρά και θάλασσα. Μια πρώτη επίθεση των Σταυροφόρων το πρωί της 9ης Απριλίου 1204 εναντίον του θαλάσσιου τείχους αποκρούστηκε. Στις 12 Απριλίου, όμως η επίθεση επαναλήφθηκε στο τείχος του Κεράτιου. Οι Βενετοί, που είχαν δέσει τις γαλέρες τους ανά δύο και τις είχαν υπερυψώσει με ξύλινες κατασκευές, τις οδήγησαν γεμάτες στρατό κατά των πύργων.

Μετά από σκληρή μάχη, το απόγευμα κατόρθωσαν να καταλάβουν δύο πύργους και να δημιουργήσουν πρώτα ένα άνοιγμα στα τείχη και να ανοίξουν τρεις πύλες από όπου άρχιζαν να εισχωρούν στην πόλη. Όταν νύχτωσε, οι Σταυροφόροι είχαν καταλάβει ένα μικρό μέρος της περιοχής κοντά στον Κεράτιο κόλπο. Η Βυζαντινή ηγεσία απέδειξε τότε πως δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις. Ο Αλέξιος Ε’ Μουρτζούφλος και πολλοί ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη από τις χερσαίες πύλες προς τη Θράκη.

Έτσι την επόμενη μέρα οι επιτιθέμενοι άρχισαν να προελαύνουν χωρίς να συναντήσουν ουσιαστική αντίσταση. Η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας «έπεσε αφού υπέστη την επίθεση αυτής της εγκληματικής και πειρατικής εκστρατείας που λέγεται Δ’ Σταυροφορία». Μετά την κατάληψη της πόλης, επί τρεις μέρες, οι Λατίνοι μεταχειρίστηκαν με φοβερή σκληρότητα, λεηλατώντας κάθε τι που είχε συγκεντρωθεί, δια μέσου των αιώνων, στην Κωνσταντινούπολη. Τίποτα δεν έμεινε σεβαστό: οι εκκλησίες, τα λείψανα, τα μνημεία τέχνης.

Οι ιππότες της Δύσης και οι στρατιώτες τους, καθώς και οι Λατίνοι μοναχοί και ηγούμενοι, έλαβαν και αυτοί μέρος στη λεηλασία. Ο Νικήτας Χωνιάτης, αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της πόλης, δίνει μια τρομακτική εικόνα της λεηλασίας, της βίας και της ερήμωσης που έφεραν οι Σταυροφόροι. Κατά τη διάρκεια των τριών ημερών λεηλασίας, χάθηκαν πολλά πολύτιμα έργα τέχνης, πολλές βιβλιοθήκες λαφυραγωγήθηκαν και πολλά χειρόγραφα καταστράφηκαν, ενώ η Αγία Σοφία λεηλατήθηκε ανελέητα.

Ο Βιλλεαρδουίνος παρατηρεί ότι «από την εποχή της δημιουργίας του κόσμου, ποτέ, σε καμία πόλη, δεν κατακτήθηκαν τόσα λάφυρα». Μετά από αυτή την Σταυροφορία, όλη η δυτική Ευρώπη κοσμήθηκε με τους θησαυρούς της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι περισσότερες από τις εκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης απέκτησαν μέρος από τα «ιερά λείψανα» της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων, που βρίσκονταν σε μοναστήρια της Γαλλίας, καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (1789).

Τα τέσσερα ορειχάλκινα άλογα που αποτελούσαν ένα από τα καλύτερα στολίδια του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκαν από τον Δάνδολο στην Βενετία, όπου και διακοσμούν σήμερα την εξώθυρα του καθεδρικού ναού του Αγίου Μάρκου.

 

Η Έφοδος η Κατάληψη και η Λεηλασία της Πόλης

Οι προετοιμασίες στις οποίες επιδίδονταν επί αρκετές εβδομάδες οι ηγέτες, συμπληρώθηκαν στις 8 Απριλίου και η εν λόγω ημέρα επιλέχθηκε για έφοδο κατά της πόλης. Μια αξιοσημείωτη αλλαγή είχε επέλθει στο σχέδιο που είχε ακολουθηθεί πριν από εννέα μήνες. Αντί να επιτεθούν ταυτόχρονα σε ένα τμήμα των χερσαίων τειχών και σε ένα τμήμα των τειχών του λιμανιού, οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι κατηύθυναν τις προσπάθειές τους κατά των αμυντικών έργων στην περιοχή του λιμανιού. Τα άλογα επιβιβάστηκαν για μια ακόμα φορά στα φορτηγά.

Η γραμμή της επίθεσης σχηματίστηκε. Μπροστά τοποθετήθηκαν τα φορτηγά και οι γαλέρες, ενώ τα μεταγωγικά έλαβαν θέση πιο πίσω και ανάμεσα στα φορτηγά και τις γαλέρες εναλλακτικά. Το συνολικό μέτωπο των επιτιθεμένων ξεπερνούσε τη μισή λεύγα και εκτεινόταν από τις Βλαχέρνες μέχρι πέρα από το Πέτριον. Η σκηνή του Αυτοκράτορα είχε στηθεί λίγο πέρα από το Πέτριον, σε ένα σημείο απ’ όπου μπορούσε να δει τα πλοία όταν έφταναν ακριβώς κάτω από τα τείχη. Μπροστά του βρισκόταν η περιοχή που είχε καταστραφεί από τη φωτιά.

Το πρωί της 9ης του μηνός, τα πλοία, παρατεταγμένα με τον τρόπο που αναφέραμε προηγουμένως, πέρασαν από το βόρειο στο νότιο τμήμα του λιμανιού. Οι Σταυροφόροι αποβιβάστηκαν σε πολλά σημεία κι επιτέθηκαν από μια στενή λωρίδα εδάφους ανάμεσα στα τείχη και τη θάλασσα. Τότε άρχισε μια τρομερή έφοδος κατά μήκος ολόκληρης της γραμμής αντιπαράθεσης. Υπό τους ήχους των Αυτοκρατορικών σαλπίγγων και τυμπάνων, οι επιτιθέμενοι επιχείρησαν να υπονομεύσουν τα τείχη, ενώ ταυτόχρονα κατηύθυναν κατά των υπερασπιστών τους μια συνεχή καταιγίδα μικρών και μεγάλων βελών και λίθων.

Τα πλοία είχαν καλυφθεί με σανίδες και δέρματα, ώστε να προστατεύονται από τους λίθους που εκτόξευαν οι αμυνόμενοι και από το περίφημο Ελληνικό πυρ και προστατευόμενα με αυτό τον τρόπο, κατευθύνθηκαν θαρραλέα προς τα τείχη. Τα μεταγωγικά προωθήθηκαν σύντομα στην πρώτη γραμμή και πλησίασαν τόσο πολύ στα τείχη, ώστε οι επιτιθέμενοι από τις πλευρικές θύρες ξεχύθηκαν για μια ακόμα φορά από τα πλοία και συνεπλάκησαν με τους υπερασπιστές των τειχών και των πύργων. Η επίθεση έλαβε χώραν σε περισσότερα από εκατό σημεία μέχρι το μεσημέρι ή κατά τον Χωνιάτη μέχρι το απόγευμα.

Και οι δύο πλευρές πολέμησαν αποφασιστικά. Οι εισβολείς αποκρούστηκαν. Όσοι είχαν αποβιβαστεί, απωθήθηκαν και δεν μπόρεσαν να παραμείνουν στην ακτή κάτω από το χείμαρρο των λίθων που τους έπληττε. Οι επιτιθέμενοι είχαν μεγαλύτερες απώλειες από τους αμυνόμενους. Η ανύψωση των τειχών είχε καταστήσει την κατάληψή τους δυσκολότερη απ’ ότι κατά την προηγούμενη επίθεση. Πριν νυχτώσει, ένα μέρος των πλοίων είχε αποσυρθεί σε απόσταση εκτός του βεληνεκούς των καταπελτών, ενώ μερικά άλλα παρέμειναν αγκυροβολημένα και συνέχισαν να βάλλουν κατά των υπερασπιστών των τειχών. Η επίθεση της πρώτης ημέρας είχε αποτύχει.

Οι ηγέτες των Σταυροφόρων και των Ενετών απέσυραν τις δυνάμεις τους στην πλευρά του Γαλατά. Η έφοδος είχε αποτύχει και ήταν αναγκαίο να προσδιορίσουν το επόμενο βήμα τους. Το ίδιο βράδυ συνεκλήθη βιαστικά ένα συμβούλιο. Ενόψει της ήττας, οι παλαιές διαφορές επανήλθαν, για μια ακόμα φορά, στην επιφάνεια. Μερικοί συμβούλευσαν να γίνει η επόμενη επίθεση κατά των τειχών της πλευράς του Μαρμαρά, που δεν ήταν τόσο ισχυρά όσο εκείνα που έβλεπαν προς τον Κεράτιο. Ωστόσο, οι Ενετοί διετύπωσαν αμέσως μια αντίρρηση, που όποιος γνώριζε την Κωνσταντινούπολη θα παραδεχόταν αμέσως ότι ήταν αναμφισβήτητη.

Από εκείνη την πλευρά, το ρεύμα είναι πάντα τόσο ισχυρό, ώστε να μην επιτρέπει στα σκάφη να αγκυροβολήσουν με οποιοδήποτε βαθμό σταθερότητας ή ακόμα και ασφαλείας. Η οργή του Βιλλεαρδουίνου στην εν λόγω εισήγηση, δείχνει πόσο ισχυρή εξακολουθούσε να είναι η αντίθεση. Υπήρχαν μερικοί, γράφει ο τελευταίος, οι οποίοι θα χαίρονταν πολύ αν το ρεύμα ή ο άνεμος -ή οτιδήποτε άλλο – διεσκόρπιζε τα σκάφη, αρκεί οι ίδιοι να είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και να είχαν τραβήξει το δρόμο τους.

Τελικά, αποφασίστηκε ότι οι δύο επόμενες ημέρες, η 10η και η 11η του μηνός, θα αφιερώνονταν στην επιδιόρθωση των ζημιών που είχαν υποστεί και ότι μια δεύτερη επίθεση θα πραγματοποιείτο στις 12. Η παραμονή ήταν Κυριακή και ο Βονιφάτιος και ο Δάνδολος εκμεταλλεύτηκαν αυτή την ευκαιρία, προκειμένου να καταπραΰνουν τη δυσαρέσκεια στους κόλπους του στρατεύματος. Για μια ακόμα φορά, όπως και στην Κέρκυρα και πριν από την πρώτη επίθεση κατά της πόλης, οι επίσκοποι και οι ηγούμενοι, επιδόθηκαν σε κηρύγματα κατά των Ελλήνων.

Οι τελευταίοι, διεκήρυτταν ότι ο πόλεμος ήταν δίκαιος, γιατί ο Μούρτζουφλος ήταν προδότης και δολοφόνος και πιο άνομος από τον Ιούδα, ότι οι Έλληνες είχαν παρακούσει τη Ρώμη και ήταν ένοχοι για το σχίσμα, επειδή αρνούνταν να αναγνωρίσουν την πρωτοκαθεδρία του Πάπα και ότι ο Ιννοκέντιος επιθυμούσε την ένωση των δύο Εκκλησιών. Θεωρούσαν την ήττα ως τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες των Σταυροφόρων. Οι πόρνες διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο και για μεγαλύτερη σιγουριά επιβιβάστηκαν σε πλοία και στάλθηκαν μακριά.

Οι ιερωμένοι εξομολόγησαν τους στρατιώτες, τους χορήγησαν τη Θεία Μετάληψη και εν γένει έπραξαν ό,τι μπορούσαν για να καθησυχάσουν τους δυσαρεστημένους και να τους απασχολήσουν μέχρι την επίθεση της επομένης. Στο μεταξύ οι πολεμιστές επισκεύαζαν με γοργό ρυθμό τα πλοία και τις πολεμικές μηχανές τους. Μια μικρή, αλλά καθόλου ασήμαντη αλλαγή τακτικής είχε επέλθει, σε σχέση με την έφοδο της 9ης του μηνός. Κάθε σκάφος, είχε ταχθεί απέναντι από ένα ξεχωριστό πύργο.

Ο αριθμός των ανδρών που μπορούσαν να πολεμήσουν από τις εξέδρες που αναπτύσσονταν από την κορυφή, είχε διαπιστωθεί ότι δεν επαρκούσε για να αντισταθεί στα πλήγματα των υπερασπιστών της πόλης. Σύμφωνα με το τροποποιημένο σχέδιο, δύο σκάφη θα στρέφονταν κατά καθενός από τους πύργους που θα δέχονταν επίθεση, ούτως ώστε να συγκεντρωθεί μεγαλύτερη δύναμη εναντίον καθενός πύργου. Παράλληλα, το μέτωπο επίθεσης ίσως ήταν ουσιωδώς βραχύτερο από εκείνο της πρώτης εφόδου. Το πρωί της Δευτέρας 12 του μηνός, πραγματοποιήθηκε η δεύτερη έφοδος.

Η σκηνή του αυτοκράτορα είχε τοποθετηθεί κοντά στη μονή του Παντεπόπτου, μια από τις πολλές που υπήρχαν στην περιοχή του Πετρίου, η οποία εκτεινόταν κατά μήκος του Κερατίου από το ανάκτορο των Βλαχερνών, περίπου στο ένα τέταρτο του όλου μήκους του κόλπου. Από εκείνη τη θέση, ο Βυζαντινός ηγεμόνας μπορούσε να δει όλες τις κινήσεις του στόλου. Τα τείχη ήταν γεμάτα από άνδρες που ήταν πάλι έτοιμοι να πολεμήσουν υπό τα όμματα του Αυτοκράτορα. Η έφοδος άρχισε την αυγή και συνεχίστηκε με τη μεγαλύτερη αγριότητα.

Και ο τελευταίος διαθέσιμος Σταυροφόρος κι Ενετός έλαβε μέρος σε αυτή. Κάθε μικρή ομάδα πλοίων είχε το δικό της τμήμα των τειχών με τους πύργους του όπου έπρεπε να επιτεθεί. Στην αρχή της ημέρας, οι πολιορκητές πραγματοποίησαν μικρή πρόοδο, αλλά σηκώθηκε ένας ισχυρός βόρειος άνεμος ο οποίος επέτρεψε στα σκάφη να πλησιάσουν στην ξηρά περισσότερο από πριν. Δύο από τα μεταγωγικά, το «Πίλγκριμ» και το «Πάρβις», που δεν ήταν προσδεδεμένα μαζί, κατάφεραν να στηρίξουν μια από τις σκαλωσιές τους σε ένα πύργο στο Πέτριον, απέναντι από τη θέση που κατείχε ο Αυτοκράτορας.

Ένας Ενετός κι ένας Γάλλος ιππότης, ο Αντρέ ντ’ Υρμπουάζ όρμησαν αμέσως και κατάφεραν να καταλάβουν μια θέση στα τείχη. Αμέσως τους ακολούθησαν και άλλοι, οι οποίοι πολεμούσαν τόσο καλά, ώστε οι υπερασπιστές του πύργου φονεύτηκαν ή τράπηκαν σε φυγή. Το συμβάν έδωσε νέο θάρρος στους εισβολείς. Οι ιππότες που ήταν στα μεταγωγικά, μόλις είδαν τι είχε συμβεί, πήδησαν στην ακτή, στήριξαν τις σκάλες τους στο τείχος και σε σύντομο χρονικό κατέλαβαν τέσσερεις πύργους.

Εκείνοι που επέβαιναν στα πλοία συγκέντρωσαν τις προσπάθειές τους στις πύλες, παραβίασαν τρεις από αυτές και εισέβαλαν στην πόλη, ενώ οι άλλοι αποβίβαζαν τα άλογά τους από τα μεταγωγικά. Μόλις σχηματίστηκε ένας λόχος ιπποτών, εισέβαλαν στην πόλη μέσα από μια από αυτές τις πύλες και κατευθήνθηκαν κατά του στρατοπέδου του Αυτοκράτορα. Ο Μούρτζουφλος είχε συγκεντρώσει τα στρατεύματά του μπροστά από τις σκηνές του, αλλά εκείνα ήταν ασυνήθιστα στην αντιπαράθεση με άνδρες με βαριά πανοπλία και μετά από μια αρκετά πεισματώδη αντίσταση, οι Αυτοκρατορικές δυνάμεις τράπηκαν σε φυγή.

Ο Αυτοκράτορας, γράφει ο Χωνιάτης, ο οποίος δεν έχει κανένα λόγο να τον περιβάλει με αβάσιμους επαίνους, γιατί ο τελευταίος του είχε αφαιρέσει το αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη, έκανε ό,τι μπορούσε για να συγκεντρώσει τα στρατεύματά του, αλλά μάταια και υποχρεώθηκε να υποχωρήσει στα ανάκτορα του Βουκολέοντα. Ο αριθμός των τραυματιών και των νεκρών ήταν «sans fin et sans mesure» (Χωρίς τέλος και χωρίς μέτρο). Άρχισε μια σφαγή χωρίς διάκριση. Οι εισβολείς δεν λυπούνταν ούτε τις γυναίκες και τους γέροντες.

Προκειμένου να εξασφαλίσουν τη θέση τους, έβαλαν φωτιά στο τμήμα της πόλης που βρισκόταν στα ανατολικά τους και πυρπόλησαν τα πάντα ανάμεσα στη μονή της Ευεργέτιδος και τη συνοικία που ήταν γνωστή ως Δρουγγάριος. Η πυρκαγιά, η οποία διήρκεσε όλη τη νύχτα και μέχρι το επόμενο βράδυ, ήταν τόσο εκτεταμένη ώστε, σύμφωνα με το Μαρεσάλο, κάηκαν περισσότερα οικήματα από όσα είχαν οι τρεις μεγαλύτερες πόλεις της Γαλλίας μαζί. Οι σκηνές του Αυτοκράτορα και το Αυτοκρατορικό ανάκτορο των Βλαχερνών λεηλατήθηκαν και οι κατακτητές εγκατέστησαν το στρατηγείο τους στο ίδιο σημείο στον Παντεπόπτη.

Ήταν βράδυ και ήδη αργά όταν οι Σταυροφόροι εισήλθαν στην πόλη και ήταν αδύνατο γι’ αυτούς να συνεχίσουν το έργο της καταστροφής στη διάρκεια της νύχτας. Ως εκ τούτου, κατασκήνωσαν κοντά στα τείχη και τους πύργους που είχαν καταλάβει. Ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας διανυκτέρευσε στην πορφυρή σκηνή του Αυτοκράτορα, ο αδελφός του, Ερρίκος, μπροστά από το ανάκτορο των Βλαχερνών και ο Βονιφάτιος στην άλλη πλευρά των Αυτοκρατορικών σκηνών, στην καρδιά της πόλης.

Η πόλη είχε ήδη καταληφθεί. Οι κάτοικοι είχαν επιτέλους ξυπνήσει από το όνειρο της ασφάλειας στο οποίο τους είχαν ρίξει δεκαεπτά αποτυχημένες απόπειρες κατάληψης της Νέας Ρώμης. Όλα τα μάγια, παγανιστικά και Χριστιανικά είχαν αποβεί μάταια. Η νάρκη στην οποία είχε βυθίσει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού η κατοχή αναρίθμητων ιερών κειμηλίων και η βεβαιότητα ότι απολάμβαναν της προστασίας μιας στρατιάς αγίων και μαρτύρων είχε διαλυθεί βίαια.

Η Παναγία των Βλαχερνών με το κειμήλιο του Χιτώνα της Παρθένου, τα αμέτρητα κεφάλια, χέρια, σώματα και ενδύματα αγίων και τεμάχια Τιμίου Ξύλου δεν αποδείχτηκαν περισσότερο χρήσιμα από το Παλλάδιο που ήταν τότε, όπως και τώρα, θαμμένο κάτω από το μεγάλο κίονα που είχε κατασκευάσει ο Κωνσταντίνος. Η βίαιη ορμή των Δυτικών είχε αγνοήσει τα φυλακτά της Ελληνικής Εκκλησίας τόσο ολοκληρωτικά, όσο κι εκείνα του παγανισμού. Μάταια εκείνοι που πίστευαν στη δύναμη αυτών των φυλακτών, είχαν καταστρέψει στη διάρκεια της πολιορκίας τα αγάλματα που πίστευαν ότι ήταν φορείς κακοτυχίας.

Οι εισβολείς ήταν εξίσου προληπτικοί, με τη διαφορά πως δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι εκείνοι τους οποίους θεωρούσαν σχισματικούς, θα μπορούσαν να έχουν την προστασία της επουράνιας ιεραρχίας ή να θεωρούνται ως νόμιμοι κάτοχοι τόσων ιερών κειμηλίων. Τη νύχτα μετά την άλωση, η Χρυσή Πύλη, η οποία βρισκόταν στα προς την πλευρά του Μαρμαρά χερσαία τείχη, είχε ανοίξει και το πανικόβλητο πλήθος συνωθείτο, επιζητώντας να αποδράσει από την καταληφθείσα πόλη. Άλλοι, προσπαθούσαν να θάψουν τους θησαυρούς τους.

Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, έχοντας καταληφθεί από πανικό ή διαπιστώνοντας ότι τα πάντα είχαν χαθεί -όπως πραγματικά είχαν χαθεί μόλις οι επιτιθέμενοι είχαν καταφέρει να αναρριχηθούν στα τείχη- απέδρασε από την πόλη. Ο Μούρτζουφλος απέδρασε επίσης από τη Χρυσή Πύλη παίρνοντας μαζί του τη χήρα του Αλέξιου, Ευφροσύνη. Ωστόσο, ο γενναίος Θεόδωρος Λάσκαρις αποφάσισε να κάνει μια ακόμα προσπάθεια. Η έκκληση που απηύθυνε στο λαό ήταν μάταιη. Όσοι δεν είχαν πανικοβληθεί, έδειχναν να είναι αδιάφοροι. Μερικοί τουλάχιστον, φαίνονταν να ονειρεύονται μια απλή αλλαγή ηγεμόνων, όπως οι πολλές που είχαν δει οι περισσότεροι από εκείνους.

Ο Θεόδωρος έστρεφε την προσοχή του προς τη φρουρά των Βαράγγων αλλά, πριν καταβληθεί οποιαδήποτε προσπάθεια αναδιοργάνωσής της, ο εχθρός ήταν ενόψει και ο Θεόδωρος υποχρεώθηκε να αποδράσει και ο ίδιος. Κατά τα λεγόμενα του Μαρεσάλου, οι Σταυροφόροι πίστευαν ότι θα ακολουθούσε άλλη μια ημέρα μάχης και δεν είχαν πληροφορηθεί τα της φυγής του Μούρτζουφλου. Προς έκπληξή τους, δεν συνάντησαν αντίσταση. Η ημέρα αναλώθηκε στην επιβολή της εξουσίας τους επί της αλωθείσας πόλης.

Τα Βυζαντινά στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένων και των Βαράγγων, κατέθεσαν τα όπλα αφού έλαβαν διαβεβαιώσεις περί της προσωπικής ασφαλείας τους. Οι Ιταλοί που είχαν εκδιωχθεί, εκμεταλλεύτηκαν την είσοδο των φίλων τους και φαίνεται ότι προέβησαν σε αντίποινα σε βάρος του πληθυσμού για την απέλασή τους. Κατά τα γραφόμενα του Γκούντερ, φονεύτηκαν δύο χιλιάδες κάτοικοι, οι περισσότεροι από τους οποίους έπεσαν θύματα των Ιταλών που είχαν επιστρέψει.

Καθώς οι νικητές Σταυροφόροι διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης, οι γυναίκες, οι γέροντες και τα παιδιά, που δεν είχαν μπορέσει να δραπετεύσουν, τους υποδέχτηκαν σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού με τους δείκτες των δύο χεριών τους και ζητωκραυγάζοντας το μαρκήσιο του Μομφερρά ως βασιλιά, ενώ μια βιαστικά συγκροτημένη πομπή, με επικεφαλής το Σταυρό και τα ιερά κειμήλια του Χριστού, επιφύλαξε στον τελευταίο θριαμβευτική υποδοχή. Ο λαός τον γνώριζε ως προστάτη του Αλέξιου.

Πέραν εκείνων οι οποίοι εξακολουθούσαν να πιστεύουν, ότι η μοναδική αλλαγή που επρόκειτο να επέλθει, θα ήταν εκείνη του ηγεμόνα, υπήρχαν ορισμένοι που ήταν οπαδοί του Αλέξιου και που πίστευαν ότι, ως εκ τούτου, είχαν δικαίωμα στην εύνοια ή τουλάχιστον στην ανοχή του Βονιφάτιου. Έτσι, ήταν φυσικό να τον ζητωκραυγάζουν ως βασιλιά. Ο μαρκήσιος είχε οδηγήσει το απόσπασμά του κατά μήκος της ακτής του Κερατίου, γύρω από το ανάκτορο του Βουκολέοντα. Οι κατακτητές το περικύκλωσαν.

Οι κυρίες της Αυλής, συμπεριλαμβανόμενης μιας, η οποία ήταν αδελφή του βασιλιά της Γαλλίας και μιας άλλης, που ήταν αδελφή του βασιλιά της Ουγγαρίας, είχαν καταφύγει στο κάστρο των ανακτόρων μετά την κατάληψη της πόλης. Ενώ ο Βονιφάτιος καταλάμβανε το Βουκολέοντα, ο αδελφός του Βαλδουίνου, Ερρίκος, κατέλαβε τις Βλαχέρνες. Στη συνέχεια, άρχισε η λεηλασία της πόλης. Το Αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο και ο ναύσταθμος τέθηκαν υπό φρούρηση, αλλά, με εξαίρεση αυτά τα δύο, οι στρατιώτες και οι ναύτες είχαν δικαίωμα να λαφυραγωγήσουν ό,τι ήθελαν χωρίς διάκριση.

Ποτέ στην Ευρώπη δεν είχε πραγματοποιηθεί μια τόσο συστηματική και ανελέητη λεηλασία. Ποτέ ο στρατός ενός Χριστιανικού κράτους δεν είχε λεηλατήσει μια πόλη με τόσο βάρβαρο τρόπο, όσο εκείνος με τον οποίο λεηλάτησαν την πόλη εκείνοι οι στρατιώτες του Χριστού, που είχαν ορκιστεί να παραμείνουν αγνοί, είχαν υποσχεθεί ενώπιον του Θεού να μη χύσουν Χριστιανικό αίμα κι έφεραν πάνω τους το έμβλημα του Πρίγκιπα της Ειρήνης. Περιγράφοντας τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Σταυροφόροι, ο Χωνιάτης γράφει με οργή:

«Πήρατε το Σταυρό και ορκιστήκατε πάνω σ’ αυτόν και στα ιερά ευαγγέλια, ότι θα περνούσατε από την επικράτεια των Χριστιανών χωρίς να χύσετε αίμα και χωρίς να στραφείτε προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Μας είπατε ότι είχατε πάρει τα όπλα μόνο εναντίον των Σαρακηνών και θα πνίγατε μόνο εκείνους στο αίμα τους. Υποσχεθήκατε να παραμείνετε αγνοί ενόσω φέρατε το Σταυρό, όπως άρμοζε σε στρατιώτες που υπηρετούν τη σημαία του Χριστού. Αντί να υπερασπιστείτε τον τάφο Του, βιαιοπραγήσατε σε βάρος των πιστών που είναι μέλη του. Φερθήκατε στους χριστιανούς χειρότερα απ’ ότι οι Άραβες φέρονται στους Λατίνους γιατί οι τελευταίοι, σέβονται τουλάχιστον τις γυναίκες».

Τεράστιοι θησαυροί βρέθηκαν στα Αυτοκρατορικά ανάκτορα, καθώς και σε εκείνα των ευγενών. Κάθε βαρόνος κατέλαβε ένα κάστρο ή ανάκτορο που του παραχωρήθηκε και τοποθέτησε μια φρουρά στο θησαυρό που βρήκε εκεί. «Ποτέ από τη δημιουργία του κόσμου», γράφει ο Μαρεσάλος, «δεν υπήρξαν τόσα πολλά λάφυρα σε μια πόλη. Καθένας πήρε το σπίτι που του άρεσε και υπήρχαν αρκετά για όλους. Εκείνοι που ήταν φτωχοί, βρέθηκαν ξαφνικά να είναι πλούσιοι. Κατελήφθησαν τεράστιες ποσότητες χρυσού και αργύρου, επίχρυσων σκευών και πολύτιμων λίθων, μεταξωτών και σατέν, γουναρικών και κάθε είδους πλούτου που βρίσκεται επί της γης».

Η λεηλασία της πλουσιότερης πόλης της Χριστιανοσύνης, που ήταν το δέλεαρ που είχε προσφερθεί στους Σταυροφόρους, προκειμένου να παραβούν τους όρκους τους, πραγματοποιήθηκε υπό το πνεύμα ανθρώπων οι οποίοι, έχοντας άπαξ παραβεί τις δεσμεύσεις τους, καθίστανται πλέον αχαλίνωτοι. Άπαξ και εγκατέλειψαν την αποχή και την αγνότητά τους, οι τελευταίοι επιδόθηκαν σε κάθε είδους όργια. Ο Έλληνας αυτόπτης μάρτυρας συμπληρώνει την εικόνα του Βιλλεαρδουίνου.

Η λαγνεία των στρατιωτών δεν φείσθηκε ούτε των κοριτσιών ούτε των αφιερωμένων στο Θεό παρθένων. Η βία και η ακολασία ήταν παρούσες παντού. Οι κραυγές, οι θρήνοι και τα βογγητά των θυμάτων αντηχούσαν σε ολόκληρη την πόλη και παντού η λεηλασία ήταν απεριόριστη και η λαγνεία αχαλίνωτη. Η πόλη είχε περιέλθει σε χάος. Ευγενείς, γέροντες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν εδώ κι εκεί προσπαθώντας να σώσουν τον πλούτο, την τιμή και τη ζωή τους. Ιππότες, πεζικάριοι και Ενετοί ναύτες ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλο σε ένα τρελό αγώνα λεηλασίας.

Οι απειλές κακοποίησης και οι υποσχέσεις ασφάλειας, αν αποκαλύπτονταν τα σημεία απόκρυψης των θησαυρών, αναμειγνύονταν με τις κραυγές των βασανιζομένων. Αυτοί οι ευσεβείς ληστές, όπως τους αποκαλεί προσφυώς ο Γκούντερ, ενεργούσαν σαν να είχαν άδεια να διαπράξουν οποιοδήποτε έγκλημα. Κράδαιναν τα ξίφη τους και λεηλατούσαν κατοικίες κι εκκλησίες. Η θρησκεία των ηττημένων υφίστατο κάθε είδους προσβολή. Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια ήταν τα μέρη όπου είχαν εναποτεθεί τα μεγαλύτερα πλούτη και ως εκ τούτου, τα πρώτα που λεηλατήθηκαν. Οι μοναχοί και οι ιερωμένοι υπέστησαν προσβλητική μεταχείριση.

Οι Σταυροφόροι τοποθετούσαν τα άμφια των ιερέων στις ράχες των αλόγων τους. Οι εικόνες αποσπώνταν ανελέητα από τα πλαίσιά τους ή θρυμματίζονταν. Τα ιερά οικήματα διερευνήθηκαν επιμελώς για τα ιερά κειμήλια ή τις πολύτιμες σαρκοφάγους τους. Τα δισκοπότηρα απογυμνώθηκαν από τους πολύτιμους λίθους τους και μεταβλήθηκαν σε κρασοπότηρα. Οι ιεροί δίσκοι γέμισαν με λάφυρα. Τα καλύμματα των Αγίων Τραπεζών και τα χρυσοκέντητα και πλούσια διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους παραπετάσματα αποσπάστηκαν από τις θέσεις τους, τεμαχίστηκαν και διαμοιράστηκαν μεταξύ των στρατευμάτων ή καταστράφηκαν για χάρη του χρυσού και του αργύρου με τον οποίο είχαν κεντηθεί.

Οι Άγιες Τράπεζες της Αγίας Σοφίας, που τις θαύμαζε όλη η οικουμένη, τεμαχίστηκαν, προκειμένου να προσποριστούν οι Σταυροφόροι τα πολύτιμα υλικά τους. Άλογα και μουλάρια οδηγήθηκαν στο ναό για να μεταφέρουν τα φορτία των ιερών σκευών, των χρυσών και αργυρών πλακών του θρόνου, των αμβώνων και των θυρών και των όμορφων διακοσμήσεών του. Οι στρατιώτες βεβήλωσαν το μέγιστο ναό της Χριστιανοσύνης. Μια πόρνη κάθισε στην πατριαρχική καθέδρα και χόρευε και τραγουδούσε ένα άσεμνο τραγούδι προς τέρψη των στρατιωτών.

Αναφερόμενος στη βεβήλωση του Μεγάλου Ναού, ο Χωνιάτης ομιλεί με απέραντη οργή για τους βαρβάρους οι οποίοι ήταν ανίκανοι να εκτιμήσουν και ως εκ τούτου, να σεβαστούν την ομορφιά της. Για εκείνον η Αγία Σοφία ήταν «ένας επίγειος παράδεισος, ένας Θρόνος Θείας Μεγαλοπρέπειας, μια εικόνα του απείρου που είχε δημιουργήσει ο Παντοδύναμος». Η λεηλασία του ίδιου ναού το 1453 εκ μέρους του Μωάμεθ Β’, δεν ήταν τόσο εκτεταμένη όσο εκείνη εκ μέρους των Σταυροφόρων το 1204.

Η λεηλασία της πόλης συνεχίστηκε επί τρεις ημέρες μετά από την άλωσή της. Οι ηγέτες του στρατού εξέδωσαν, πιθανώς την τρίτη ημέρα, μια διαταγή για την προστασία των γυναικών. Τρεις επίσκοποι είχαν εξαγγείλει τον αφορισμό όλων όσοι θα λεηλατούσαν κάποιο ναό ή μοναστήρι. Ωστόσο, πέρασαν πολλές ημέρες ώσπου να καταστεί δυνατό να επανέλθει ο στρατός στην προηγούμενη πειθαρχία του. Ανακοινώθηκε σε όλο το στρατό ότι τα λάφυρα θα συγκεντρώνονταν, προκειμένου να διαμοιραστούν δίκαια στους κατακτητές.

Τρεις ναοί επιλέχθηκαν ως αποθήκες και έμπιστοι φρουροί των Ενετών και των Σταυροφόρων τοποθετήθηκαν, προκειμένου να φυλάσσουν τα όσα μεταφέρονταν εκεί. Ωστόσο, πολλοί απέκρυψαν πολλά από όσα είχαν κλέψει. Χρειάστηκε να εφαρμοστούν σκληρά μέτρα, προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη. Πολλοί Σταυροφόροι απαγχονίστηκαν. Ο κόμης του Σαιν Πολ απαγχόνισε έναν από τους ιππότες του με την ασπίδα του κρεμασμένη γύρω από το λαιμό του, επειδή δεν απέδωσε τα όσα είχε κλέψει.

Ένας συγγραφέας της εποχής, ο συνεχιστής της ιστορίας του Γουλιέλμου της Τύρου, αντιπαραθέτει πειστικά τη συμπεριφορά των Σταυροφόρων πριν από την άλωση με εκείνη μετά από την άλωση. Όταν οι Λατίνοι δεν είχαν ακόμα καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, κρατούσαν την ασπίδα του Θεού μπροστά τους. Μόνο όταν εισήλθαν στην πόλη, την πέταξαν και καλύφτηκαν με την ασπίδα του διαβόλου. Ανέφερα ήδη ότι οι Ιταλοί πάροικοι της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι επέστρεψαν στην πόλη μαζί με τους συμπατριώτες τους, έδειχναν μεγάλο μίσος κατά των Ελλήνων.

Ωστόσο, μέσα στη γενική απέχθεια υπήρξαν κάποιες εξαιρέσεις που έδειχναν ότι οι παλαιές φιλίες δεν είχαν λησμονηθεί. Η διάσωση του ίδιου του Χωνιάτη, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο τελευταίος, είχε το αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη, αλλά είχε παυθεί από τον Μούρτζουφλο. Όταν οι Λατίνοι εισήλθαν στην πόλη, είχε αποσυρθεί σε μια μικρή κατοικία κοντά στην Αγία Σοφία, η οποία ήταν παράμερη και ήταν πολύ πιθανό να διαφύγει της προσοχής των εισβολέων. Το μεγάλο οίκημα που πιθανώς αποτελούσε και την επίσημη διαμονή του και που, όπως φροντίζει ο ίδιος να μας πει, ήταν πολυτελώς διακοσμημένο, είχε καεί κατά τη δεύτερη πυρκαγιά.

Πολλοί από τους φίλους του κατέφυγαν κοντά του, θεωρώντας προφανώς την κατοικία του ως κατάλληλο κρυψώνα. Ωστόσο, τίποτε δεν μπορούσε να διαφύγει από την ορδή των εισβολέων που ερευνούσαν προσεκτικά και την τελευταία γωνία. Όταν οι Ιταλοί είχαν εκδιωχθεί από την πόλη, ο Χωνιάτης είχε προσφέρει άσυλο σε έναν Ενετό έμπορο και την οικογένειά του. Ο τελευταίος, φόρεσε στολή στρατιώτη και υποκρινόμενος ότι ήταν ένας από τους εισβολείς, απέτρεπε τους συμπατριώτες του και τους υπόλοιπους Λατίνους από του να εισέλθουν στο κτήριο.

Για ένα διάστημα υπήρξε επιτυχής, αλλά στο τέλος ένα πλήθος αποτελούμενο κυρίως από Γάλλους στρατιώτες, τον απώθησε και όρμησε μέσα στο σπίτι του ιστορικού. Από εκείνη τη στιγμή η παροχή προστασίας κατέστη ανέφικτη. Ο Ενετός συμβούλευσε τον Χωνιάτη να τραπεί σε φυγή, προκειμένου να μη συλληφθεί αιχμάλωτος και να σώσει την τιμή των θυγατέρων του. Ο Χωνιάτης και οι φίλοι του δέχτηκαν. Φόρεσαν δέρματα ή ράκη και άφησαν το φίλο τους να τους οδηγήσει μέσα από τους δρόμους της πόλης σαν να ήταν αιχμάλωτοί του. Τα κορίτσια και οι κοπέλες τοποθετήθηκαν στη μέση της συνοδείας και μουτζούρωσαν τα πρόσωπα τους για να φαίνεται ότι ανήκουν στη φτωχότερη τάξη.

Καθώς έφταναν στη Χρυσή Πύλη, ένας Σταυροφόρος άρπαξε ξαφνικά και απήγαγε την κόρη ενός ανώτερου αξιωματούχου, ο οποίος ήταν μέλος της συνοδείας. Ο πατέρας της, που ήταν γέροντας και αδύναμος και είχε κουραστεί από τη μακρά πορεία, έπεσε στο έδαφος και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο από το να φωνάζει ζητώντας βοήθεια. Ο Χωνιάτης φώναξε μερικούς στρατιώτες που περνούσαν και, αφού τους θερμοπαρακάλεσε και τους υπενθύμισε την εντολή που απαγόρευε το βιασμό των γυναικών, κατάφερε τελικά να σώσει την κοπέλα. Οι παρακλήσεις θα είχαν πάει χαμένες αν ο επικεφαλής της ομάδας δεν είχε τελικά απειλήσει να απαγχονίσει το δράστη.

Μετά από λίγα λεπτά οι φυγάδες βρέθηκαν έξω από την πόλη και γονάτισαν για να ευχαριστήσουν το Θεό για τη σωτηρία τους. Στη συνέχεια εκίνησαν μια επίπονη πορεία προς τη Σηλυμβρία. Ο δρόμος ήταν γεμάτος με ομοιοπαθείς τους. Μπροστά τους πορευόταν ο ίδιος ο Πατριάρχης «χωρίς σάκο, χρήματα, ράβδο και υποδήματα, αλλά μόνο με έναν επενδύτη», γράφει ο Χωνιάτης, «σαν ένας πραγματικός απόστολος ή μάλλον σαν ένας πραγματικός οπαδός του Ιησού Χριστού, καθώς καθόταν σε ένα γαϊδούρι, με τη διαφορά ότι εκείνος δεν εισερχόταν θριαμβευτικά στη νέα Σιών αλλά την εγκατέλειπε».

Πολλά από τα λάφυρα συγκεντρώθηκαν στις τρεις εκκλησίες που είχαν οριστεί γι’ αυτό το σκοπό. Ο ίδιος ο Μαρεσάλος γράφει, ότι πολλά από τα κλοπιμαία δεν έφτασαν ποτέ στα σημεία συγκέντρωσης. Ωστόσο, οι ποσότητες που συγκεντρώθηκαν, διαμοιράστηκαν κατά τα συμφωνηθέντα πριν από την άλωση. Οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι πήραν από μισά. Τα χρεωστούμενα στους Ενετούς πενήντα χιλιάδες ασημένια μάρκα, πληρώθηκαν από τη λεία των στρατιωτικών. Δύο πεζοί λοχίες έλαβαν όσα ένας έφιππος λοχίας και δύο έφιπποι λοχίες πήραν όσα ένας ιππότης. Πέραν των όσων κλάπηκαν και του ποσού που καταβλήθηκε στους Ενετούς, ο στρατός έλαβε συνολικά 400.000 μάρκα και 10.000 πανοπλίες.

Τα συνολικά ποσά που διανεμήθηκαν στους Σταυροφόρους και τους Ενετούς, δείχνουν, ότι οι σχετικές με τα πλούτη της Κωνσταντινούπολης εκτιμήσεις, δεν ήταν υπερβολικές. Τα ποσά αυτά είχαν συγκεντρωθεί σε μετρητά, σε μια πόλη της οποίας οι κάτοικοι ήταν εχθροί και είχαν πρόσφορες κρυψώνες για τα χρήματα και τα τιμαλφή τους -τα πηγάδια τους και τις δεξαμενές τους, παραδοσιακά μέρη απόκρυψης θησαυρών στην Ανατολή. Μάλιστα, αυτή η πόλη είχε πρόσφατα καταστραφεί τρεις φορές από πυρκαγιές. Όπως είδαμε, οι στρατιώτες οικειοποιήθηκαν μεγάλες ποσότητες λαφύρων τα οποία δεν κατέληξαν ποτέ στα σημεία συγκέντρωσης.

Ο Σισμόντι υπολογίζει ότι ο πλούτος της πόλης σε χρήμα και κινητά αγαθά πριν από την άλωση, δεν ήταν λιγότερος από είκοσι τέσσερα εκατομμύρια στερλίνες. Ο διαμοιρασμός έγινε στα τέλη του Απριλίου. Πολλά ορειχάλκινα έργα τέχνης στάλθηκαν στο χυτήριο για να μετατραπούν σε νομίσματα. Πολλά αγάλματα τεμαχίστηκαν για να αφαιρεθούν τα μέταλλα που τα κοσμούσαν. Οι κατακτητές δεν γνώριζαν τίποτε και δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για την τέχνη που είχε προσθέσει αξία στο μέταλλο. Το βάρος του ορείχαλκου ήταν το μόνο που τους ενδιέφερε.

Τα έργα τέχνης που κατέστρεψαν, θυσιάστηκαν όχι σε κάποιο συναίσθημα, όπως εκείνο των Μουσουλμάνων κατά των εικόνων, για τις οποίες οι τελευταίοι πίστευαν ότι ήταν είδωλα ή φυλαχτά. Οι Χριστιανοί της Δύσης δεν έχουν καμία ανάλογη δικαιολογία. Το κίνητρο που τους ώθησε να καταστρέψουν τόσα πολύτιμα αντικείμενα, δεν ήταν ούτε φανατισμός ούτε θρησκευτική πεποίθηση. Ήταν απλή απληστία και φιλοκέρδεια. Κανένα αίσθημα δεν συγκράτησε τη φιλαργυρία τους. Το άγαλμα της Παρθένου που κοσμούσε τον Βουν στάλθηκε στην κάμινο, τόσο αδίστακτα όσο και η μορφή του Ηρακλή.

Κανένα αντικείμενο δεν ήταν αρκετά ιερό ή αρκετά όμορφο ώστε να θεωρηθεί άξιο να διασωθεί, αν μπορούσε να μετατραπεί σε χρήμα. Ανάμεσα σε τόσα πολλά που καταστράφηκαν, είναι αδύνατο να μην υπήρχε ένας αξιόλογος αριθμός έργων τέχνης των καλύτερων περιόδων. Ο μοναδικός σχετικός κατάλογος που διαθέτουμε, εκείνος του Έλληνα λογοθέτη, ισχυρίζεται, ότι απαριθμεί μόνο τα μεγαλύτερα αγάλματα που στάλθηκαν στο χυτήριο. Ωστόσο, αξίζει να αναφέρουμε ποια ήταν τα κυριότερα αντικείμενα που καταστράφηκαν με αυτό τον τρόπο.

Πριν προβώ στο εν λόγω εγχείρημα, θα επισημάνω για μια ακόμα φορά, ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν η μεγάλη παρακαταθήκη έργων τέχνης και Χριστιανικών λειψάνων, με τα τελευταία να είναι τοποθετημένα σε θήκες, με όλη την επιδεξιότητα που ο πλούτος μπορούσε να αγοράσει και η τέχνη να προσφέρει. Η τελευταία, είχε έναντι της Ρώμης το μεγάλο πλεονέκτημα του ότι δεν είχε ποτέ λεηλατηθεί από ορδές βαρβάρων. Οι δρόμοι και οι δημόσιοι χώροι της διακοσμούνταν επί αιώνες με ορειχάλκινα ή μαρμάρινα αγάλματα.

Διαβάζοντας τα έργα των ιστορικών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην εκπλαγεί τόσο από την αφθονία των έργων όσο και από την εκτίμηση την οποία έτρεφαν γι’ αυτά οι συγγραφείς. Πρώτη ανάμεσα στα κτίσματα όπως και ανάμεσα στα έργα ήταν η Αγία Σοφία. Η τελευταία ήταν η κατεξοχήν Μεγάλη Εκκλησία. Με οποιοδήποτε κριτήριο, είναι μια από τις πιο όμορφες ανθρώπινες δημιουργίες.

Τίποτε στη Δυτική Ευρώπη ακόμα και σήμερα δεν δίνει στο μορφωμένο παρατηρητή, που είναι σε θέση να συλλάβει έστω και εν μέρει το παλαιό της μεγαλείο, μια τόσο βαθιά εντύπωση ενότητας, αρμονίας, πλούτου και ομορφιάς στη διακόσμηση, όσο το εσωτερικό του αριστουργήματος του Ιουστινιανού. Όλα όσα μπορούσε να αγοράσει ο πλούτος και να προμηθεύσει η τέχνη, είχαν συσσωρευτεί στο εσωτερικό της, που τόσο εκείνη την εποχή όσο και για πολύ μετά, ήταν το μοναδικό τμήμα μιας εκκλησίας που ήταν άξιο να τύχει αρχιτεκτονικής μελέτης.

«Τουλάχιστον όσον αφορά στο εσωτερικό της», γράφει μία μεγάλη αυθεντία επί της αρχιτεκτονικής, «είναι αναπόφευκτο να αποφανθεί κανείς ότι η Αγία Σοφία είναι η τελειότερη και η ομορφότερη εκκλησία που έχει ανεγείρει μέχρι σήμερα οποιοσδήποτε Χριστιανικός λαός». Όταν ο διάκοσμός της ήταν πλήρης, η σχετική κρίση θα ήταν ακόμα ευνοϊκότερη γι’ αυτήν. Είδαμε, ότι για τον Χωνιάτη, ο οποίος τον γνώρισε και τον αγάπησε στις καλύτερες ημέρες του, ο ναός της Αγίας Σοφίας ήταν υπόδειγμα ουράνιας ομορφιάς, ένα κομμάτι από τον ίδιο τον ουρανό.

Κατά τον πιο συγκροτημένο Άγγλο παρατηρητή «τα μωσαϊκά του από ποικιλόσχημα και ποικιλόχρωμα τεμάχια μαρμάρου, οι τρούλοι, οι οροφές και οι καμπύλες επιφάνειές του με τα επίχρυσα μωσαϊκά… είναι υπέροχα μεγαλόπρεπα και ευχάριστα». Η Αγία Σοφία ήταν για την Κωνσταντινούπολη ό,τι είναι ο Άγιος Μάρκος για τη Βενετία. Ωστόσο, παρ’ ότι έχει εμπλουτιστεί με μερικά λάφυρα από το μεγάλο πρότυπό του, ο Άγιος Μάρκος, τουλάχιστον όσον αφορά στο εσωτερικό του, δεν είναι παρά ένα ισχνό αντίγραφο.

Η Αγία Σοφία δικαίωσε τη ρήση του ιδρυτή της: «Νενίκηκά σε, Σολομών» και επί επτά αιώνες μετά από τον Ιουστινιανό, οι διάδοχοί του προσέθεταν ο καθένας τη δική του συμβολή στον πλούτο και τη διακόσμησή της. Ωστόσο, αυτός, ο ασύγκριτα ωραιότερος ναός της Χριστιανοσύνης απογυμνώθηκε και λεηλατήθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα από κάθε διακοσμητικό στοιχείο που ήταν δυνατό να μεταφερθεί. Οι εξοργισμένοι Έλληνες πίστεψαν ότι εκείνοι οι εισβολείς που δεν είχαν ιερό και όσιο, θα έβγαζαν ακόμα και τις πέτρες από τους τοίχους.

Γύρω από τη Μεγάλη Εκκλησία υπήρχαν άλλα αντικείμενα που μπορούσαν να μετατραπούν άμεσα σε ορείχαλκο και που η καταστροφή τους υπήρξε ανεπανόρθωτη. Ο τεράστιος Ιππόδρομος ήταν γεμάτος αγάλματα. Η Αίγυπτος είχε προσφέρει έναν οβελίσκο για το κέντρο. Οι Δελφοί είχαν δώσει το περίφημο ορειχάλκινο ανάθημα της νίκης των Πλαταιών. Τα όψιμα έργα των ειδωλολατρών γλυπτών ήταν άφθονα, ενώ οι Χριστιανοί καλλιτέχνες είχαν συνεχίσει τις παραδόσεις των προγόνων τους, με μια τεχνοτροπία που δεν ήταν κατ’ ουδένα τρόπο ευκαταφρόνητη, όπως πίστευαν μέχρι πρόσφατα οι Δυτικοί συγγραφείς.

Οι καλλιεργημένοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης εκτιμούσαν αυτά τα έργα τέχνης και τα φρόντιζαν. Παραθέτοντας ένα κατάλογο των σημαντικότερων έργων που κατέληξαν στο χυτήριο, ο Χωνιάτης τονίζει κατ’ επανάληψη, ότι τα εν λόγω έργα καταστράφηκαν από βαρβάρους που αγνοούσαν την αξία τους. Ανίκανοι να εκτιμήσουν το ιστορικό ενδιαφέρον τους ή την αξία που τους είχε προσδώσει η εργασία των καλλιτεχνών, οι Σταυροφόροι γνώριζαν μόνο την αξία των μετάλλων που τα συνέθεταν.

Οι Αυτοκράτορες είχαν ταφεί στον περίβολο του ναού των Αγίων Αποστόλων, μια θέση που επέλεξε μετέπειτα ο Μωάμεθ Β’ για να ανεγείρει το τέμενος που φέρει το όνομά του. Οι τάφοι, με πρώτο εκείνον του Ιουστινιανού, λεηλατήθηκαν σε αναζήτηση θησαυρών. Μόνο αφού λεηλάτησαν τα ανάκτορα των ευγενών, τους ναούς και τους τάφους, οι ευσεβείς ληστές έστρεψαν την προσοχή τους στα αγάλματα. Ένα κολοσσιαίο άγαλμα της Ήρας, που είχε μεταφερθεί από τη Σάμο και ήταν στημένο στην αγορά του Κωνσταντίνου, στάλθηκε στο χυτήριο.

Μπορούμε να κρίνουμε το μέγεθός του από το γεγονός ότι χρειάστηκαν τέσσερα βόδια για να μεταφέρουν την κεφαλή του στα ανάκτορα. Ακολούθησε το άγαλμα του Πάρι που προσέφερε το μήλο της Έριδος στην Αφροδίτη. Το Ανεμοδούλιον, ήταν ένας μεγαλόπρεπος οβελίσκος, που οι πλευρές του καλύπτονταν από πανέμορφα ανάγλυφα που αναπαριστούσαν σκηνές της αγροτικής ζωής και αλληγορικές απεικονίσεις των εποχών, ενώ στην κορυφή του υπήρχε μια γυναικεία μορφή, η οποία περιστρεφόταν με τον άνεμο και προσέδινε στο όλο μνημείο το όνομά του. Τα ανάγλυφα αποσπάστηκαν και μεταφέρθηκαν στα ανάκτορα για να λιωθούν.

Ένα όμορφο έφιππο άγαλμα μεγάλου μεγέθους, που αναπαριστούσε το Βελερεφόντη και τον Πήγασο ή – κατά τη λαϊκή πεποίθηση- τον Ιωσία έφιππο να διατάζει τον ήλιο να σταθεί, στάλθηκε επίσης στο χυτήριο. Το άλογο φαινόταν να χλιμιντρίζει στον ήχο μιας σάλπιγγας, ενώ όλοι οι μύες του σώματός του ήταν τεντωμένοι από την ένταση της μάχης. Ο κολοσσιαίος Ηρακλής του Λυσίππου, ο οποίος κοσμούσε τον Τάραντα και είχε μεταφερθεί από εκεί στην Παλαιά Ρώμη και στη συνέχεια στον Ιππόδρομο της Νέας Ρώμης, είχε την ίδια τύχη. Ο καλλιτέχνης είχε απεικονίσει με ένα τρόπο που προκαλούσε το θαυμασμό του θεατή, την οργή του ήρωα για τα ανάξια έργα που του είχαν ανατεθεί.

Ο Ηρακλής ήταν καθιστός χωρίς φαρέτρα, τόξο ή ρόπαλο. Η λεοντή ήταν ριγμένη χαλαρά στους ώμους του και το δεξιό χέρι και πόδι του ήταν τεντωμένα, ενώ το κεφάλι του ακουμπούσε στο αριστερό του χέρι που στηριζόταν με τον αγκώνα στο λυγισμένο γόνατό του. Η όλη μορφή ήταν γεμάτη αξιοπρέπεια, το στέρνο βαθύ, οι ώμοι πλατείς, τα μαλλιά κατσαρά, οι βραχίονες και οι κνήμες μυώδεις. Το ορειχάλκινο άγαλμα ενός γαϊδουριού και του αναβάτη του, το οποίο είχε κατασκευαστεί κατ’ εντολήν του Αυγούστου, σε ανάμνηση της είδησης της νίκης του στο Άκτιο, είχε την ίδια τύχη.

Με σκοπό να κόψουν νομίσματα, οι βάρβαροι έλειωσαν επίσης το αρχαίο άγαλμα της λύκαινας που θήλαζε τον Ρωμύλο και τον Ρώμο. Τα αγάλματα μιας σφίγγας, ενός ιπποπόταμου, ενός κροκοδείλου, ενός ελέφαντα και άλλα που αναπαριστούσαν ένα θρίαμβο επί της Αιγύπτου, το τέρας Σκύλα και άλλα, που τα περισσότερα ήταν δημιουργήματα της προ Χριστού εποχής, καταστράφηκαν επίσης. Στην ίδια περίοδο ανήκε ο αετός που πάλευε με το φίδι και που αποδιδόταν στον Απολλώνιο Τυανέα.

Ο Χωνιάτης περιγράφει με μεγάλο θαυμασμό το άγαλμα της Ελένης. «Τι να πω για την Ελένη, με το κομψό παράστημα, τους χιονόλευκους βραχίονες και την κομψή κορμοστασιά; Πώς δεν μπόρεσε να μαλακώσει τις καρδιές των βαρβάρων; Εκείνη που μέχρι τότε σκλάβωνε όσους την έβλεπαν; Ένα άγαλμα τυλιγμένο με ένα χιτώνα, που τόνιζε μάλλον, παρά απέκρυπτε τις χάρες του, με τα καθαρά φρύδια, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν ανάλαφρα στον άνεμο, με τα χαριτωμένα χείλη της μισάνοιχτα λες και ήταν έτοιμη να μιλήσει, με τα καμπυλωτά της βλέφαρα, μία μορφή γεμάτη αρμονία, κομψότητα και ομορφιά, χαρά των θεατών, ευχαρίστηση των οφθαλμών σε βαθμό που είναι αδύνατο να δώσει κανείς μια επαρκή περιγραφή για τις μελλοντικές γενιές».

Αυτό το άγαλμα καταστράφηκε από ανθρώπους που δεν γνώριζαν τίποτε για το πρωτότυπό του. Στα παραπάνω, πρέπει να προστεθεί η λεπτή μορφή μιας γυναίκας που κρατούσε στο δεξί χέρι της έναν ένοπλο έφιππο άνδρα. Εξάλλου, κοντά στα ανατολικά σημεία τερματισμού του Ιπποδρόμου, που ήταν γνωστά ως «ερυθρά», υπήρχαν τα αγάλματα των νικητών των αρματοδρομιών. Οι μορφές των τελευταίων στέκονταν ορθόστητες στα ορειχάλκινα άρματά τους, σε μία στάση ανάλογη με εκείνη των πρωτοτύπων τη στιγμή της νίκης, σαν να εξακολουθούσαν να κατευθύνουν τα άτια τους προς τα σημεία τερματισμού.

Εκεί κοντά βρισκόταν κι ένα άγαλμα του Νείλου υπό τη μορφή ταύρου, που πάλευε με έναν κροκόδειλο. Όλα αυτά τα αγάλματα στάλθηκαν εσπευσμένα στις καμίνους και μετατράπηκαν σε νομίσματα. Μπορούμε να κρίνουμε από τα εναπομείναντα δείγματα, την καλλιτεχνική αξία των ορειχάλκινων αγαλμάτων που καταστράφηκαν. Τα τέσσερα άλογα που ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος είχε φέρει από τη Χίο και είχε εγκαταστήσει στον Ιππόδρομο σώθηκαν κατά τύχη από τη γενική λεηλασία και μεταφέρθηκαν στη Βενετία όπου εξακολουθούν να κοσμούν την πρόσοψη του Αγίου Μάρκου.

Έχουμε ήδη κάνει νύξη περί του πλούτου της Κωνσταντινούπολης σε ιερά λείψανα. Όπως η πόλη είχε καταστεί η παρακαταθήκη καλλιτεχνικών έργων, έτσι -και για τους ίδιους λόγους- είχε προσελκύσει σχεδόν όλα τα ιερά λείψανα του ανατολικού κόσμου. Υπήρχε ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο τα άγια λείψανα είχαν συρρεύσει στην πρωτεύουσα, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι τα έργα τέχνης κι αυτός ήταν ότι οι πιστοί χριστιανοί ήθελαν να τα προστατεύσουν από το να πέσουν στα χέρια των άπιστων μουσουλμάνων.

Αυτά συνιστούσαν ένα είδος πλούτου που οι Σταυροφόροι μπορούσαν να εκτιμήσουν καλύτερα απ’ ότι τα αντικείμενα που αποτελούνταν από μάρμαρο ή ορείχαλκο, στα οποία η ιδιοφυΐα του καλλιτέχνη είχε προσδώσει πρόσθετη αξία. Ακόμα και οι πλέον ευσυνείδητοι από τους στρατιώτες, φαίνεται ότι πίστευαν, πως ο καλύτερος τρόπος να αντισταθμίσουν την παραβίαση του όρκου τους, ήταν να κλέψουν ένα ιερό λείψανο και να το δωρίσουν στην εκκλησία της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Αναφέραμε ήδη ότι τα λείψανα ήταν συνήθως τοποθετημένα σε περίτεχνες αργυρές ή χρυσές θήκες που τα καλύμματά τους κοσμούνταν με πολύτιμους λίθους. Για να καταλάβουμε τα αισθήματα των Σταυροφόρων, πρέπει να έχουμε κατά νου, ότι σπάνια είχαν αμφιβολίες σχετικά με τη γνησιότητα των εν λόγω λειψάνων. Από το μεγάλο αριθμό εγγράφων, που συνέλεξε με επίπονη εργασία ένας σύγχρονός μας συγγραφέας και που μας δίνουν λεπτομερείς περιγραφές της υποδοχής της οποίας έτυχαν αυτά τα λείψανα στη Δύση, πολύ λίγα αναφέρονται στην αξία των περικαλυμάτων και όταν ακόμα αναφέρονται σε αυτά, το κάνουν εντελώς περιστασιακά.

Κάποιο τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού ή το χέρι ενός πραγματικού αγίου ήταν το πραγματικά πολύτιμο αντικείμενο. Ο χρυσός και ο άργυρος δεν ήταν παρά μόνο η θήκη που το περιέβαλλε. Η λεηλασία των ιερών λειψάνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε σαράντα χρόνια. Ωστόσο, περισσότερα από τα μισά αντικείμενα που αρπάχτηκαν, μεταφέρθηκαν στη Δύση μεταξύ των ετών 1204 και 1208.

Στη διάρκεια των πρώτων ημερών μετά την άλωση της πόλης, οι επίσκοποι και οι ιερείς που συνόδευαν τους Σταυροφόρους έσπευσαν να οικειοποιηθούν αυτά τα ιερά λάφυρα και η δήλωση ενός συγγραφέα της εποχής ότι οι ιερωμένοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας προτιμούσαν να παραδίδουν αυτά τα αντικείμενα στους ομοίους τους παρά στους αγροίκους στρατιώτες ή στους περισσότερο αγροίκους Ενετούς ναύτες, είναι αληθοφανής.

Από την άλλη πλευρά, οι ανώτεροι ιερωμένοι που συνόδευαν το στρατό (άνθρωποι που αρνούνταν να πάρουν μερίδιο από την επίγεια λεία) έσπευδαν να οικειοποιηθούν τα ιερά λάφυρα, χωρίς ενδοιασμό σχετικά με τα μέσα που έπρεπε να μετέλθουν, προκειμένου να τα αποκτήσουν. Ο Τίμιος Σταυρός τεμαχίστηκε προσεκτικά από τους επισκόπους, προκειμένου να διαμοιραστεί στους βαρόνους. Ο Γκούντερ μας δίνει ένα δείγμα του τρόπου με τον οποίο ενήργησε ο αββάς Μάρτιν, στη φροντίδα του οποίου είχαν ανατεθεί οι Γερμανοί Σταυροφόροι. Ο αββάς πληροφορήθηκε ότι οι Έλληνες είχαν κρύψει πολλά λείψανα σε μια εκκλησία.

Το εν λόγω κτήριο υπέστη γενική λεηλασία. Εκείνος, ως ιερωμένος, ερευνούσε για τα λείψανα, ενώ οι στρατιώτες ασχολούνταν με κοινότερα λάφυρα. Ο αββάς βρήκε ένα γέροντα ορθόδοξο ιερέα με μακριά μαλλιά και γενειάδα και του απευθύνθηκε με σκαιότητα: «Δείξε μου πού είναι τα λείψανα γιατί θα πεθάνεις». Ο γέροντας ιερέας, βλέποντας να του μιλάει ένας συνάδελφος και πιθανώς τρομοκρατημένος από την απειλή, σκέφθηκε, γράφει ο Γκούντερ, ότι ήταν προτιμότερο να παραδώσει τα λείψανα σε εκείνον παρά στα βέβηλα και αιματοβαμμένα χέρια των στρατιωτών.

Ο ορθόδοξος ιερωμένος άνοιξε ένα σιδερένιο κιβώτιο και ο αββάς βύθισε ενθουσιασμένος τα χέρια του στο πολύτιμο περιεχόμενό του. Ο αββάς και ο εφημέριός του γέμισαν τα ράσα τους κι έτρεξαν βιαστικά στο λιμάνι για να κρύψουν τη λεία τους. Το ότι κατάφεραν να τη διαφυλάξουν κατά τις θυελλώδεις ημέρες που ακολούθησαν, θα μπορούσε να αποδοθεί μόνο στη δύναμη των ίδιων των λειψάνων.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Δαλμάτιος ντε Σερζί απέκτησε την κάρα του Αγίου Κλήμεντα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της πεποίθησης των Σταυροφόρων, ότι η απόκτηση ενός λειψάνου και η μεταφορά του στη Δύση ήταν επιτρεπτή ως ανταμοιβή για την εκ μέρους τους εκπλήρωση του όρκου που είχαν δώσει περιβαλλόμενοι το σταυρό. Ο εν λόγω ιππότης είχε θλιβεί, εξαιτίας του ότι δεν μπορούσε να μεταβεί στους Αγίους Τόπους και προσευχόταν ειλικρινά στο Θεό να του δείξει πώς θα μπορούσε να εκτελέσει ένα άλλο εγχείρημα, ισότιμο εκείνου το οποίο είχε ορκιστεί να φέρει σε πέρας, αλλά είχε αποτύχει.

Η πρώτη σκέψη του ήταν να πάρει ιερά λείψανα για τη χώρα του. Συμβουλεύτηκε τους δύο καρδιναλίους που βρίσκονταν τότε στην Κωνσταντινούπολη και που ενέκριναν την ιδέα του, αλλά του ζήτησαν να μην αγοράσει λείψανα, γιατί η αγορά και η πώλησή τους απαγορεύονταν. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να τα κλέψει, αν μια τέτοια λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μια πράξη που θεωρείτο ως αξιέπαινη. Προκειμένου να ανακαλύψει κάτι αξιόλογο, ο ιππότης παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κυριακή των Βαΐων του επόμενου έτους. Ένας Γάλλος ιερέας του υπέδειξε μια εκκλησία στην οποία φυλασσόταν η κάρα του Αγίου Κλήμεντα.

Ο ιππότης πήγε εκεί συνοδευόμενος από ένα Κιστερκιανό μοναχό και ζήτησε να δει τα λείψανα. Ενώ ο ένας τους απασχολούσε τον υπεύθυνο συζητώντας μαζί του, ο άλλος έκλεψε ένα τμήμα του λειψάνου, Καθώς έφευγε, ο ιππότης διαπίστωσε προς μεγάλη οργή του ότι δεν είχε κλαπεί ολόκληρο το λείψανο και, με την πρόφαση ότι είχε ξεχάσει το σιδηρόπλεκτο γάντι του, ένας φίλος του ξαναμπήκε στην εκκλησία, ενώ ο ιππότης απασχολούσε πάλι τον υπεύθυνο μοναχό με συζήτηση στην είσοδο. Ο Δαλμάτιος πήγε στο κιβώτιο, πίσω από την Αγία Τράπεζα όπου φυλασσόταν το λείψανο, έκλεψε το υπόλοιπο, ανέβηκε στο άλογό του και έφυγε.

Ο ιππότης τοποθέτησε με ευλαβική χαρά την κάρα στο παρεκκλήσιο του σπιτιού του. Μετά από μερικές ημέρες επισκέφτηκε πάλι μεταμφιεσμένος την εκκλησία, δήθεν για να προσκυνήσει το λείψανο, αλλά στην πραγματικότητα για να βεβαιωθεί ότι είχε πάρει τη σωστή κάρα, γιατί στο κιβώτιο υπήρχαν δύο. Τον πληροφόρησαν ότι η κάρα του Αγίου Κλήμεντα είχε κλαπεί. Ικανοποιημένος αναφορικά με τη γνησιότητα του αποκτήματός του, πήρε όρκο ότι θα δώριζε το λείψανο στην εκκλησία του Κλουνί, αν επέστρεφε σώος.

Το πλοίο με το οποίο επέστρεφε στην πατρίδα του βρέθηκε αντιμέτωπο με μια φοβερή τρικυμία που προκάλεσε από φθόνο ο διάβολος, αλλά ο τελευταίος νικήθηκε από τα δάκρυα και τις προσευχές του ιππότη ενώπιον του λειψάνου και ο Δαλμάτιος επέστρεψε στην πατρίδα του σώος. Οι μοναχοί του Κλουνί δέχτηκαν τον πολύτιμο θησαυρό με ευσεβή χαρά και με την απόλυτη πεποίθηση ότι είχαν εξασφαλίσει την αιώνια παρέμβαση του Αγίου Κλήμεντα υπέρ των ιδίων και όσων τιμούσαν την κάρα του.

Τα πλέον περιζήτητα λείψανα ήταν όσα σχετίζονταν με τα γεγονότα που μνημονεύονται στην Καινή Διαθήκη και ιδίως με τα παιδικά χρόνια, το βίο και τα πάθη του Χριστού και των δημοφιλών στη Δύση αγίων. Ωστόσο, ο όγκος των λειψάνων που είχε συσσωρευτεί στην Αυτοκρατορική πόλη, κάλυπτε μία κλίμακα που εκτεινόταν από την πέτρα πάνω στην οποία είχε κοιμηθεί ο Ιακώβ και το σκοινί που ο Μωυσής είχε μετατρέψει σε φίδι, μέχρι αντικείμενα που σχετίζονταν με τους πλέον πρόσφατους πολεμίους των αιρέσεων στην Κωνσταντινούπολη.

Τα λείψανα που συνδέονταν με τον Ιησού και τη Θεοτόκο ήταν πολυάριθμα και περιλάμβαναν αντικείμενα που είχαν σχέση σχεδόν με κάθε γεγονός της ζωής Τους. Υπήρχε ο σταυρός επί του οποίου ο Σωτήρας είχε σταυρωθεί, οι μεγάλες σταγόνες αίματος που είχε χύσει στη Γεθσημανή, ένα από τα νεογιλά δόντια Του και μερικές τρίχες μαλλιών από τα παιδικά χρόνια Του. Οι ευσεβείς απέτιαν φόρο ευλάβειας στον Πορφυρό Χιτώνα, καθώς και σε ένα κομμάτι από το ψωμί που είχε ευλογήσει κατά το Μυστικό Δείπνο. Πέραν αυτών, όμως, δεν υπήρχε ουσιαστικά άγιος ή μάρτυρας που να μην υπήρχε κάποιο λείψανό του.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των αντικειμένων, αποτελούσε τμήμα των λαφύρων που συγκεντρώθηκαν κατά τις πρώτες ημέρες μετά από την άλωση της πόλης και διαμοιράστηκαν επίσημα ανάμεσα στους εισβολείς. Τρία όγδοα παραχωρήθηκαν στους κληρικούς και μοναχούς που συνόδευαν τους Σταυροφόρους. Τα υπόλοιπα αγοράστηκαν ή αποκτήθηκαν ποικιλότροπα, κυρίως από ιδιώτες. Τα επίσημα, επιβεβαιωμένα λείψανα που αναφέρθηκαν πρώτα, φαίνεται ότι προήλθαν κυρίως από τα ανάκτορα του Βουκολέοντα και των Βλαχερνών.

Πολλά από εκείνα που συγκεντρώθηκαν μετά από την αναταραχή των πρώτων ημερών, επικυρώθηκε με χρυσές Αυτοκρατορικές σφραγίδες. Όταν έφθασαν στον προορισμό τους, έγιναν δεκτά με πολλές τιμές και παράτες. Ηγεμόνες ακολουθούσαν και συμμετείχαν στην επίσημη πομπή που τα μετέφερε μέχρι τον εκάστοτε ναό, όπου εναποτίθονταν με επίσημες ιεροτελεστίες. Συχνά, ακολουθούσε ένα κήρυγμα σχετικό με τα γεγονότα με τα οποία υποτίθετο ότι ήταν συνδεδεμένο το ιερό λείψανο.

Σε πολλές περιπτώσεις, οριζόταν η τέλεση μιας ετήσιας εορτής, προκειμένου να εορταστεί η άφιξη του ιερού λειψάνου και κάποτε η διοργάνωση τέτοιων εορτών αποτελούσε όρο, προκειμένου να γίνει η σχετική δωρεά. Στη διάρκεια αυτών των εορτών διαβάζονταν δημόσια αποσπάσματα από την Παλαιά ή την Καινή Διαθήκη, τα οποία είχαν σχέση με τον άγιο του οποίου είχε αποκτηθεί ένα ιερό λείψανο. Ειδικές λειτουργίες αφιερώνονταν στην ανάμνηση του σχετικού γεγονότος. Ύμνοι συντίθονταν προς τιμήν του ιερού λειψάνου.

Στην περίπτωση της μονής της Σελινκούρ, στην οποία είχε μεταφερθεί ένα ιερό δάκρυ του Χριστού, το όνομά της άλλαξε μετά την αποδοχή του ιερού λειψάνου, σε μονή του Ιερού Δακρύου. Θα αναφέρουμε μερικά από τα πιο σημαντικά αντικείμενα αυτού του είδους, προκειμένου να καταδείξουμε τόσο την ποσότητα που μεταφέρθηκε στη Δύση, όσο και τις τιμές που τους επιφυλάχτηκαν. Οι Ενετοί κατηγορήθηκαν από το συγγραφέα της «Συνέχειας του Γουλιέλμου της Τύρου», ότι πήραν υπερβολικό μερίδιο των λαφύρων και τα έκρυψαν στα πλοία τους.

Πολλά από τα όμορφα αντικείμενα που κοσμούσαν την Αγία Σοφία, μεταφέρθηκαν για να διακοσμήσουν τον Άγιο Μάρκο. Ο άμβωνας της Αγίας Σοφίας με τους μαρμάρινους κίονές του και τους ορειχάλκινους θυρεούς του ήταν ένα από τα πολυτιμότερα αποκτήματα. Ο ενετικός ναός απέκτησε επίσης πολλά γλυπτά, εικόνες, χρυσά και αργυρά σκεύη και πολυάριθμα εκκλησιαστικά έπιπλα. Οι Ενετοί απέκτησαν την περίφημη εικόνα της Παρθένου, την οποία είχε ζωγραφίσει ο Άγιος Λουκάς υπό την άμεση έμπνευση του Αγίου Πνεύματος.

Το 1205 στη Σουασόν, σταλμένα από τον επίσκοπό της, Νιβελόν, ο οποίος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, η κάρα του Αγίου Στεφάνου, το δάκτυλο το οποίο ο Άγιος Θωμάς έθεσε επί της πληγής του Ιησού, ο θόλος του κρανίου του Αγίου Μάρκου, ένα αγκάθι από τον ακάνθινο στέφανο του Χριστού, ένα μεγάλο τεμάχιο του χιτώνα της Παρθένου, ένα τμήμα του ενδύματος που φορούσε ο Κύριος κατά το Μυστικό Δείπνο, η ζώνη της Παρθένου και ο βραχίονας του Ιωάννη του Βαπτιστή.

Μερικούς μήνες αργότερα έφτασε μια περαιτέρω αποστολή, η οποία περιλάμβανε την κάρα του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, την κάρα του Αγίου Θωμά, δύο μεγάλους σταυρούς φτιαγμένους από τον Τίμιο Σταυρό, την κάρα του Αγίου Θαδδαίου και τρία άλλα ιερά λείψανα, μικρότερης σπουδαιότητας, που προσδιορίζονται με ένα μεγάλο αριθμό άλλων, τα οποία δεν κατονομάζονται και τα οποία διαμοιράστηκαν στις ενοριακές εκκλησίες και στα μοναστήρια της επισκοπής της Σουασόν.

Μια ανώνυμη περιγραφή, που γράφτηκε πιθανώς περί το 1208 από ένα γραμματέα του Χάλμπερσταντ, αναφέρει μια άλλη ιστορία μεταφοράς ιερών λειψάνων από την Κωνσταντινούπολη. Ολόκληρος ο πληθυσμός, λαϊκοί και κληρικοί και ένας αμέτρητος αριθμός ανθρώπων, ακόμα και από γειτονικές επισκοπές, συνέρρευσαν για να υποδεχτούν τα ιερά λείψανα τα οποία μετέφερε ο επίσκοπος Κόνραντ, ο οποίος επέστρεφε από την Κωνσταντινούπολη. Ο χρονικογράφος αναφέρει, ότι ποτέ δεν είχε σημειωθεί παρόμοια κοσμοσυρροή και η χαρά του κόσμου κατά την υποδοχή των ιερών λειψάνων ήταν μεγάλη, γιατί προσδοκούσε ότι τα ιερά λείψανα θα έφερναν ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή.

Αν κάποια ιερά λείψανα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, τότε ήταν βέβαιο ότι εκείνα τα οποία είχε φέρει ο Κόνραντ θα έπρεπε να επαρκούν, καθώς σε αυτά συγκαταλέγονταν λίγο από το αίμα του Ιησού από τον Τίμιο Σταυρό, από τον Πανάγιο Τάφο, από τον Ακάνθινο Στέφανο, από την επιθανάτια αγωνία Του και αιματηρός ιδρώτας από τον πορφυρό χιτώνα του, από το σπόγγο και την κάλαμο και από επτά ακόμα πηγές, η κάρα του αδελφού του Ιησού, Ιακώβου και τριάντα ακόμα λείψανα, τα οποία κατονομάζονται, εκτός από πολλά άλλα, λέει η αφήγηση, μαρτύρων, ομολογητών και παρθένων, η παράθεση των οποίων θα απαιτούσε πολύ χρόνο.

Δίπλα σε τέτοια ιερά λείψανα, τα υπόλοιπα δώρα, μεταξωτά ενδύματα με Αυτοκρατορική πορφύρα ραμμένη με χρυσό νήμα και ένα φόρεμα διακοσμημένο με χρυσό, ασήμι και πολύτιμους λίθους, φαίνονταν μάλλον φτωχά και σχεδόν ανάξια λόγου. Η Αμιένη είχε την τύχη να αποκτήσει την κάρα του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, η οποία στάλθηκε από τον Πέτρο Βαλλόνο. Η Σεν ήταν ακόμα πιο τυχερή και έλαβε τον Ακάνθινο Στέφανο που φόρεσε ο Κύριος. Ο Γκούντερ γράφει πώς ο αββάς Μαρτίνος από το Περί της Αλσατίας μετέφερε στην πατρίδα του πολλά ιερά λείψανα από την Κωνσταντινούπολη, το κυριότερο από τα οποία ήταν ένα μεγάλο τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού.

Άλλα ιερά λείψανα τα οποία συνέβαλαν στη δόξα της εν λόγω επισκοπής, ήταν ένα ίχνος του αίματος του Ιησού, ένα ακόμα τεμάχιο του ξύλου του Τιμίου Σταυρού, ένας βραχίονας του Αγίου Ιωάννη και πενήντα ακόμα, τα οποία απαριθμούνται. Το σώμα του Αγίου Ανδρέα μεταφέρθηκε στο Αμάλφι. Το Ιερό Δάκρυ που προαναφέρθηκε, μεταφέρθηκε στη Σελινκούρ και ο ηγούμενος πληροφορήθηκε την προσέγγιση του προσώπου που το μετέφερε, από τις κωδωνοκρουσίες των καμπάνων, οι οποίες χτύπησαν χωρίς να τις κινήσει ανθρώπινο χέρι, γεγονός που αποδόθηκε σε θαύμα.

Θα ήταν κοπιαστικό και άσκοπο να αποπειραθούμε να παραθέσουμε ένα κατάλογο των υπόλοιπων ιερών λειψάνων που αφαιρέθηκαν από την Κωνσταντινούπολη. Μερικά από αυτά μεταφέρθηκαν στην Αγγλία. Δύο ντοκουμέντα, που προφανώς προέρχονται από την ίδια πηγή και που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Άγγλους, περιλαμβάνονται στα χρονικά του Ράουαλ ή Ρούντολφ του Κόγκλσαλ και του Ρογήρου του Γουέντοουερ. Τα τελευταία, περιγράφουν ένα ιερό κειμήλιο που αφαιρέθηκε κρυφά από την Κωνσταντινούπολη και αποτελούν ουσιαστικά εξομολόγηση του προσώπου το οποίο διέπραξε την κλοπή.

Το κειμήλιο ήταν ένας μικρός σταυρός φτιαγμένος από ξύλο του Τιμίου Σταυρού και ο συγγραφέας τον είχε δει στα χέρια του Βαλδουίνου της Φλάνδρας. Ο συγγραφέας τον έκλεψε, τον έφερε στο Νόρφολκ και τελικά τον δώρισε στο Μπρόμχολμ. Το δώρο μετέτρεψε τον μέχρι τότε «φτωχό, μικρό οίκο» του Μπρόμχολμ σε μία μονή που δεχόταν πλούσιες δωρεές και έδωσε στους μοναχούς τη δυνατότητα να κατασκευάσουν όμορφα νέα κτήρια.

Οι Σταυροφόροι δεν αδιαφορούσαν για την αξία των καλυμμάτων αυτών των λειψάνων και, ενώ αναζητούσαν αντικείμενα υψηλής θρησκευτικής αξίας, δεν παρέλειπαν να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά και για τα πολύτιμα κειμήλια, χρυσά και αργυρά εκκλησιαστικά σκεύη, εκκλησιαστικά έπιπλα, χρυσά κεντήματα, μεταξωτά ενδύματα και δεμένα με πολύτιμους λίθους ευαγγέλια και υμνολόγια. Το θησαυροφυλάκιο του Αγίου Μάρκου της Βενετίας κατακλύστηκε το 1205 από πολύτιμα κειμήλια φερμένα από την Κωνσταντινούπολη.

Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι οι πανούργοι τεχνίτες και έμποροι της Κωνσταντινούπολης δεν πώλησαν στους Σταυροφόρους πολλά κειμήλια που γνώριζαν ότι ήταν ψεύτικα. Τα σχετικά αντικείμενα ήταν τόσο εύκολο να κατασκευαστούν και το κριτήριο των Σταυροφόρων τόσο χαμηλό, ώστε θα ήταν υπεράνω της ανθρώπινης φύσης να αφήσει μια ευκαιρία κέρδους να παρέλθει ανεκμετάλλευτη. Τα αμέσως μετά την άλωση χρόνια, Λατίνοι ιερείς στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από τη Γαλλία, τη Φλάνδρα και την Ιταλία, προκειμένου να αναλάβουν τη λειτουργία των εκκλησιών της πόλης.

Οι εν λόγω ιερωμένοι, φαίνεται ότι ήταν δεινοί κυνηγοί λειψάνων. Έτσι, δεν έμεινε σχεδόν ούτε μια σημαντική εκκλησία ή μονή στη Δύση που να μην είχε το μερίδιο της από τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης. Επί μερικά χρόνια, η ζήτηση λειψάνων φαινόταν να είναι ακόρεστη και προκάλεσε την άφιξη νέων αποθεμάτων που συνέχισαν να φτάνουν σε σχεδόν ανυπολόγιστους αριθμούς. Τα νέα λείψανα συνοδεύονταν όπως και τα προηγούμενα από εγγυήσεις γνησιότητας.

Τα κατάλληλα ντοκουμέντα, που μαρτυρούσαν δεόντως και με πολλές λεπτομέρειες (που κάποτε είχαν κατασκευστεί ώστε να ταιριάζουν κατά περίπτωση) τη γνησιότητα των λειψάνων, ικανοποιούσαν εύκολα εκείνους που θεωρούσαν την κατοχή εγγυημένων λειψάνων ως κάτι σημαντικό. Ο «φτωχός, μικρός οίκος» του Μπρόμχολμ, που κατάφερε, χάρη στην απόκτηση ενός σταυρού από τίμιο ξύλο, να αποβεί μεγάλος και ισχυρός, προκάλεσε το φθόνο πολλών άλλων φτωχών, μικρών οίκων και η ζήτηση για λείψανα που θα μπορούσαν να αποφέρουν κέρδη στους κατόχους τους, συνέχισε να μεγαλώνει σε όλη τη Δύση.

Τελικά, η Εκκλησία θεώρησε αναγκαίο να θέσει τέλος στην προσφορά και ιδίως στη διάδοση απόκρυφων και μυθικών γεγονότων που μαρτυρούσαν τη γνησιότητά τους και το 1215 η Τέταρτη Σύνοδος του Λατερανού, θεώρησε αναγκαίο να εκδώσει μία απόφαση, η οποία παρότρυνε τους επισκόπους να λάβουν μέτρα για να εμποδίσουν τους προσκυνητές να εξαπατώνται. Είναι εύκολο να ειρωνευτούμε το δέος και την ευσέβεια που επιδεικνύονταν προς τα άγια δάκρυα, τους πολυάριθμους μικρούς σταυρούς από τίμιο ξύλο, τους βραχίονες, τις κάρες και τα παλαιά ενδύματα των αγίων και μαρτύρων.

Είναι πιο δύσκολο να κατανοήσουμε πώς οι άνθρωποι του 13ου αιώνα μπορούσαν να θεωρούν αυτά τα αντικείμενα ως γνήσια. Φαίνεται λογικό να υποθέσουμε, ότι πολλοί είχαν αμφιβολίες σχετικά με τη γνησιότητά τους. Τα λείψανα ήταν τόσο πολυάριθμα, υπήρχαν τόσα πολλά από κάθε είδος που υποτίθετο ότι ήταν γνήσια, το ξύλο του Τιμίου Σταυρού ήταν τόσο άφθονο και οι θρύλοι σχετικά με τη διατήρηση λειψάνων -όπως το δάκρυ του Ιησού- ήταν τόσο παράδοξοι, ώστε είναι σχεδόν ακατανόητο πώς οι άνθρωποι δεν είχαν καταστεί καχύποπτοι στο σύνολό τους.

Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι έχουμε να κάνουμε με μια εποχή βαθιάς πίστης και ότι τα ιερά λείψανα δεν αντιμετωπίζονταν στην Ανατολή με την ίδια γεμάτη προλήψεις ευλάβεια όπως συνέβαινε κατά τα τέλη του 12ου αιώνα και αργότερα, με τις λαϊκές μάζες της Δύσης. Αμφιβάλλω αν στην Ανατολή τα ιερά λείψανα αντιμετωπίζονταν με ανάλογη προς εκείνη των Δυτικών ευλάβεια. Το ανατολικό πνεύμα ήταν λιγότερο χονδροειδές και περισσότερο βαθύ από το δυτικό. Η τάση μετατροπής μίας αβλαβούς και φυσικής συνήθειας σε μια φετιχιστική λατρεία, ήταν πολύ πιο συνήθης στους κόλπους των ειλικρινών ανθρώπων της Δύσης, παρά σε εκείνους των ανέμελων Χριστιανών της Ανατολής.

Πιθανώς, οι Έλληνες δεν μπορούσαν ποτέ να μισήσουν την ειδωλολατρία στον ίδιο βαθμό που τη μισούσαν οι Εβραίοι ή οι Χριστιανοί της Δύσης κι αυτό κυρίως επειδή δεν συνειδητοποίησαν ποτέ, πόσο βαθιά μπορεί να βυθιστεί σε αυτήν ένας λαός. Για τον Απόστολο Παύλο, η ειδωλολατρία ισοδυναμούσε με τη λατρεία του διαβόλου. Για τους Άγγλους προπάτορές μας, όταν οι τελευταίοι συνειδητοποίησαν ότι τα σχετικά αντικείμενα ήταν κίβδηλα, η λατρεία των ιερών λειψάνων θεωρείτο ειδωλολατρία.

Ωστόσο, οι Έλληνες, τόσο εκείνοι της εποχής του Αποστόλου Παύλου όσο και εκείνοι του Μεσαίωνα, θεωρούσαν τα δημιουργήματα της Ελληνικής τέχνης και τα λείψανα των αγίων, περισσότερο ως σύμβολα παρά ως αντικείμενα ευλάβειας και εν γένει δεν κινδύνευαν να μετατρέψουν την πίστη ή το σεβασμό που οφείλετε σε ένα πρόσωπο ή αντικείμενο, σε φετιχιστική λατρεία.

Όπως οι άνθρωποι της Δύσης είχαν μεταφέρει ένα μεγάλο μέρος του αρχαίου ειδωλολατρικού τυπικού τους στις ιεροτελεστίες και τις πρακτικές της Μεσαιωνικής Εκκλησίας, έτσι και οι Έλληνες είχαν επιτρέψει στο Χριστιανισμό να διαποτιστεί με τις ιδέες της παλαιάς Ελληνικής θρησκείας. Ενώ υπήρχαν πιθανώς χονδροειδείς και υλιστικές απόψεις σχετικά με τους θεούς του Ολύμπου και άλλες θεότητες των αρχαίων Ελλήνων, είναι αμφίβολο αν υπήρχε ποτέ στους κόλπους της, σε αξιόλογο βαθμό, λατρεία αγαλμάτων, εικόνων ή λειψάνων με τη σύγχρονη έννοια.

 

Οι Ασιάτες μπορούσαν να λατρεύουν μια πέτρα που είχε πέσει από τα χέρια του Δία, αλλά μια τέτοια λατρεία ήταν ξένη προς το ελληνικό πνεύμα. Ωστόσο, ακόμα και αν λάβουμε υπόψη μας αυτά τα δεδομένα, ο εξοικειωμένος με τα κείμενα του 12ου και του 13ου αιώνα μελετητής, είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίσει ότι ακόμα και στην Ανατολή η ανυπαρξία ερευνητικού πνεύματος στα θρησκευτικά ήταν εμφανής κατά την εν λόγω εποχή. Για πολλά χρόνια μετέπειτα, ο σκεπτικισμός ήταν άγνωστος ακόμα και σε θέματα ιστορικής ή γεωγραφικής φύσης.

Οι θαυμάσιες ιστορίες που αφηγούνται οι πρώιμοι γεωγράφοι μας, είναι, συχνά, ελάχιστα πιο αφελείς από εκείνες που αφηγούνται οι πρώιμοι ιστορικοί μας. Όταν ένας πνευματώδης και πολυμαθής άνθρωπος όπως ο Μίλτον, γράφοντας έναν αιώνα μετά από τη Μεταρρύθμιση και οραματιζόμενος ακόμα και μια μεταρρύθμιση της Μεταρρύθμισης, μπορούσε να αποδέχεται τους μύθους σχετικά με την Αγγλική ιστορία τους οποίους μας έχει μεταβιβάσει, είναι φυσικό να παύσουμε να εκπλησσόμαστε με το πνεύμα ευπιστίας που διέθεταν οι αγροίκοι Σταυροφόροι, τρεις αιώνες πριν από τη Μεταρρύθμιση.

Έφτασε μια εποχή κατά την οποία ένας Έρασμος, απαριθμώντας τα γνωστά του θραύσματα του Τιμίου Σταυρού, ήταν σε θέση να γελοιοποιήσει τη λατρεία των ιερών λειψάνων, αλλά στις αρχές του 13ου αιώνα αυτή η εποχή ήταν πολύ μακριά.

 

H Παράδοση και η Λεηλασία

Μια ομάδα ιερέων μαζί με μέλη της φρουράς των Βαράγγων διαπραγματεύονται με το Βονιφάτιο Μονφερατικό την παράδοση της πόλης. Tα δυο παλάτια των Βλαχερνών και του Βουκολέοντα καταλαμβάνονται από το Βονιφάτιο και το Βαλδουίνο και η παράδοση και η συγκέντρωση των λάφυρων γίνεται με σχετική τάξη. Η Πόλη όμως παραδίδεται στις άγριες διαθέσεις των Σταυροφόρων…

Η «Βασιλίδα των Πόλεων», απόρθητη από την εποχή της ίδρυσής της, υπoκύπτει για πρώτη φορά στον εχθρό. Φοβερές λεηλασίες και σφαγές ακολουθούν την άλωση της Πόλης. Κύριοι της Κωνσταντινούπολης οι σταυροφόροι και οι συνεργάτες τους Βενετοί, επιβάλλουν το δίκαιο του κατακτητή. Οι σφαγές και η λεηλασία των δημόσιων κτηρίων και των ιδιωτικών κατοικιών ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Άπληστοι και ακόρεστοι οι ιππότες της Δύσης πέφτουν πάνω στα θαυμαστά πλούτη και τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει αιώνες πολιτισμού στη Βασιλεύουσα

Η λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη, δεν είχε όμοιο της. Όσοι τολμούν να αντισταθούν σφάζονταν επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό, εκκλησία, μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί λεηλασία. Ιδίως τους προσελκύει ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπαίνουν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λερώνουν με τις κοπριές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και αρχίζουν να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένως το κάνουν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάντηλα.

Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλυτώνουν: συλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί. π.χ. το πτώμα του Βασιλείου Β΄ πετάχτηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Φράγκοι ειρωνικά μια φλογέρα. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά». Κυρίως όμως καταστρέφονται αναρίθμητα έργα τέχνης. Τόσο της κλασσικής αρχαιότητας όσο και της Ρωμαϊκής περιόδου, τα οποία κομματιάζουν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα λιώνουν επί τόπου στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα.

Τα αρχαία Ελληνικά χειρόγραφα καίγονται από τους σταυροφόρους, για να ψήσουν τα κρεατικά τους. Οι πιο φρικτοί από όλους είναι οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που είναι εξοικειωμένοι με το Ρωμαϊκό πολιτισμό είναι προστατευτικοί έναντι των ηττημένων. Όλα όσα εκλάπηκαν βρίσκονται σήμερα στα μουσεία της Ευρώπης και ιδιαίτερα της Βενετίας, για να δηλώνουν με την παρουσία τους τη μεγαλύτερη ντροπή που διέπραξαν ποτέ Χριστιανοί…

Επί τρεις ημέρες οι κάτοικοι της Πόλης, εκπληκτοι και πανικόβλητοι, υπέφεραν τα πάνδεινα. Σταυροφόροι έμπαιναν και έκαναν κατάληψη στα σπίτια τους, ταπεινώνοντας, βασανίζοντας και ανακρίνοντάς τους για να τους αποκαλύψουν πού κρύβουν τα πολύτιμα αντικείμενα. Βασανισμοί, δολοφονίες και βιασμοί από αυτούς που έφεραν στο μπράτσο τους το ιερό σύμβολο του Σταυρού. Πολλοί Βυζαντινοί για να γλιτώσουν προσπαθούν να απομακρυνθούν όπως-όπως από την Πόλη.

Επειδή οι σταυροφόροι εισέβαλλαν από τη βόρεια πλευρά και την ακτή του Κεράτιου, οι πρόσφυγες απομακρύνονται από τη νότια πλευρά και βγαίνουν από τη Χρυσή Πύλη. Όσο για τους ηγέτες των Σταυροφόρων, ακόμα και αν κάποιοι διαφωνούσαν με τα αίσχη των στρατιωτών, δεν τους εμπόδισαν. Για το μόνο που ενδιαφέρθηκαν ήταν να καταλάβουν τα παλάτια και τις πολυτελείς κατοικίες που για πρώτη φορά έβλεπαν στη ζωή τους, και να καταστρώσουν σχέδια για τη μοιρασιά λάφυρων, τίτλων και εδαφών.

 

Ο Αυτόπτης Μάρτυρας

Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης για την Άλωση της Πόλης: «Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..)Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (…).

Τέτοιες παρανομίες έκαναν οι στρατοί από τη Δύση εναντίον της κληρονομιάς του Χριστού, χωρίς να δείξουν σε κανένα φιλανθρωπία, αλλά γυμνώνοντάς τους όλους από χρήματα και κτήματα, από σπίτια και ρούχα. (…) και το πιο σημαντικό, αυτοί που πήραν το σταυρό στους ώμους και πολλές φορές ορκίστηκαν σε αυτόν και στα θεία λόγια ότι θα περάσουν δίχως να πειράξουν τις χώρες των Χριστιανών, χωρίς να κοιτάξουν αριστερά ή να εκκλίνουν προς τα δεξιά, αλλά θα οπλιστούν κατά των Σαρακηνών και να βάψουν τα ξίφη τους με το αίμα τους.(…) Οι δε Σαρακηνοί δεν έκαναν έτσι, και φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά όταν κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ.

Γιατί ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων, ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο,(…) και αφήνοντας όλους να φύγουν με ένα ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων και από τον καθένα έπαιρναν μερικά πράγματα αφήνοντας τα υπόλοιπα στους κατόχους τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν σαν την άμμο. Κι έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν το Χριστό προς τους αλλόπιστους Λατίνους, ούτε με ξίφος ούτε με φωτιά ούτε με λιμό ούτε με διωγμούς ούτε με άλλα δεινά. Σε εμάς όμως τα προκάλεσαν αυτά τα παραπάνω οι φιλόχριστοι και ομόδοξοι, όπως είπαμε με συντομία, αν και δεν είχαμε κάνει κάποιο αδίκημα»

Ο Γκύντερ του Παιρίς, ένας Κιστερσιανός μοναχός, αφηγείται την ιστορία από την άποψη κάποιου Αββά Μάρτιν, ο οποίος συνόδευσε τους Σταυροφόρους. Γράφει: ”Ένας υπέρλαμπρος πλούτος από χρυσό και ασήμι, μια μεγαλοπρεπής λάμψη από πετράδια και ρουχισμό, μια μεγαλειώδης αφθονία αγαθών που εμπορεύονται, μια μοναδική σοδειά από καλλιέργειες, σπίτια ανυπέρβλητης ομορφιάς με απαράμιλλες ανέσεις κάθε είδους (…) οι φτωχοί και ξένοι προς την πόλη Σταυροφόροι μεταμορφώθηκαν ξαφνικά σε πλούσιους πολίτες”.

Ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, που συμμετείχε στη πολιορκία, στο έργο ”Χρονικό της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης” γράφει…

«Εκείνη τη νύχτα (12 προς 13 Απριλίου 1204), μπροστά στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερατικού, δεν ξέρω ποιοι άνθρωποι, που φοβόντουσαν μην τους επιτεθούν οι Έλληνες, βάλανε φωτιά στο χώρο ανάμεσα σε αυτούς και στους Έλληνες. Και η πόλη άρχισε να αρπάζει φωτιά και να καίγεται πολύ άσχημα, και καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι το απόγευμα. Και τούτη ήταν η τρίτη πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη από τότε που ήρθανε οι Φράγκοι στην χώρα. Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας.

Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει πόσα, χρυσάφι, και ασήμι και σκεύη και πολύτιμα πετράδια και μετάξια και γούνινα φορέματα από γκρίζο σκίουρο και από ερμίνα, και όλα τα ακριβά πράγματα που βρέθηκαν ποτέ στη γη. Και δίνει βέβαιη μαρτυρία ο Γοδεφρίδος ο Μαρεσάλης της Καμπανίας, αληθινά και έχοντας σωστά τα λογικά του, πως από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μια μόνο πόλη.

Ο μαρκήσιος Βονιφάτιος του Μονφερράτου προχώρησε κατά μήκος της ακτής προς το παλάτι του Βουκολέοντα. Και σαν έφτασε εκεί, του το παρέδωσαν, για να σώσουν τη ζωή τους, εκείνοι που ήταν μέσα. Εκεί βρήκε τις περισσότερες από τις πιο σπουδαίες κυρίες όλου του κόσμου, που είχαν καταφύγει στο κάστρο. Εκεί βρισκόταν η αδελφή του βασιλιά της Γαλλίας, που ήταν κάποτε Αυτοκράτειρα (Αγνή, κόρη του Λουδοβίκου Ζ΄), και η αδελφή του βασιλιά της Ουγγαρίας που ήταν κι αυτή Αυτοκράτειρα, και πολλές σπουδαίες κυρίες.

Για το θησαυρό που βρισκόταν σε εκείνο το παλάτι, δε πρέπει καθόλου να μιλάμε. Γιατί υπήρχαν τόσα που δεν έχουν ούτε τέλος ούτε αριθμό. Ο καθένας πήρε για να μείνει όποιο σπίτι ήθελε, και υπήρχαν πολλά. Και έπρεπε να δοξάσουν πολύ τον Κύριο Ημών, γιατί δεν είχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους ανάμεσά τους και με τη βοήθεια του Θεού νίκησαν τετρακόσιες χιλιάδες ανθρώπους ή και περισσότερους, και μάλιστα μέσα στην πιο ισχυρή πόλη που υπήρξε σε όλον τον κόσμο, που ήταν μεγάλη πόλη, και η πιο καλά οχυρωμένη.

 

Η Άλωση της Πόλης το 1204 και οι Συνέπειές της

Αναφερόμενος στη Δ’ Σταυροφορία ο Η. Gregoire μιλεί για «Αίσχος της Δύσεως», ο Colin Morris παρατηρεί ότι «the Latin capture of Constantinople was a disaster for Christendom», ο δε St. Ranciman, στο κλασικό έργο του για τις Σταυροφορίες, δεν διστάζει να γράψει, ότι «δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από τη Δ’ Σταυροφορία». Είναι γεγονός ότι η συμπεριφορά των σταυροφόρων μετά την άλωση της Πόλης (13.4.1204) τεκμηριώνει αυτούς τους χαρακτηρισμούς.

Οι Φράγκοι «Χριστιανοί» διέπραξαν ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας. Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Λεηλάτησαν και διήρπασαν τον πλούτο της «Βασίλισσας των πόλεων του κόσμου». Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά τη συμφωνία, και ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’ (1198-1216). Το χειρότερο: πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανοραπόδισαν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της. Μόνο την πρώτη ημέρα δολοφονήθηκαν 7.000 κάτοικοι. Ιδιαίτερα όμως στόχος των σταυροφόρων ήταν ο ορθόδοξος Κλήρος.

Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης (Ιωάννης Γ΄) μόλις μπόρεσε, ανυπόδυτος και γυμνός, να περάσει στην απέναντι ακτή. Εσυλήθησαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, σε πρωτοφανείς σκηνές φρίκης. Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο Λατινικός κλήρος. Επί πολλά χρονιά τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς από την Πόλη στη Δύση, Οπού ακόμη και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Βασικός τόπος συγκέντρωσης των διαρπαγέντων θησαυρών ο ναός του Αγίου Μάρκου στη Βενετία.

Ένα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τους «Βυζαντινούς» θησαυρούς του Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες. Η συμπεριφορά όμως των εισβολέων σταυροφόρων αποκάλυψε στους ανατολικούς τη Φραγκική Δύση, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το μεγάλο εκκλησιαστικό σχίσμα (1054). Βαθύτερα ίχνη από την ίδια την καταστροφή της «πόλεως των πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στις ψυχές των Ορθοδόξων.

Για τους Ρωμιούς ήταν πια απόλυτα βεβαιωμένο, ότι η Δ’ Σταυροφορία στόχευε απ’ αρχής στη διάλυση της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης (Ρωμανίας). Οι δυτικές, μάλιστα, πηγές ρίχνουν το βάρος στην εκκλησιαστική πλευρά του θέματος. Την καταστροφή της Κωνσταντινούπολης βλέπουν ως τιμωρία των «αιρετικών» Γραικών, που ήταν «ασεβείς και χειρότεροι από τους Εβραίους». Την άλωση της Πόλης αποτιμούν ως «νίκη της Χριστιανοσύνης».

Οι «Βυζαντινοί» εξ άλλου συνειδητοποίησαν ότι μετά το 1204 ουσιαστικός εχθρός τους ήταν οι Λατινοφράγκοι, γιατί μόνο από αυτούς κινδύνευε η Ορθόδοξη πίστη και η παράδοση του Γένους. Έτσι, διαμορφώθηκε και υποστασιώθηκε η στάση των ανθενωτικών, που προέκριναν την (πρόσκαιρη) συνεργασία με τους Οθωμανούς από τη «φιλία» των Φράγκων, επιλέγοντας ενσυνείδητα μεταξύ των δύο κακών. Είναι η συνείδηση, που θα εκφρασθεί θεολογικά -και αναντίρρητα- το 18ο αιώνα από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό:

«Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός, πώς τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (χρήματα) δώσ’ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη…». Ο άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες ενωτικούς.

Μαζί με την κατάληψη της Πόλης οι σταυροφόροι συμφώνησαν (κάτω από τα τείχη της υπογράφηκε η συνθήκη) την ίδρυση Φραγκολατινικού Κράτους Κωνσταντινουπόλεως και το διαμελισμό της Αυτοκρατορίας (partition Romaniae ήταν ο σχετικός όρος, στον οποίο σώζεται το αληθινό όνομα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Ρωμανία). Όλες οι ενέργειες όμως των Φράγκων κατακτητών προϋπέθεταν την αδιάστατη συνάφεια πολιτικών και εκκλησιαστικών πραγμάτων, κάτι που κυριάρχησε και στη λατινική Δύση και στη Ρωμαίικη Ανατολή ως τους τελευταίους αιώνες.

Έτσι, μετά την εκλογή Αυτοκράτορα (κόμης Βαλδουίνος της Φλάνορας) διορίστηκε και Λατίνος Πατριάρχης, ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνι. Παράλληλα δε με την ίδρυση των Φραγκικών ηγεμονιών σ’ όλη την έκταση του ιστορικού Ελληνικού χώρου ιδρύθηκαν και Λατινικές εκκλησιαστικές περιφέρειες, με ιεραρχία Παπική. Έτσι, οι αφορμές συγκρούσεως Φράγκων κατακτητών και Ελληνορθόδοξων υποδούλων είχαν πια διττή πηγή, και πολιτική, αλλά κυρίως εκκλησιαστική.

Η εγκαθίδρυση Λατινικής ιεραρχίας σ’ όλες τις Φραγκικές ηγεμονίες επεδίωκε την υποταγή των Ορθοδόξων πληθυσμών στην αυθεντία του Παπικού θρόνου και των Φράγκων ηγεμόνων. Ο Παπικός θρόνος, είναι γεγονός, στο πρόσωπο του μεγαλεπήβολου Πάπα Ιννοκεντίου Γ’, επεδίωξε με τη Φραγκική επικράτηση και τη διεύρυνση των πολιτικών ερεισμάτων του στην Ανατολή, ως και την άμεση υποταγή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον Πάπα της Ρώμης. Αυτός άλλωστε ήταν ο αμετάθετος σκοπός του Παπισμού μετά το σχίσμα.

Την υποταγή εξ άλλου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον Πάπα είχε υποσχεθεί ο διεκδικητής του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως Αλέξιος, γιος του εκθρονισμένου αυτοκράτορα Ισαακίου Β’ Αγγέλου (1195-1204), ζητώντας τη βοήθεια του Πάπα. Ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Δάνδολος υποστήριξε την εκλογή του Θωμά Μοροζίνι ως πρώτου Λατίνου Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως και πνευματικού ηγέτη της Λατινικής Αυτοκρατορίας.

Αλλά και ο Λατίνος Αυτοκράτορας Βαλδουίνος έγινε αυτοβούλως υποτελής του Πάπα Ρώμης, ο οποίος από την πλευρά του ως αντίδωρο προσέφερε τη στήριξη του στο νέο Αυτοκράτορα. Μεγαλύτερη αξία, έτσι, από τη λεία είχε για τον Πάπα και το κράτος του η επιβολή του Λατινικού κύρους στην Ανατολή. Διοργανώθηκε γι’ αυτό η Λατινική ιεραρχία κατάλληλα, ώστε να διεξαγάγει τελεσφόρο αγώνα για τη μεταστροφή και υποταγή των Ορθοδόξων. Όσοι δεν ανεγνώριζαν το Λατίνο Αυτοκράτορα και τη Λατινική Ιεραρχία χαρακτηρίζονταν σχισματικοί.

Την διοργάνωση του αγώνα για την υποταγή της Ορθόδοξης Ανατολής στον Πάπα ανέλαβαν Παπικοί Λεγάτοι (αντιπρόσωποι του Πάπα). Η πνευματική αυτή εκστρατεία επέφερε αναστάτωση στην Ορθόδοξη Ιεραρχία. Πολλοί Ορθόδοξοι ιεράρχες κατέφυγαν στα τρία νέα Ελληνικά κράτη (Νικαίας, Τραπεζούντας και Ηπείρου). Οι παραμείναντες στους θρόνους τους Ορθόδοξοι ιεράρχες ζούσαν κάτω από συνεχείς πιέσεις, για να υποταχθούν στον Παπικό θρόνο, στις κενές δε η χηρεύουσες θέσεις εχειροτονούντο Λατίνοι.

22 Αρχιεπισκοπές (Μητροπόλεις) και 56 Επισκοπές προσαρτήθηκαν στο Λατινικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς όμως ποτέ να δηλώσουν υποταγή στον Πάπα. «Η επιβολή όμως της Φραγκοκρατίας στα εδάφη της αυτοκρατορίας κατέστη νέο ερέθισμα γενικότερων συγκρούσεων των τοπικών πληθυσμών προς τους κατακτητές της Δύσεως». Ο Ιννοκέντιος στη σύνοδο του Λατερανού (1215), για να αντιμετωπίσει την ορθόδοξη αντίσταση και να διευκολύνει την υποταγή ευρύτερων μαζών στο παπικό δόγμα, εφεύρε τον καταχθόνιο θεσμό της Ουνίας.

Ο θεσμός δε της Ουνίας, που ως πολιορκητική μηχανή και «δούρειος ίππος» επικράτησε αργότερα σε περιοχές της Ορθόδοξης Ανατολής, παραμένει μέχρι σήμερα ουσιαστικό εμπόδιο στο διάλογο Ορθοδοξίας –  Ρωμαιοκαθολικισμού και σοβαρότατο εμπόδιο στο δρόμο της ένωσης. Αρνητικά όμως η ουνιτική επέλαση στην Ανατολή (μέσω του Ιησουίτικου Τάγματος) βοήθησε στην αφοσίωση του λαού στην Ορθοδοξία. Η Σύνοδος έκαμε δεκτή τη διατήρηση των εκκλησιαστικών εθίμων των Ορθοδόξων, ζητώντας από αυτούς μόνο την αναγνώριση του Παπικού πρωτείου (και ευρύτερα του Παπικού θεσμού) και την υποταγή, έτσι, στον Παπικό θρόνο.

Η τακτική αυτή προκάλεσε μεγαλύτερες και οξύτερες αντιθέσεις. Η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις Λατινοκρατούμενες περιοχές απέβη πράγματι τραγική. Όσοι ιεράρχες δεν εξεδιώχθησαν και παρέμειναν στις επισκοπές τους στερήθηκαν της εκκλησιαστικής γης, που άρπαξαν οι Λατίνοι, και έχασαν κάθε ελευθερία, ώστε η διαποίμανση να καθίσταται, αν όχι αδύνατη, δυσχερέστατη. Κατά τον αείμνηστο καθηγητή Γεράσιμο Κονιδάρη όσοι ορθόδοξοι ιεράρχες έφευγαν από τις Λατινοκρατούμενες περιοχές προσέφεραν αρνητικά υπηρεσία στην Ορθοδοξία, διότι «δεν παρέσχον εις τους Λατίνους την ευχαρίστησιν να υποτάξωσιν αυτούς».

Στις περιοχές που εισέβαλε ο Λατινικός κλήρος, λίγο μετά το 1204 άρχισε να λειτουργεί ο θεσμός των Πρωτοπαπάδων («Μέγας Πρωτοπαπάς») ως επί κεφαλής του Ορθοδόξου πληρώματος, χωρίς όμως δικαίωμα χειροτονιών, αφού δεν ήσαν Επίσκοποι. Έτσι, ταπεινώθηκε ο Ορθόδοξος κόσμος ακόμη περισσότερο, μολονότι οι Πρωτοπαπάδες σχεδόν στο σύνολο τους ανταποκρίθηκαν με ζήλο και συνέπεια στο έργο τους (π.χ. Επτάνησα, Κρήτη κ.λπ.). Ο θεσμός των Πρωτοπαπάδων διευκόλυνε τη λύση και άλλων σοβαρών προβλημάτων. Ο Ιννοκέντιος λ.χ. για τη διατήρηση Ορθοδόξων ιεραρχών στους θρόνους τους έθεσε όρους:

  • Να ερωτώνται, αν δέχονται τον Πάπα ως κεφαλή, ειδ’ άλλως να καθαιρούνται και την έδρα τους να καταλαμβάνει Λατίνος «Επίσκοπος»,
  • Στην αρχή της Λατινοκρατίας οι παραμένοντες επίσκοποι έπρεπε να μυρωθούν, γρήγορα όμως αποσύρθηκε ο όρος αυτός,
  • Ο Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έλαβε το δικαίωμα από τον Πάπα να χειροτονεί Ορθοδόξους ιεράρχες σε περιοχές Ορθοδόξων και, αν δεν γινόταν αυτό δεκτό, τότε να χειροτονούνται Λατίνοι,
  • Επειδή οι ναοί παραδόθηκαν στους Λατίνους, ο λαός αναγκαζόνταν πολλές φορές να κοινωνεί στη λατρεία μαζί τους. Όπως δε έχει αποδειχθεί, η λατρειακή αυτή «κοινωνία» Ορθοδόξων με Λατίνους γινόταν, κατά κανόνα, αναγκαστικά και δεν μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερη ενέργεια και επιλογή των Ορθοδόξων, ώστε να μιλούμε για «μυστηριακή διακοινωνία» (intercommunio).

Βέβαια, η παρουσία της Χάρης και Αγάπης του Θεού για τους πιεζόμενους Ορθοδόξους είναι σε πολλές περιπτώσεις χειροπιαστή. Έτσι, οι Λατίνοι Επίσκοποι με τη φεουδαρχική νοοτροπία τους, κατά κανόνα λίγο έμεναν στον τόπο της επισκοπής τους, όπως λ.χ. στην Κρήτη, πήγαιναν δε εκεί μόνο για την είσπραξη των εισοδημάτων τους. Είναι, εξ άλλου, βέβαιο, ότι οι κληρικοί, που ο Πάπας έστελνε στην ορθόδοξη Ανατολή, δεν ήταν κατά το πλείστον οι καλύτεροι, ακόμη και στο θέμα της παιδείας, και γι’ αυτό η επιρροή τους στον Ορθόδοξο πληθυσμό έμενε πολύ περιορισμένη.

Οι Ορθόδοξοι πληθυσμοί έμειναν πιστοί στην εκκλησιαστική ηγεσία τους (Οικουμενικό Πατριαρχείο), που έβρισκε ποικίλους τρόπους για να επικοινωνεί με το πλήρωμα και να το συγκρατεί ποιμαντικά στην παράδοση του. Ιδιαίτερα οι Βενετοί φρόντιζαν να διορίζουν δικούς τους κληρικούς, λόγω της αντίθεσης της Βενετίας με τη Ρώμη και τον πάπα, αλλά και του εθνικιστικού πνεύματος της Γαληνοτάτης («πρώτα Βενετσιάνοι και μετά Χριστιανοί»).

Ο λαός στην πλατιά διαστρωμάτωση του δύσκολα επηρεαζόταν από το Λατινικό στοιχείο, αυτό δε ίσχυε ακόμη και για το «αρχοντολόϊ», ελάχιστα μέλη του οποίου προσεχώρησαν καθαρά στο Λατινισμό, ενώ τα περισσότερα ανέπτυσσαν πολιτική και διπλωματική εξαπάτηση των Ενετών και των Λατίνων, με σημαντική μάλιστα επιτυχία. Οι περισσότεροι των σημερινών Ρωμαιοκαθολικών της Ελλάδος είναι απόγονοι Λατινικών οικογενειών, που εγκαταστάθηκαν στην Ανατολή, όπως φαίνεται και από τα επώνυμα τους.

Οι συνέπειες για την Ορθόδοξη και Καθολική εκκλησία ήταν:

α) Όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής Βλάσ. Φειδάς: «Οι συνέπειες της αναπόφευκτης αυτής εκτροπής των σταυροφοριών υπήρξαν οδυνηρές για τις σχέσεις των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, αφού αφ’ ενός μεν αλλοιώθηκε ο εκκλησιαστικός χαρακτήρας των σχέσεων, αφ’ ετέρου δε φορτίσθηκε το σχίσμα με τις ποικίλες πολιτικό-κοινωνικές αντιθέσεις των Βυζαντινών έναντι οποιασδήποτε δυτικής παρουσίας στην Ανατολή». Ο μέσος Ρωμιός γρήγορα θα συνειδητοποιήσει την τεράστια σημασία της Α’ Αλώσεως της Πόλης και της διαλύσεως της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης.

 

Όσο μάλιστα θα παρατείνεται η Φραγκοκρατία, η αντιπάθεια εναντίον των Λατινοφράγκων θα μεταστοιχειωθεί σε ομοψυχία. Μόνο οι ενωτικοί θα συμπαθούν την Παλαιά Ρώμη. Λόγω δε της διασπάσεως της ενότητος των επί μέρους εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας μετά το 1204, θα αρχίσει ο τονισμός της εθνικότητας (καταγωγής) με την εμφάνιση ενός πρώϊμου εθνικισμού. Ο τραυματισμός δε του εθνικού γοήτρου θα γεννήσει τη Μεγάλη Ιδέα, ως πόθο για την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως και ανασύσταση της Αυτοκρατορίας. Αυτή την ιδέα θα ενστερνισθεί και θα καλλιεργήσει με διάφορες παραλλαγές, ιδιαίτερα ο εκκλησιαστικός χώρος.

β) Το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, που άνοιξε με το σχίσμα του 1054, έγινε τώρα αγεφύρωτο. Οι Φράγκοι απέδειξαν ότι δεν επιβουλεύονται μόνο τη ζωή μας, αλλά κάτι πολυτιμότερο: την ίδια την πίστη μας (Πατρο-κοσμάς).

γ) Γι’ αυτό απέτυχαν όλες οι ενωτικές προσπάθειες των Αυτοκρατόρων της Νέας Ρώμης από τον ΙΑ’ ως το ΙΔ’ αιώνα, αποκρούσθηκε δε με τόσο πάθος η ενωτική σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39). Η δυσπιστία δε έναντι του Παπισμού, και γενικότερα της Χριστιανικής Δύσεως, συνεχίσθηκε σ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας και Ενετοκρατίας, για να φθάσει μέχρι σήμερα, ως συνείδηση, που μπορεί να εκφράσει το ελαφρά παρηλλαγμένο απόφθεγμα: «Timeo Latinos et dona ferentes»!

δ) Οι σταυροφορίες, και κυρίως η τέταρτη, με την αποσύνθεση και διάλυση της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, έδωσαν έμμεσα ώθηση στην ανάπτυξη και ενδυνάμωση του Ισλαμισμού. Η Κωνσταντινούπολη ανακτήθηκε μεν το 1261, αλλά η Αυτοκρατορία δεν επανεύρε ποτέ την παλαιά δύναμη και ρωμαλεότητα της. Όπως πολύ σωστά παρατήρησε η κ. Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, μετά το 1204 η Κωνσταντινούπολη ήταν «μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί».

ε) Τεράστια όμως σε σημασία αποδείχθηκε η Δ’ σταυροφορία και για τις εξελίξεις της Ευρώπης. «Ένας νέος κόσμος άρχισε να παράγεται στη Δύση, που μέσα από ποικίλες ανακατατάξεις θα πλάσει στους κατοπινούς αιώνες το πρόσωπο της Ευρώπης». Δεν βρίσκω καταλληλότερο ακροτελεύτιο λόγο, από μια σχετική αναφορά στην πορεία της Ευρώπης του μεγάλου ερευνητού του 1204 Σερ Έντουϊν Πήαρς: Οι επιπτώσεις της Τέταρτης Σταυροφορίας επί του Ευρωπαϊκού πολιτισμού υπήρξαν εξ ολοκλήρου καταστρεπτικές.

Η λάμψη του Ελληνικού πολιτισμού, την οποία το Βυζάντιο συντηρούσε επί εννέα αιώνες μετά από την επιλογή της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύουσας, έσβησε ξαφνικά. Η σκληρότητα, η στενότητα και ο Εβραϊσμός του δυτικού πολιτισμού αφέθηκαν να αναπτυχθούν με πολύ λίγη πρόσμειξη από τη χαρά και την ομορφιά της Ελληνικής ζωής. Το έγκλημα της Τέταρτης Σταυροφορίας παρέδωσε την Κωνσταντινούπολη και τη Βαλκανική Χερσόνησο σε έξι αιώνες βαρβαρότητας και κατέστησε μάταιες τις προσπάθειες του Ιννοκέντιου και των μετά από εκείνον πολιτικών να ανακτήσουν τη Συρία και τη Μικρά Ασία για χάρη της Χριστιανοσύνης και του πολιτισμού.

Προκειμένου να αντιληφθούμε την πλήρη σημασία της Λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, πρέπει να προσπαθήσουμε να συνειδητοποιήσουμε ποιος θα ήταν σήμερα ο πολιτισμός της Δυτικής Ευρώπης, αν η προ έξι αιώνων Ρωμανία δεν είχε καταστραφεί. Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται σήμερα μία σεισμική ενέργεια εκ μέρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πέρα από μια τυπική «συγγνώμη», και μάλιστα όχι του ίδιου του Παπισμού, για τη δημιουργία της αναγκαίας εμπιστοσύνης στις σημερινές σχέσεις.

Και αυτή η ενέργεια δεν μπορεί ποτέ να είναι η καλλιέργεια κοσμικών, φιλικών σχέσεων και οι αθεολόγητες ωραιολογίες των επετειακών συναντήσεων, αλλά η ειλικρινής μετάνοια του Παπισμού, με την απόρριψη των Παπικών δογμάτων και της κρατικής υποστάσεως του. Διότι αυτά τα μεγέθη γεννούν τις σταυροφορίες και το πνεύμα τους. Οι απανταχού της γης Ορθόδοξοι μπορούν, ως τότε, να προσεύχονται και να περιμένουν.

 

ΟΙ ΔΥΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Το Χρονικό του Βιλλαρδουίνου

Λίγα είναι τα ιστορικά γεγονότα του μεσαίωνα, που έχουν προκαλέσει τόσες αντιπαραθέσεις, τόσο εκτενείς και ατέρμονες συζητήσεις και προβληματισμούς, όσο η παρέκκλιση της περιβόητης Τέταρτης Σταυροφορίας (1201–1204), καθώς και τα καταστροφικά για τον Μεσαιωνικό Ελληνισμό αποτελέσματά της –αποτελέσματα που έδειξαν εναργέστερα το αγεφύρωτο ιδεολογικό χάσμα που χώριζε την ανατολική από τη δυτική Χριστιανοσύνη.

Επιζητώντας την ευκαιρία να πάρουν εκδίκηση για τις διώξεις που είχαν υποστεί στο Βυζάντιο λίγες δεκαετίες προηγουμένως, οι Λατίνοι «χτύπησαν» στις αρχές του 13ου αιώνα, την ευκαιρία τους την έδωσε η θεωρούμενη από την ιστοριογραφία «αποκλημένη» Δ΄ Σταυροφορία, που ενώ ξεκίνησε από τη Δύση (όπως και οι προηγούμενες τρεις) με σκοπό την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους Μουσουλμάνους, τελικά στράφηκε κατά των Ανατολικών Χριστιανών του Βυζαντίου.

Έτσι, οι σιδερόφρακτοι «ιππότες του σταυρού» εκπόρθησαν και λεηλάτησαν τη Βυζαντινή πρωτεύουσα με μια πρωτοφανή αγριότητα στις 12 προς 13 Απριλίου 1204 – μια αγριότητα που μπροστά της «ωχριούν» οι λεηλασίες των Οθωμανών Τούρκων κατά την οριστική δεύτερη άλωση του Βυζαντίου στις 29 Απριλίου 1453.

 

O Χρονικογράφος Bιλλαρδουίνος και το Έργο του

H σημαντικότερη δυτικοευρωπαϊκή αφήγηση για την Δ΄ Σταυροφορία προέρχεται από τη γραφίδα του Φράγκου ιππότη Γοδεφρείδου Bιλλαρδουίνου, του σταυροφόρου – χρονικογράφου που έλαβε και ο ίδιος μέρος στις επιχειρήσεις κατά του Βυζαντίου. Καταγόταν από γνωστό αριστοκρατικό οίκο της Καμπανίας, που γεννήθηκε μεταξύ 1150-1154, και αργότερα έγινε «Μαρεσάλης Καμπανίας».

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 έγινε «Μαρεσάλης Ρωμανίας» και του παραχωρήθηκε φέουδο στη Μοσυνόπολη της Θράκης από τον πρώτο Λατίνο βασιλιά Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιο Μομφερρατικό, το 1207. Εκεί ο Βιλλαρδουίνος έμελλε να περάσει τα τελευταία του χρόνια (πέθανε μεταξύ 1212 και 1218). Tο «Χρονικό της άλωσης της Κωνσταντινούπολης» ο Βιλλαρδουίνος άρχισε να το γράφει περί το 1208/1209 σε παλαιογαλλικό ιδίωμα, που θεωρείται πραγματικό γλωσσικό μνημείο. Tο έργο αυτό δεν ξέφυγε της προσοχής του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που στην «Ιστορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος» έγραφε τα εξής:

«…ξεφεύγει από την παράδοση της χρονογραφίας και ανεβαίνει στο επίπεδο της ιστοριογραφίας. Στο έργο αυτό βλέπουμε να γεννιέται το διανοητικό και γλωσσικό ύφος που έγινε αποφασιστικό για τη Γαλλική λογοτεχνία. H αφήγηση είναι, στη λογική διάταξη της ύλης, άρτια. Κάθε λέξη είναι στη θέση της. Αποφεύγονται οι παρεκβάσεις, ο τόνος είναι νηφάλιος, το καθετί συγκεκριμένο…».

Tο «Χρονικό» καλύπτει την περίοδο 1197 / 98-1207 μ.X., αρχίζοντας από τις προετοιμασίες της Δ΄ Σταυροφορίας και αναλύοντας τις επιχειρήσεις στη Δαλματία, την παρέκκλιση, την πολιορκία και κατάληψη της Βυζαντινής πρωτεύουσας και τα πρώτα χρόνια της Λατινικής εξουσίας, γνωστά στην ιστοριογραφία ως χρόνια της «Λατινικής Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας».

Tο έργο απ το 1985 υπάρχει σε Ελληνική μετάφραση, πως επίσης και οι παράλληλης σημασίας δυτικοί χρονικογράφοι Ροβέρτος του Κλαρί (12ος – 13ος αι.), με σποραδικές πληροφορίες για τις περιόδους 1197/98 – 1201 και 1205 – 1216 και με αναλυτικά στοιχεία για τα χρόνια 1201 – 1205, καθώς και ο θεωρούμενος συνεχιστής του Βιλλαρδουίνου, Ερρίκος της Βαλανσιέν (12ος – 13ος αι.), για τα χρόνια 1207 – 1209.

Προφανώς ο Βιλλαρδουίνος λόγω της υψηλής θέσης του στη σταυροφορική ιεραρχία είχε πρόσβαση σε επίσημα έγγραφα, κάτι που δίνει στην αφήγησή του πρόσθετο κύρος, ενώ επίσης χρησιμοποιήθηκε ως πρέσβης προς τους Βυζαντινούς και συμμετείχε συχνά στα συμβούλια των σταυροφόρων αρχηγών. H περιγραφή του για την άλωση της «Βασιλεύουσας» είναι λεπτομερής και συμπληρώνει σε αρκετά σημεία την κύρια Βυζαντινή πηγή, τον αξιωματούχο και ιστοριογράφο Νικήτα Χωνιάτη, αν και ο Βιλλαρδουίνος αρκετές φορές δείχνει να μεροληπτεί στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τη βάρβαρη συμπεριφορά των Δυτικών Χριστιανών κατακτητών του Βυζαντίου.

 

Αποσπάσματα του Βιλλαρδουίνου από την Άλωση της Πόλης

Oι περιγραφές του Βιλλαρδουίνου για τις επιχειρήσεις των σταυροφόρων κατά της Κωνσταντινούπολης καλύπτουν (με μορφή ημερολογίου) την περίοδο από τις πρώτες επιθέσεις τον Ιούνιο του 1203 ώς την επαύριον της άλωσης τον Απρίλιο του 1204. Σχετικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα υπάρχουν στα πέντε χωρία που ακολουθούν:

1. 8 Iουνίου 1203: οι σταυροφόροι πρωτοαντικρίζουν την Πόλη (παράγραφοι 127-128):
«Τότε ξεκίνησαν από το λιμάνι της Αβύδου… μέχρι που φτάσανε στον Άγιο Στέφανο, ένα μοναστήρι τρεις λεύγες μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Και τότε είδαν ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη κείνοι από τα μεταγωγικά και τις γαλέρες και τα ιππαγωγά, και πιάσανε λιμάνι και ρίξανε άγκυρα στα πλοία τους.

Tώρα μπορείτε να μάθετε πως κοίταζαν επίμονα την Κωνσταντινούπολη κείνοι που δεν την είχαν δει ποτέ· γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν πως μπορεί να υπάρχει σ’ όλον τον κόσμο μια τόσο πλούσια πόλη, όταν είδαν αυτά τα ψηλά της τείχη και τους πλούσιους πύργους κι αυτά τα πλούσια παλάτια κι αυτές τις ψηλές εκκλησίες, που ’ταν τόσες πολλές που κανείς δε θα το πίστευε αν δεν το ’βλεπε με τα μάτια του, κι ακόμα το μήκος και το πλάτος της πόλης που κυβερνούσε όλες τις υπόλοιπες.

Και μάθετε πως δεν υπήρξε άνθρωπος, άνθρωπος τόσο ασυγκίνητος, που να μην ανατριχιάσει· κι αυτό δεν ήταν καθόλου περίεργο, γιατί ποτέ δεν ανέλαβαν άνθρωποι μια τόσο μεγάλη επιχείρηση από τότε που χτίστηκε ο κόσμος».

2. 17/18 Iουλίου 1203: ο Aλέξιος Γ΄ Aγγελος εγκαταλείπει την Π λη (παράγραφος 182):
«…Κείνη τη νύχτα ο Αυτοκράτορας Αλέξιος της Κωνσταντινούπολης πήρε από τους θησαυρούς του κείνα που μπορούσε να κουβαλήσει και πήρε μαζί του κείνους τους ανθρώπους του που θέλανε να φύγουν· έφυγε και άφησε την πολιτεία. Και κείνοι της πόλης νιώσανε μεγάλη έκπληξη. Και πήγανε στη φυλακή που ήταν ο Αυτοκράτορας Ισαάκ (Ισαάκιος B΄ Άγγελος, ο τυφλωμένος από τον Αλέξιο Γ΄ αδελφός του), που του ’χανε βγάλει τα μάτια, και τον ντύσανε Αυτοκρατορικά· τον φέρανε στο ψηλό παλάτι των Βλαχερνών και τον καθίσανε στο ψηλό θρόνο και τον υπάκουαν σαν κύρη τους.

 

Και τότε ορίσανε αγγελιαφόρους με τη σύμφωνη γνώμη του Αυτοκράτορα Ισαάκ και τους στείλανε στο στρατόπεδο και μήνυσαν στο γιο του Αυτοκράτορα Ισαάκ (Αλέξιο Δ΄ Άγγελο) και στους ευγενείς πως ο Αυτοκράτορας Αλέξιος (Γ΄ Άγγελος) είχε φύγει και είχαν αποκαταστήσει σαν Αυτοκράτορα τον Αυτοκράτορα Ισαάκ».

3. Tέλη Iουλίου 1203: τα μεγάλα πλούτη της Πόλης (παράγραφος 192):
«Tώρα μπορείτε να μάθετε πως πολλοί από κείνους του στρατού (των σταυροφόρων) πήγαν να δουν την Κωνσταντινούπολη και τα πλούσια παλάτια και τις ψηλές εκκλησίες, που τόσες πολλές υπήρχαν, και τα μεγάλα πλούτη που σε καμιά πόλη δεν υπήρχαν τόσα. Για τα άγια λείψανα, δεν πρέπει καθόλου να μιλάμε, γιατί τόσα υπήρχαν κείνη την εποχή στην πόλη, όσα σ’ όλο τον άλλο κόσμο μαζί. Και κάνανε πολύ εμπόριο μεταξύ τους οι Έλληνες και οι Φράγκοι, σ’ όλα τα πράγματα, και σ’ εμπορεύματα και σ’ άλλα αγαθά».

4. Δευτέρα 12–Tρίτη 13 Aπριλίου 1204: η τελική επίθεση, η μεγάλη πυρκαγιά και η άλωση (παράγραφος 246–248):
«…Αλλά ο Αυτοκράτορας Μούρτζουφλος (Αλέξιος E΄ Δούκας, ο τελευταίος πριν από την άλωση) δεν ξεκουράστηκε καθόλου, αλλά μάζεψε τους ανθρώπους του και είπε πως θα πήγαινε να επιτεθεί στους Φράγκους. Αλλά καθόλου δεν έκανε έτσι όπως είπε, αλλά πήγε από άλλους δρόμους, όσο πιο μακριά μπορούσε από κείνους του στρατού, και ήρθε σε μια πύλη που τη λένε Χρυσή Πύλη. Από εκεί έφυγε και εγκατέλειψε την πόλη· και πίσω του έφυγε όποιος μπορούσε να φύγει…

 

Κείνη τη νύχτα, μπροστά στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερράτου (αρχηγού των Λομβαρδών σταυροφόρων), δεν ξέρω ποιοι άνθρωποι, που φοβόντουσαν μην τους επιτεθούν οι Έλληνες, βάλανε φωτιά στο χώρο ανάμεσα σ’ αυτούς και στους Έλληνες. Και η πόλη άρχισε ν’ αρπάζει φωτιά και να καίγεται πολύ άσχημα, και καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι τ’ απόγευμα.

Και τούτη ήταν η τρίτη πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη από τότε που οι Φράγκοι ήρθανε στη χώρα. Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια απ’ όσα (σπίτια) υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας. Κείνη η νύχτα πέρασε και ξημέρωσε το πρωί της Τρίτης. Και τότε πήραν τα όπλα όλοι στο στρατόπεδο (των σταυροφόρων), και οι ιππότες και οι απλοί στρατιώτες. Και πήγε ο καθένας στο σώμα μάχης που είχε ταχθεί· και βγήκαν από το στρατόπεδο και πίστεψαν πως θα πηγαίνανε στην πιο μεγάλη μάχη που ’χαν ποτέ κάνει: και δεν ξέρανε καθόλου πως ο Αυτοκράτορας (Αλέξιος E΄) είχε φύγει κείνη την ημέρα. Και δε βρέθηκε κανένας να τους αντιμετωπίσει».

5. 18–25 Aπριλίου 1204: η μοιρασιά των λαφύρων (παράγραφοι 250–251):
«…O καθένας (από τους σταυροφόρους αρχηγούς) έβαλε φρουρά από ανθρώπους του στο κάστρο που του ’χε παραδοθεί, για να φυλάνε το θησαυρό . Και οι υπόλοιποι που είχαν σκορπιστεί στην πόλη πήρανε πολλά λάφυρα· και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει πόσα, χρυσάφι και ασήμι και σκεύη και πολύτιμα πετράδια και μετάξια και γούνινα φορέματα από γκρίζο σκίουρο και από ερμίνα, και όλα τα ακριβά πράγματα που βρέθηκαν ποτέ στη γη.

 

Και δίνει βέβαιη μαρτυρία ο Γοδεφρείδος ο Μαρεσάλης της Καμπανίας, αληθινά και έχοντας σωστά τα λογικά του, πως από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μια μόνο πόλη. O καθένας πήρε για να μείνει όποιο σπίτι ήθελε, και υπήρχαν πολλά. Έτσι εγκαταστάθηκε εκεί ο στρατός των προσκυνητών και των Βενετών. Και μεγάλη ήταν η χαρά για τα πλούτη και για τη νίκη που τους έδωσε ο Θεός· γιατί εκείνοι που ήταν φτωχοί βρεθήκανε σε πλούτη και σε πολυτέλεια.

Έτσι πέρασε η Κυριακή των Βαΐων (18 Απριλίου 1204) και μετά, το Πάσχα (25 Απριλίου) μέσα σ’ αυτά τα δώρα και τη χαρά… Και έπρεπε να δοξάσουν πολύ τον Κύριο… γιατί δεν είχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους ανάμεσά τους και με τη βοήθεια του Θεού νίκησαν τετρακόσιες χιλιάδες ανθρώπους ή και περισσότερους και μάλιστα μέσα στην πιο ισχυρή πόλη που υπήρξε σ’ όλον τον κόσμο, που ήταν μεγάλη πόλη και η πιο καλά οχυρωμένη».

 

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΧΡΟΝΙΚΑ

H ιστορική περίοδος μετά τη Δ΄ Σταυροφορία είναι μια από τις καλύτερα γνωστές, με πλούσια ενημέρωση στην ιστοριογραφία της εποχής, παρά το γεγονός ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καταλύθηκε για 57 χρόνια (1204–1261) και διασπάστηκε σε διάφορα τμήματα, όπως την Αυτοκρατορία «της εξορίας» των Λασκαριδών της Νικαίας, το αυτόνομο κράτος της Hπείρου (που ακόμα μελετητές το αποκαλούν «Δεσποτάτο»), την Αυτοκρατορία των Μεγαλοκομνηνών του Πόντου, το ημιαυτόνομο κράτος της Θεσσαλίας, την επίσης ημιαυτόνομη επικράτεια των Δωδεκανήσων υπό τους Γαβαλάδες και το εφήμερο κρατίδιο του Λέοντα Σγουρού στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.

 

Κυριότερες Πηγές

Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η πρώτη δωδεκαετία μετά τη Δ΄ Σταυροφορία, δηλαδή η περίοδος 1204–1216, της οποίας η λήξη συμπίπτει με το θάνατο του πραγματικά σπουδαίου Λατίνου ηγεμόνα της Κωνσταντινούπολης (της «Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας»), Ερρίκου της Φλάνδρας. Oι δύο κυριότερες πηγές για τη Δ΄ Σταυροφορία, ο Βυζαντινός Νικήτας Χωνιάτης (πέθανε γύρω στο 1217) και ο Φράγκος Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος (πέθανε μεταξύ 1212–1218), κάλυψαν την περίοδο ως το 1207.

Ενώ για τα επόμενα χρόνια βρίσκουμε πολύτιμα στοιχεία όχι μόνο σε Βυζαντινές Ελληνικές πηγές (Γεώργιο Ακροπολίτη, Θεόδωρο Σκουταριώτη, Ιωάννη Απόκαυκο, Νικόλαο Μεσαρίτη, Εφραίμ τον Αίνιο, Νικηφόρο Γρηγορά), αλλά και σε Λατινικές (Ροβέρτος του Κλαρύ, Ερρίκος του Βαλανσιέν), σε Μουσουλμανικές Αραβοπερσικές, σε Αρμενικές, Συριακές και Σλαβονικές. Δεν θα έπρεπε επίσης να παραλειφθεί εδώ το ιδιότυπον «Χρονικόν του Μορέως» (σε Ελληνική, Ιταλική, Γαλλική και Ισπανική / Αραγονική παραλλαγή), με πολύτιμα στοιχεία για τους πρώτους χρόνους της Λατινικής κυριαρχίας στον Ελλαδικό χώρο.

Δύο από τις κυριότερες πηγές της περιόδου 1204–1216, που εξετάζονται σε συνάφεια με το χρονικό του Βιλλαρδουίνου, είναι ο Ροβέρτος του Κλαρύ, που θεωρείται παράλληλη πηγή αλλά και συνέχεια του Βιλλαρδουίνου για τη μετά το 1207 περίοδο, και ο Ερρίκος της Βαλανσιέν, συνεχιστής επίσης του Βιλλαρδουίνου. Tα χρονικά και των δύο αυτών Φράγκων σταυροφόρων χρονικογράφων υπάρχουν σε Ελληνικές σχολιασμένες μεταφράσεις.

 

Ροβέρτος του Κλαρύ

Γνωρίζουμε αρκετά στοιχεία γι’ αυτόν. Γεννήθηκε περί το 1170 στο Κλαρύ (Kλερύ–λε–Περνουά) της Γαλλικής Πικαρδίας και, γύρω στο 1197-1198, έλαβε μέρος στις προετοιμασίες της Δ΄ Σταυροφορίας με τον κληρικό αδελφό του Αγιόμ ντε Κλαρύ. Κατατάχθηκαν ως απλοί στρατιώτες στις δυνάμεις του εκ των σταυροφόρων αρχηγών, Πέτρου της Αμιένης και πήραν μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις από το 1201 έως το 1204, καθώς δείχνει η αφήγηση του Ροβέρτου.

Ο  τελευταίος επέστρεψε στη Γαλλία το 1205 ή λίγο αργότερα (η αφήγησή του σταματά να είναι καλά ενημερωμένη και λεπτομερής στο έτος αυτό), που συνέγραψε εν είδει απομνημονευμάτων την ιστορία της Δ΄ Σταυροφορίας. Γνωρίζουμε ακόμη ότι το 1206 και πάλι το 1213 παρουσίασε στη Γαλλία ορισμένα από τα ιερά κειμήλια που είχαν αρπάξει οι σταυροφόροι κατά τις λεηλασίες του ανακτόρου της Κωνσταντινούπολης, τον Απρίλιο του 1204. Θα πρέπει να πέθανε μετά το 1216, έτος θανάτου του Ερρίκου της Φλάνδρας, γεγονός στο οποίο ο Ροβέρτος αναφέρεται με συντομία στις τελευταίες γραμμές του.

Tο έργο του τιτλοφορείται «Χρονικό της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους» και είναι γραμμένο σε παλαιογαλλική διάλεκτο. Περιγράφει λεπτομερώς την περίοδο 1201-1205 (δηλ. από την επίθεση των BΒνετών κατά της Ζάρας / Zαντάρ έως τον 2ο χρόνο Λατινικής κατοχής της Κωνσταντινούπολης), δίνοντας επιπλέον σποραδικά στοιχεία για τις περιόδους 1197 / 98-1201 και 1205-1216 (ιδιαίτερα για την τελευταία αυτή περίοδο θα πρέπει ο Ροβέρτος να βασίστηκε κυρίως σε προφορικές παραδόσεις).

Σε αντίθεση με τον Βιλλαρδουίνο, που ήταν ο επίσημος αφηγητής των γεγονότων από τη δυτική σκοπιά, ο Ροβέρτος ήταν πολύ απλούστερος και λιγότερο καλλιεργημένος με προσωπικές και άμεσες εκτιμήσεις, που απηχούσαν τα αισθήματα και τις αντιλήψεις των λαϊκότερων σταυροφορικών στρωμάτων, γεγονός που προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη αξία για την αποκατάσταση των πραγματικών γεγονότων, συγκρινόμενο με τον Βιλλαρδουίνο.

O αφελής ίσως τόνος που χαρακτηρίζει εν γένει τις απόψεις του, δεν μειώνει καθόλου την ιστοριογραφική αξία του χρονικού του.

 

Tο Χρονικό του Ροβέρτου

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το τμήμα του έργου με τις περιγραφές του αμύθητου πλούτου της «Βασιλεύουσας»· καθώς γράφει ο Ροβέρτος, τα λάφυρα των σταυροφόρων υπερέβαιναν εκείνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Καρλομάγνου, ενώ ο πλούτος της Κωνσταντινούπολης ξεπερνούσε εκείνο των 40 σπουδαιότερων πόλεων της οικουμένης μαζί! Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται, μεταξύ άλλων, στην Αγία Σοφία (που για τον Ροβέρτο ήταν η Αγία Τριάδα των Φράγκων), στον Ιππόδρομο, στην Χρυσή Πύλη και σε άλλες τοποθεσίες της Βυζαντινής πρωτεύουσας.

Πολύτιμη επίσης η μαρτυρία για σπουδαία κειμήλια που αρπάχτηκαν το 1204, πως τα 4 χάλκινα άλογα του Λύσιππου (σήμερα στον Aγιο Μάρκο της Βενετίας), αλλά και την «Ιερά Σινδόνη» του Ιησού, που για ορισμένους θα πρέπει να ταυτίζεται με το σάβανο του Ιησού στο Τορίνο της Ιταλίας, ένα από τα περισσότερο επισκεπτόμενα Μεσαιωνικά κειμήλια του καιρού μας.

Αλλά και για θέματα Βυζαντινής ιστορίας δεν είναι μικρότερη η σημασία του χρονικού αυτού. Για παράδειγμα, το χαρακτηριστικό απόσπασμα της παραγράφου 79, που, καθώς φαίνεται, γίνεται λόγος για την επιλογή ως Αυτοκράτορα του Κωνσταντίνου (IA΄) Λάσκαρι, αδελφού του Θεοδώρου A΄ Λάσκαρι και συνιδρυτή της Αυτοκρατορίας της Νικαίας:

12/13 Απριλίου 1204:
«Oταν οι Έλληνες είδαν ότι ο Αυτοκράτοράς τους (Αλέξιος E΄ Δούκας Μούρτζουφλος) το είχε σκάσει, πήγαν την ίδια εκείνη νύχτα σ’ ένα μεγάλο άρχοντα της πόλης, Λάσκαρις το όνομά του (στα παλαιογαλλικά: «Laskers Avoit A Non») κι αμέσως τον έκαναν (επέλεξαν) Αυτοκράτορα. Όταν αυτός έγινε (επιλέχτηκε ως) Αυτοκράτορας δεν τόλμησε να μείνει εκεί, αλλά μπήκε σε μια γαλέρα πριν ξημερώσει, πέρασε το Στενό του Αγίου Γεωργίου και πήγε στη Νίκαια τη Μεγάλη, που είναι μια καλή πόλη: εκεί στάθηκε κι έγινε αφέντης και Αυτοκράτορας».

Ερρίκος της Βαλανσιέν
Αυτός που συνέδεσε τον τίτλο του έργου του με τον Λατίνο Αυτοκράτορα, Ερρίκο της Φλάνδρας, ήταν ο Φράγκος χρονικογράφος Ερρίκος της Βαλανσιέν, ο κατ’ εξοχήν συνεχιστής του Βιλλαρδουίνου. H περίπτωσή του είναι επίσης πολύ σημαντική, παρά το γεγονός ότι ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για τον ίδιο – οι περισσότεροι μελετητές τείνουν να δεχτούν ότι πιθανόν να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αξιωματούχο Ερρίκο που οι Λατίνοι της Ρωμανίας έστειλαν σε αποστολή στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ στη Ρώμη, γύρω στο 1205.

Γνωρίζουμε, όμως, ότι πήρε μέρος –μαζί με το Βιλλαρδουίνο– στην εκστρατεία των σταυροφόρων κατά της Κωνσταντινούπολης (1203–1204), συνεχίζοντας την αφήγηση του Βιλλαρδουίνου για την περίοδο 1207 / 8–1209 στο έργο του «Ιστορία του Ερρίκου, Λατίνου Βασιλιά της Κωνσταντινούπολης».

Και αυτό το έργο (μαζί με εκείνα των Βιλλαρδουίνου και Ροβέρτου) αποτελεί σπουδαίο μνημείο της Μεσαιωνικής Γαλλικής γλώσσας, δίνοντας ανάμεσα σε άλλα, σημαντικές πληροφορίες για τους αγώνες του Ερρίκου της Φλάνδρας κατά των Λομβαρδών σταυροφόρων του Λατινικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης (του Μομφερρατικού οίκου), στοιχεία ιστορικής γεωγραφίας – τοπογραφίας, ηθών και εθίμων των Δυτικών κατακτητών, αλλά και των κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή του. Όπως και ο Ροβέρτος, ο Ερρίκος της Βαλανσιέν αναφέρεται και σε ζητήματα Βυζαντινής ιστορίας, με τρόπο μάλιστα συμπληρωματικό στις αντίστοιχες Βυζαντινές πηγές της εποχής.

Για παράδειγμα, στο απόσπασμα που ακολουθεί (παράγραφοι 552–553), μαθαίνουμε (κάτι άγνωστο στις υπόλοιπες πηγές) για την καταστροφή, λόγω μεγάλης κακοκαιρίας, του στρατού του ηγεμόνα της Νικαίας, Θεοδώρου A΄ Λάσκαρι, στη διάρκεια της διαμάχης του για κατοχή της Παφλαγονίας (στη βορειοδυτική Μικρά Aσία) με τον Δαβίδ Μέγα Κομνηνό της Τραπεζούντας, το συνιδρυτή της Αυτοκρατορίας των Μεγαλοκομνηνών του Πόντου, στις αρχές του 1206:

«Τότε έφυγε ο αυτοκράτορας (Ερρίκος της Φλάνδρας) για την Κωνσταντινούπολη, επειδή δεν έπρεπε να κάνει κάποια άσχημη συμφωνία ο Δαβίδ (M. Κομνηνός) με τον Λάσκαρι (Θεόδωρο A΄)· και είπε πως θα πέρναγε το Στενό του Αγίου Γεωργίου (στη θάλασσα του Μαρμαρά) για να κάνει πόλεμο μ’ εκείνον· και όποιον μπορούσε να πάρει μαζί του, τον πήρε. Και όπως είχε σχεδιάσει, πέρασε το Στενό.

Και όταν ο Λάσκαρις έμαθε πως ο Αυτοκράτορας ερχόταν εναντίον του, μη ρωτάτε πόσο φοβήθηκε! Τότε εγκατέλειψε την πολιορκία της Ηράκλειας (της Ποντοηρακλείας, στην Παφλαγονία, έδρας του Δαβίδ του Πόντου) και έφυγε. Και μάθετε καλά πως πνίγηκαν από τους δικούς του στα ποτάμια (λόγω κακοκαιρίας) χίλιοι και περισσότεροι· και ο Λάσκαρις δεν τράβηξε ούτε μια φορά τα χαλινάρια μέχρι να φτάσει στη Νίκαια…».

 

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ 

Οι Δυτικοί στη Συνείδηση των Βυζαντινών 

Οκτακόσια χρόνια έχουν παρέλθει από την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1204 από τους δυτικούς Σταυροφόρους. Το γεγονός αυτό, πέρα από το ότι βάθυνε αντιδυτικά συναισθήματα τα οποία ήδη υπήρχαν στους Βυζαντινούς, απετέλεσε ορόσημο για τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης σε πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτισμικό επίπεδο. Οι σχέσεις αυτές περιγράφηκαν και βιώθηκαν διαφορετικά από τους συγχρόνους της Άλωσης και από μεταγενέστερους ιστοριογράφους της δυτικής και της Ελληνικής παράδοσης.

Οι Σταυροφορίες αφενός και η Λατινοκρατία που ακολούθησε αφετέρου απεικονίστηκαν άλλοτε ως το απόγειο της δυτικής επιθετικότητας προς την Ελληνική Ανατολή και άλλοτε ως ευκαιρία για επικοινωνία, επαφή και σύντηξη των δύο διαφορετικών πολιτισμών. H ένταξη της Άλωσης του 1204 στην Ελληνική εθνική ιστορία και η ασάφεια που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει την περίοδο της Φραγκοκρατίας (ή Βενετοκρατίας), λόγω της χρονικής και γεωγραφικής διάσπασης, επέτρεψαν για πολλές δεκαετίες την καλλιέργεια ιστορικής άγνοιας και στερεότυπων ερμηνειών.

Η έκπληξη που προκάλεσε στη Βυζαντινή κοινωνία η Α´ Σταυροφορία (1096-1099) σύντομα μετατράπηκε σε εχθρότητα. Η Φραγγική διάβασις εκλήφθηκε ως επιθετική ενέργεια και κάποιοι Βυζαντινοί πίστευαν πως οι Σταυροφόροι είχαν ενδομυχούντα λογισμόν… και αυτήν την Βασιλεύουσαν κατασχείν. Η δυσπιστία που αναπτύχθηκε με τις επόμενες Σταυροφορίες (1147-1149, 1189-1192) εμπέδωσε την ιδέα πως χάσμα διαφοράς εστήρικται μέγιστον και πως Βυζαντινοί και Δυτικοί ήταν ταις γνώμαις ασυναφείς.

 

ΤΑ ΑΝΤΙΛΑΤΙΝΙΚΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Χωρίς αμφιβολία, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους «προσκυνητές» της Δ’ Σταυροφορίας ήταν το καταλυτικό γεγονός για τη διαμόρφωση της αρνητικής εικόνας των Δυτικών. Τα «αντιλατινικά» ωστόσο αισθήματα των λαϊκών τάξεων δεν ήταν σταθερά και δεν κάλυπταν την αρνητική στάση τους απέναντι στους Βυζαντινούς αξιωματούχους.

Ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει πως οι αγροίκοι, οι κάτοικοι των περιχώρων της Κωνσταντινούπολης, μετά την είσοδο των Σταυροφόρων ευχαριστούσαν τον Θεό για το κατάντημα των μελών της γραφειοκρατικής πολιτικοεκκλησιαστικής ιεραρχίας, που με επικεφαλής τον Πατριάρχη πήραν τον δρόμο για την εξορία. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν έτοιμοι να δεχθούν τη Λατινική κυριαρχία και σε πολλές περιοχές το έκαναν. Η εικόνα των Δυτικών, όπως εμφανίζεται στις πηγές, διαμορφώθηκε από αυτούς που συνοπτικά αποτελούσαν τη γραφειοκρατική πολιτικοεκκλησιαστική ιεραρχία.

Αυτούς που ο ανώτατος διοικητικός υπάλληλος και ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης λέει ότι συνεκοινώνουν ημίν σχήματος και λογικών εν μεθέξει παιδεύσεων. Γι’ αυτούς η ανωτερότητα του Βυζαντινού πολιτισμού ήταν αυτονόητη. Ο Ιωάννης Μεσαρίτης, μέλος του πατριαρχικού κλήρου, μετά την Άλωση του 1204, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο οι Λατίνοι ονόμαζαν τους Βυζαντινούς, δηλαδή Γραικούς, τονίζει: Γραμματικούς δ’ ειπείν αληθώς, παρά γαρ τοις Ελληνογλώσσοις η των όντων γνώσις εγνώρισται.

H υπεροχή όμως αναφερόταν και στον υλικό πολιτισμό. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος αναφέρει πως, όταν οι Νορμανδοί κατέλαβαν την πόλη του (1185), έχυσαν και το παλιό, καλό κρασί. Οι Δυτικοί, κατά τον Ευστάθιο, δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν τα αγαθά του πολιτισμού που κάνουν ευχάριστη τη ζωή, τα πολιτικά. Περιφρονούσαν τα έργα τέχνης που έβγαιναν από τα Βυζαντινά εργαστήρια, ενώ θεωρούσαν ευτελή αντικείμενα, καρφιά και μαχαιρίδια, ως πολύτιμα.

Εξάλλου, τα καρυκεύματα και τα καλλυντικά τούς ήταν άγνωστα, θεωρούσαν την κανέλα ως ροκανίδι, τη σταφίδα ως κάρβουνο και το ροδόνερο ως ύδωρ αχρείον.

 

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΑ

Εξίσου με τους Λατίνους, τα μέλη της γραφειοκρατικής ιεραρχίας περιφρονούσαν και τα λαϊκά στρώματα της Βυζαντινής κοινωνίας. H διασφάλιση ωστόσο της «ιδεολογικής αυθεντίας» οδηγούσε τα μέλη της γραφειοκρατικής ιεραρχίας να αποζητήσουν, ως τάξη, ιδιαίτερα μετά το 1204, τη διαμόρφωση μιας πολιτιστικής κοινότητας, σε αντίθεση με τους Λατίνους. Ο «αντιλατινισμός» βασιζόταν στην αρνητική εικόνα της Λατινικής εκκλησίας και των ανθρώπων της, που είχε διαμορφωθεί ήδη στην εποχή του πατριάρχη Φωτίου (867-877, 886-893) και είχε εμπεδωθεί στην εποχή του σχίσματος (1054).

Οι «αντιλατινικές» πραγματείες όμως του 12ου και του 13ου αι., όπως του Κωνσταντίνου Στιλβή, ο οποίος έγραψε αμέσως μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, εμπλουτίστηκαν με νέες κατηγορίες προερχόμενες από την επαφή με τους Σταυροφόρους. Το κατηγορητήριο δεν ήταν προσανατολισμένο, όπως πριν, στη λατρεία του τύπου, αλλά γίνεται συγκεκριμένο, με ανταπόκριση στο βιωμένο λαϊκό αίσθημα.

Οι θεωρητικές συζητήσεις για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος περιθωριοποιήθηκαν, η θρησκευτική διαφορά έγινε εμβληματική, οι Λατίνοι ονομάστηκαν λαϊκότροπα αζυμίτες. Οι αντιπαπικές κατηγορίες πήραν συγκεκριμένη μορφή· η βίαιη συμπεριφορά των Σταυροφόρων κατά την είσοδό τους στην Πόλη δεν εξηγείται μόνον από τον βάρβαρο χαρακτήρα τους, αλλά από τη φήμη ότι ο Πάπας και τα μέλη της Λατινικής ιεραρχίας είχαν ήδη συγχωρέσει φόνους και άλλες αμαρτίες των Σταυροφόρων.

Κατηγορίες για την ιερουργία αιμομικτικών γάμων, για ιεροσυλία στα έθιμα της βάπτισης και της θείας κοινωνίας τόνιζαν τη διαφορά ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Δυτικούς. Το ξύρισμα, ιδιαιτέρως των κληρικών, γίνεται, στις αρχές του 13ου αι., πραγματική και ικανή αιτία για να κατηγορηθούν οι Λατίνοι ως αιρετικοί, αλλά κυρίως εμφανίζεται και ως απόδειξη θηλυπρέπειας (το γένειον ξυρώνται και γυναικίζονται). Η αγαμία των κληρικών της δυτικής εκκλησίας μετατρέπεται σε σκαμπρόζικο θέμα. Οι κληρικοί δέχονται τη νύχτα τις ερωμένες τους αφώνως και αθεάτως και θεωρούν τη συνεύρεση ως όνειρο.

Εξάλλου, με την κατηγορία της δημόσιας παιδεραστίας τίθεται σε αμφισβήτηση η ηθική υπόσταση των δυτικών αρχιερέων. Αυτή η κατηγορία γίνεται συγκεκριμένη· ο Στιλβής αναφέρει πως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης κάποιος καρδινάλιος πήγε στον ναό του Αρχαγγέλου, στον Ανάπλου. Εκεί, αφού επέχρισε τις εικόνες με ασβέστη και πέταξε στη θάλασσα τα λείψανα των αγίων, ο δυτικός ιεράρχης ιερούργησε με συνοδεία γυμνών παιδιών. Η κατηγορία της παιδεραστίας συνδυάζεται με αυτήν της εικονομαχίας και της ιεροσυλίας.

 

ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΟΤΗΤΕΣ

Οι συνήθειες γύρω από το φαγητό ήταν το πεδίο της αντιπαράθεσης με τους Λατίνους, όπου ο πολιτισμός της Βυζαντινής γραφειοκρατικής ιεραρχίας συναντούσε τις λαϊκές αντιλήψεις. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς κατηγορούν τους Λατίνους για συνήθειες που προκαλούσαν αποτροπιασμό, όπως ότι τρώνε συντροφιά με τα ζώα, σκύλους και αρκούδες, χρησιμοποιώντας τα ίδια σκεύη.

Ότι τρέφονται όχι μόνον με πνικτά ζώα, δηλαδή που δεν έχουν ματώσει, αλλά και με ψοφίμια (θνησιμαία) και πτώματα που έχουν σκοτωθεί από άλλα ζώα (θηριάλωτα), ότι στο διαιτολόγιό τους περιλαμβάνονται και μη οικόσιτα ζώα, όπως άρκτοι, τσακάλια, ποντίκια και ει τι μυσαρώτερον τούτων και μιαρώτερον. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς, τον 11ο-12ο αι., αναφέρουν με απέχθεια την κατανάλωση από τους Λατίνους μεγάλης ποσότητας σκόρδων.

Στην πραγματεία του Στιλβή ωστόσο δεν γίνεται λόγος για τη διατροφική αυτή συνήθεια και τούτο γιατί το σκόρδο συνόδευε και το φαγητό των Βυζαντινών λαϊκών τάξεων, προκαλώντας τον αποτροπιασμό των ανθρώπων της γραφειοκρατικής ιεραρχίας. Έτσι η αναφορά σε αυτή τη Λατινική διατροφική συνήθεια θα ήταν ακατανόητη από τα λαϊκά στρώματα και ίσως προκαλούσε την αντίδρασή τους.

 

ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η μνήμη των γεγονότων της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους ήταν βραχεία και οι Βυζαντινοί συμβίωσαν με τους Δυτικούς τόσο στις υπό Λατινική κατοχή περιοχές όσο και στις περιοχές που υπήρχε ακόμη Βυζαντινή εξουσία, γράφοντας ένα κομμάτι κοινής ιστορίας. Ο εκκλησιαστικός «αντιλατινικός» λόγος αποτελούσε πάντα το λειτουργικό υφάδι για την αντιπαράθεση και παρείχε μια τυποποιημένη εικόνα.

Όπως λέει ο Λατινόφρων αξιωματούχος του Βυζαντινού κράτους Δημήτριος Κυδώνης (μέσα 14ου αι.), αυτός ο τυποποιημένος κώδικας αποτελούσε το κύριο μέσο άμυνας που χρησιμοποιούσαν οι αμαθέστεροι και φιλονικότεροι άνθρωποι της Εκκλησίας και έβρισκε ανταπόκριση στο βιωμένο από την παρουσία των Δυτικών λαϊκό αίσθημα. H αντίληψη ωστόσο ότι η πολιτική συμπεριφορά των Βυζαντινών ήταν προκαθορισμένη από το μίσος τους κατά των Λατίνων, που συμπυκνώνεται στην περίφημη φράση του μεγάλου δούκα Λουκά Νοταρά κρειτότερόν εστι ειδέναι εν μέση τη πόλη φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν, είναι επιπόλαια.

Μόνο λίγοι Βυζαντινοί πολιτικοί ήταν τόσο ανόητοι για να μπερδεύουν τη Λατινική «αίρεση» με την άσκηση πολιτικής ή να επιμένουν σε αντιλατινικές εκδηλώσεις για να ικανοποιούν το «λαϊκό αίσθημα». Το 1453 εξάλλου ανάμεσα στους πολιορκημένους Κωνσταντινουπολίτες επιβίωνε μιαν άλλη ιδέα, αυτή της ενότητας του χριστιανικού κόσμου· κάποιοι εύχονταν να περάσει η Πόλη εν χερσί των Λατίνων των ονομαζόντων τον Χριστόν και την Θεοτόκον, και μη απορριφθώμεν εν ταις ασεβών (Τούρκων) παλάμαις.

 

ΤΟ ΝΕΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΚΗΝΙΚΟ

Εν τω μεταξύ προέκυψε το πρόβλημα της οργάνωσης της κατακτηθείσας περιοχής από τους Σταυροφόρους. Τελικά αποφασίστηκε η ίδρυση μια Αυτοκρατορίας, όμοιας με αυτής που προϋπήρχε και τέθηκε ζήτημα εκλογής Αυτοκράτορα. Ο επικρατέστερος φαίνονταν ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Ο Δάνδολος όμως φαίνεται ότι αντιτάχθηκε στην υποψηφιότητα αυτή, θεωρώντας τον πολύ ισχυρό και φοβούμενος το γεγονός ότι οι κτήσεις του βρίσκονταν πολύ κοντά στην Βενετία.

Έτσι και παραμερίστηκε και επιλέχτηκε ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας, που απείχε περισσότερο από τη Βενετία, ενώ συγχρόνως ήταν λιγότερο δυναμικός. Σχετικά με τη διανομή των εδαφών, η Κωνσταντινούπολη, βάσει της συμφωνίας διανομής (Partitio Terrarum Imperii Romaniae), ο Βαλδουίνος έλαβε τα πέντε όγδοα και ο Δάνδολος τα τρία όγδοα μαζί με την Αγία Σοφία. Ο Βαλδουίνος έλαβε και την περιοχή της νότιας Θράκης, ένα μικρό τμήμα της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας στον Ελλήσποντο και μερικά νησιά του Αιγαίου.

Ο Βονιφάτιος πήρε τη Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη καθώς και τη βόρεια Θεσσαλία και γινόταν υποτελής του Βαλδουίνου. Η Βενετία κατά τον διαμοιρασμό, εξασφάλισε τη μερίδα του λέοντος. Η Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου έλαβε μερικές περιοχές στις ακτές της Αδριατικής, όπως π.χ. το Δυρράχιο, τα νησιά του Ιονίου, το μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, περιοχές στην Πελοπόννησο, την Κρήτη, μερικούς λιμένες στην Θράκη. Βάσει της συμφωνίας, η Αγία Σοφία περιήλθε στα χέρια του κλήρου της Βενετίας και ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνι έγινε Πατριάρχης και κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας της Νέας Αυτοκρατορίας.

Σε αυτή την κατάσταση, δημιουργήθηκαν εστίες Ελληνικής αντίστασης. Ήδη είχαν δημιουργηθεί η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Αμέσως, μετά ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας ιδρύει το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα.

 

ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΚΡΑΤΗ

Ένας από τους ηγέτες της Δ΄ Σταυροφορίας, ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας, εκλέχθηκε από τους συντρόφους του Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη τον Μάιο του 1204. Αμέσως μετά τη στέψη του ξεκίνησε να υποτάξει τις Βυζαντινές επαρχίες, «ως διά φιλίων χωρών παρελευσόμενος και βασιλεύς Pωμαίων αναγορευθησόμενος προς παντός», δηλαδή σαν να περνούσε μέσα από φιλικές περιοχές και προσδοκώντας να αναγορευθεί Αυτοκράτορας Ρωμαίων απ’ όλους. Έως την εκλογή του Βαλδουίνου, ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός ήταν ο επικρατέστερος υποψήφιος για τον Αυτοκρατορικό θρόνο.

Για να οικειοποιηθεί τους κατοίκους της Βυζαντινής επαρχίας, στη διαμάχη για την εξουσία, ανακήρυξε Αυτοκράτορα το Μανουήλ Άγγελο, γιο του Αυτοκράτορα Ισσακίου, του οποίου τη χήρα Mαρία – Μαργαρίτα είχε παντρευτεί. Oι Βυζαντινοί, όπου πήγαινε υποτάσσονταν σε αυτόν, αναγνωρίζοντας τις Αυτοκρατορικές διεκδικήσεις του. Oι Λατίνοι σταυροφόροι προσπαθούσαν να πείσουν τους Βυζαντινούς ότι η Αυτοκρατορική εξουσία βρισκόταν νόμιμα στα χέρια τους και είχαν την πεποίθηση πως, αφού κατείχαν την Κωνσταντινούπολη, όλες οι περιοχές που ανήκαν στην Αυτοκρατορία θα υποτάσσονταν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην προσπάθεια αυτής της νομιμοποίησης, η θεία θέληση που στη Βυζαντινή ιδεολογία πάντα παρουσιαζόταν ως το συστατικό στοιχείο για την κατοχή της Αυτοκρατορικής εξουσίας, εμφανίζεται, άκομψα είναι η αλήθεια, και από τους σταυροφόρους. O Γάλλος χρονικογράφος Ερρίκος de Valenciennes αναφέρει πως, όταν ο Λατίνος Αυτοκράτορας Ερρίκος της Φλάνδρας, ο αδελφός του Βαλδουίνου, πέρασε πάνω από τον παγωμένο Έβρο, οι Έλληνες έλεγαν μεταξύ τους ότι ο Θεός τον αγαπά τόσο πολύ που θα ήταν δύσκολο να τον διώξουν και όφειλαν να τον υπηρετήσουν.

Tο πρόβλημα που προκύπτει είναι αν οι Βυζαντινοί είχαν τη δυνατότητα να αντισταθούν στους σταυροφόρους, και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑ

Oι σταυροφόροι αφού μοίρασαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μεταξύ τους, ξεκίνησαν να την κατακτήσουν. Oι Σταυροφόροι πίστευαν, γιατί τέτοιες ήταν οι πληροφορίες τους από τους Βυζαντινούς, ότι κατέχοντας την Κωνσταντινούπολη, ο υπόλοιπος Βυζαντινός κόσμος θα υποτασσόταν χωρίς καμιά δυσκολία.

Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι, μετά την άνοδο των Αγγέλων στον Αυτοκρατορικό θρόνο, τα τελευταία χρόνια πριν από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους σταυροφόρους (1204), η συνοχή του Βυζαντινού κράτους είχε σοβαρά διαταραχθεί από την ολοένα και πιο αυθαίρετη φορολογική, και όχι μόνον, συμπεριφορά των υπαλλήλων. Την κυρίαρχη τάξη της Αυτοκρατορίας αποτελούσε η αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης. Tα μέλη της επάνδρωναν τις κεντρικές αλλά και τις περιφερειακές στρατιωτικές και πολιτικές υπηρεσίες.

Oι άνθρωποι αυτοί δεν περιορίζονταν στην προνομιούχο οικονομικά και κοινωνικά θέση που κατείχαν, ασκούσαν και πολιτική εξουσία, με την έννοια ότι, ξεπερνώντας τις -όποιες οδηγίες του κατόχου της πολιτικής εξουσίας, διοικούσαν με τρόπο αυθαίρετο, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης φυσικής βίας. Χωρίς να αποκλείονται οι πολιτικές επιδιώξεις και οι σχηματισμοί ανταγωνιστικών ομάδων, τα μέλη της αριστοκρατίας είχαν ως βασικό σκοπό τους να αυξήσουν τα εισοδήματά τους.

O έλεγχός τους από τον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας, στην καλύτερη περίπτωση, ήταν ανεπαρκής, δεδομένου ότι ο εκάστοτε Αυτοκράτορας τους όφειλε την άνοδό του στο θρόνο. Στη διοικητική αυθαιρεσία, η Βυζαντινή επαρχία αντέδρασε με ποικίλους τρόπους· οι αντιδράσεις εκκινούσαν από την αίτηση για δικαιοσύνη που απηύθυναν οι υπήκοοι στον Αυτοκράτορα και έφθαναν έως την εξέγερση και τη σύσταση αυτόνομων πολιτικών επικρατειών. Σε αυτές τις αντιδράσεις στη αυθαιρεσία της Κωνσταντινουπολίτικης κυρίαρχης τάξης, βασικό ρόλο, θετικό ή αρνητικό, έπαιξαν οι τοπικοί άρχοντες, αυτοί που οι πηγές ονομάζουν «κτηματικούς» ή «θεματικούς» άρχοντες.

Oι δύο όροι καλύπτουν δύο κοινωνικοοικονομικές πραγματικότητες της θέσης των αρχόντων, ήταν ιδιοκτήτες γης και παράλληλα παράγοντες της διοικητικής περιοχής, του «θέματος» χωρίς να αποκλείεται να είναι στρατιωτικοί, κάτοχοι «προνοιών», δηλαδή άτομα που, έναντι υπηρεσιών, λάμβαναν κρατικά εισοδήματα, φορολογικά ή οικονομικά. H τάξη αυτή των αρχόντων αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα για την ανάσχεση της ορμής των σταυροφόρων.

 

ΕΣΤΙΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

H δημιουργία των αυτόνομων επικρατειών, πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους αποτέλεσε την κορύφωση της κοινωνικής αντίδρασης στην κεντρική εξουσία, η αντίδραση πήρε πλέον πολιτική μορφή. Tο φαινόμενο γενικεύτηκε αμέσως μετά την είσοδο των σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη και αποτέλεσε και ένα μέσο για την αντιμετώπιση της επέκτασης των τελευταίων στο Βυζαντινό κόσμο. Πράγματι, οι διαμορφωμένες ή υπό διαμόρφωση Βυζαντινές επικράτειες αποτέλεσαν και τις εστίες της αντίστασης στην επέκταση της κυριαρχίας των σταυροφόρων.

O Βυζαντινός ιστορικός Γεώργιος Aκροπολίτης περιγράφει τη σύσταση των αυτόνομων επικρατειών είτε ως την πρωτοβουλία κάποιου προσώπου που επιβαλλόταν με τη βία είτε ως την ενέργεια κάποιου έπειτα από πρόσκληση των κατοίκων της περιοχής. Και στις δύο περιπτώσεις το πρόσωπο που αναλάμβανε την εξουσία ανήκε στην ανώτατη πολιτική ή και στην στρατιωτική ιεραρχία, μερικές φορές ανήκε στην Αυτοκρατορική οικογένεια, και είχε κάποιους δεσμούς με την περιοχή.

Κοινό χαρακτηριστικό στις περισσότερες από αυτές τις αυτόνομες επικράτειες ήταν ότι γύρω από τον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας υπήρχε μια ομάδα αρχόντων που συμμετείχε ενεργά στη διοίκηση της επικράτειας. H εξαγορά από τον εκπρόσωπο του Αυτοκράτορα μερικών από τους «Ομότες» του Θεόδωρου Μαγκαφά, ο οποίος είχε αναλάβει την εξουσία στην αυτόνομη επικράτεια που ιδρύθηκε στη Φιλαδέλφεια (1188–1189), του στέρησε την εξουσία και σήμανε τη διάλυση της επικράτειας.

O Μαγκαφάς κατέφυγε στο Σουλτανάτο του Ικονίου και δημιούργησε, και πάλι, την επικράτειά του, λίγο πριν απ την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των σταυροφόρων.

 

ΤΟΠΙΚΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ

Aν οι πολιτικοί άρχοντες μιας περιοχής είχαν κυρίαρχο ρόλο στη διοίκηση των αυτόνομων επικρατειών, η ύπαρξη της πολιτικής εξουσίας ήταν ο όρος για την ύπαρξη των αρχόντων ως κοινωνικής ομάδας, ήταν ο εγγυητής της ισχύος και του κύρους τους. Tα παραδείγματα αρχόντων που σαν συγκροτημένες ομάδες περνούν από τον ένα κάτοχο της πολιτικής εξουσίας στον επόμενο είναι πολλά. Χαρακτηριστικό είναι αυτό των αρχόντων της περιοχής της Ανδριανούπολης.

Oι άρχοντες αυτοί περιστοιχίζουν τον τέως Αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο του 1203. Μετά τη νέα φυγή του Αλεξίου, οι άρχοντες της περιοχής διαδοχικά ζητούν να συνεργαστούν με τους ηγέτες της σταυροφορίας, τον Αυτοκράτορα Βαλδουίνο και τον αντίπαλό του Βονιφάτιου, και τον εχθρό τους τον Βούλγαρο βασιλέα Ιωαννίτζη.

Tέλος, μετά από μια εξέγερση, που η πρωτοβουλία πέρασε στα λαϊκά στρώματα, οι άρχοντες της περιοχής, των οποίων η κοινωνική και οικονομική ισχύς κλονίστηκε, συσπειρώθηκαν γύρω από το Θεόδωρο Βρανά, ο οποίος είχε συνεργαστεί από την αρχή με τους σταυροφόρους. O Βρανάς τέθηκε επικεφαλής μιας ημιανεξάρτητης επικράτειας. H βίαιη επιβολή της εξουσίας από το Λέοντα Σγουρό, σε μια επικράτεια που εκτεινόταν από το Ναύπλιο έως τη Λάρισα δεν επέτρεψε τη συσπείρωση των αρχόντων.

Oι άρχοντες της Θεσσαλίας και της κεντρικής Ελλάδας προσχώρησαν στο στρατόπεδο του Βονιφατίου του Μομφερατικού, στο όνομα της νομιμοφροσύνης στο Μανουήλ, το γιο του Αυτοκράτορα Ισαακίου Αγγέλου. O Σγουρός, στερημένος από την υποστήριξη του τοπικού παράγοντα, αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην Πελοπόννησο.

 

ΑΥΤΟΝΟΜΕΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΕΣ

H ύπαρξη ή η σύσταση αυτόνομων πολιτικών επικρατειών, που συσπείρωναν τους άρχοντες μιας περιοχής και οργάνωναν την άμυνά τους αποτελούσε την προϋπόθεση για την αντίσταση στους σταυροφόρους. Τέτοιες αυτόνομες επικράτειες κάλυψαν σχεδόν όλο το χώρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από αυτές οι σημαντικότερες ήταν:

  • H «Aυτοκρατορία» της Νικαίας που ίδρυσε ο «Δεσπότης» Θεόδωρος Λάσκαρις στη Μικρά Aσία, στο όνομα του πεθερού του, του Αυτοκράτορα Aλεξίου του Γ΄.
  • Tο λεγόμενο «Δεσποτάτο» της Hπείρου, που ιδρύθηκε από τον Μιχαήλ Άγγελο, έναν ανιψιό των Αυτοκρατόρων Ισαακίου B΄ και Αλεξίου Γ΄.
  • H «Aυτοκρατορία» της Tραπεζούντας, που ιδρύθηκε από τους εγγονούς του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου A΄, τον Αλέξιο και τον Δαβίδ Κομνηνό. Tο κράτος αυτό παρέμεινε στο περιθώριο του αγώνα κατά των Λατίνων.
  • Kάποιες πρόσκαιρες επικράτειες στην Ευρώπη, όπως του Αλεξίου Γ΄, στη Θράκη και τη Μακεδονία, του «σεβαστοϋπέρτατου» Λέοντα Σγουρού, στη Θεσσαλία, την κεντρική Ελλάδα και τη βορειανατολική Πελοπόννησο και του «Δεσπότη» Ιωάννη Χαμαρέτου, στη Λακωνία.
  • Κάποιες πρόσκαιρες επικράτειες στη Μικρά Aσία, όπως η επικράτεια του Δαβίδ Κομνηνού, που στηρίχθηκε στις δυνάμεις του μονάρχη της Τραπεζούντας, του αδελφού του Αλεξίου, στην Παφλαγονία, του Σάββα Ασιδηνού, στις εκβολές του Μαιάνδρου, στη δυτική Μικρά Aσία, και του Θεοδώρου Μαγκαφά, στη Φιλαδέλφεια.

Και οι τρεις αυτές Μικρασιατικές ενσωματώθηκαν στο σύνολό τους ή εν μέρει στο κράτος της Νικαίας.

 

ΣΤΟΧΟΣ Η ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ

Tα δύο Βυζαντινά κράτη, η «Αυτοκρατορία» της Νικαίας και το «Δεσποτάτο» της Hπείρου, θα αποτελέσουν εστίες αντίστασης στους Λατίνους που κατείχαν την Κωνσταντινούπολη έως το 1261. Tα δύο αυτά κράτη είχαν το κοινό χαρακτηριστικό ότι μοιράστηκαν τους πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη. Tο γεγονός ότι η άρχουσα τάξη της Πόλης, η ζωντανή πόλη πως τους χαρακτηρίζει ο Νικήτας Χωνιάτης, βρέθηκε εξόριστη στις επικράτειες αυτές φόρτισε με ένα πνεύμα επιστροφής τις ιδεολογικές κατευθύνσεις των δύο κρατών.

Πράγματι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ανάλογα με την εποχή, οι κάτοχοι της πολιτικής εξουσίας των δύο κρατών έθεσαν ως βασικό στόχο την ανακατάληψη, με όλα τα μέσα, διπλωματικά και στρατιωτικά, της Κωνσταντινούπολης και την εξάλειψη των συνεπειών της Δ΄ Σταυροφορίας. Αλλά και οι Βυζαντινές επικράτειες που συστάθηκαν στην Ευρωπαϊκή περιοχή του Βυζαντινού κόσμου είχαν ως στόχο την αντιπαράθεση με τους σταυροφόρους, αλλά η λειτουργία τους ως εστίες αντίστασης τις περισσότερες φορές φάνηκε ατελέσφορη, μπροστά στην στρατιωτική ισχύ των σταυροφόρων.

O Λέων Σγουρός αφού αντιστάθηκε με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει στον Ακροκόρινθο, προτίμησε να πέσει από τα τείχη για να αποφύγει την ταπεινωτική αιχμαλωσία. O «Δεσπότης» Ιωάννης Χαμάρετος προτίμησε την εξορία στην επικράτεια της Hπείρου. Tέλος, ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄, αφού περιπλανήθηκε σε διάφορες περιοχές, θα πέσει αιχμάλωτος στα χέρια του Βονιφάτιου του Μομφερατικού.

Tα δύο Βυζαντινά κράτη που θα επιβιώσουν από το πρώτο κτύπημα των σταυροφόρων, η «Αυτοκρατορία» της Νικαίας και το «Δεσποτάτο» της Hπείρου θα καταφέρουν, είτε με τον πόλεμο είτε με τη διπλωματία, να αντιμετωπίσουν την ορμή των σταυροφόρων. Και τα δύο κράτη έθεσαν ως στόχο την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τον Λατινικό ζυγό και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ

Σε όλες τις επικράτειες που δημιουργήθηκαν λίγο πριν ή αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, η στάση του κατόχου της εξουσίας προς τους τοπικούς άρχοντες, αλλά και η συσπείρωση τους γύρω από τον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας, αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα για την οργάνωση της αντίστασης. Oι άρχοντες επεδίωκαν να κατοχυρώσουν την κοινωνική αλλά και την οικονομική τους θέση στην τοπική κοινωνία, και για το λόγο αυτό υποστήριζαν με θέρμη τις πολιτικές εξουσίες που εγκαταστάθηκαν στις περιοχές τους και την αντίσταση στον εισβολέα.

H πολιτική εξουσία αποτελούσε την εγγύηση για την κοινωνική και οικονομική τους υπόσταση. Για έναν τοπικό άρχοντα, οι άλλες λύσεις, αυτή της εξορίας–μετανάστευσης σε κάποια άλλη Βυζαντινή επικράτεια (της Νικαίας, της Hπείρου, της Τραπεζούντας ή και των «ομοπίστων βαρβάρων») ή της υποταγής στους σταυροφόρους και της ενσωμάτωσής του στη φεουδαρχική ιεραρχία αποτελούσαν δυνάμει κίνδυνο για την ολοκληρωτική καταστροφή του. Πράγματι, από τη μία, ο άρχοντας, στον τόπο της νέας εγκατάστασής του, δεν θα είχε πλέον τη βάση για την άσκηση της ισχύος, την ιδιοκτησία του.

Από την άλλη, η ένταξή του στη φεουδαρχική ιεραρχία των σταυροφόρων, πέρα απ τους κινδύνους για ανατροπή, οι Λατίνοι όριζαν πάντα τους όρους του παιχνιδιού, σήμαινε και την ενσωμάτωση σε μια άλλη κοινωνία, με άλλες ιδεολογικές και πολιτισμικές αξίες. Αυτή η εξέλιξη, επαχθής για τον ίδιο τον άρχοντα ως άτομο, κατέστρεφε και το γόητρό του στην τοπική Βυζαντινή κοινωνία. H εγκαθίδρυση της φεουδαρχίας σήμαινε τη μεταβολή της πολιτικής ισχύος σε ένα χαρακτηριστικό της γαιοκτησίας, που ο Βυζαντινός άρχοντας θα βρισκόταν πλέον στο τέλος της Λατινικής ιεραρχίας.

Έτσι, όσοι, και όταν, αναγκάστηκαν να προσχωρήσουν στην υποταγή τους στη φεουδαρχική ιεραρχία, έθεσαν έναν όρο· να διατηρήσουν τα «σεβάσματά» τους, δηλαδή τη θρησκευτική ιδιαιτερότητά τους, που τους εξασφάλιζε την παραδοσιακή ισχύ στο εσωτερικό της τοπικής Βυζαντινής κοινωνίας.

 

ΛΑΤΙΝΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Kατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης και πριν από την άλωση (1204) οι σταυροφόροι είχαν συμφωνήσει τον τρόπο διανομής και το καθεστώς των εδαφών που θα κατακτούσαν. H συμφωνία αυτή (pactum comune) ουσιαστικά αποτέλεσε τη βάση της Partitio terrarum Imperii Romaniae, της διανομής δηλαδή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που κατακτήθηκαν στη συνέχεια. Tο Βυζαντινό έδαφος χωρίστηκε σε έξι κλήρους, από τους οποίους δύο αναλογούσαν στους σταυροφόρους, δύο στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα και δύο στους Βενετούς.

Σε κάθε ένα από τα τρία μέρη αναλογούσε επίσης ένα τμήμα της Θράκης και ένα της Κωνσταντινούπολης. Σταδιακά ο Ελληνικός χώρος κατακτήθηκε από τους σταυροφόρους με επικεφαλής τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Ανάλογα με τη διάρκεια της Λατινικής κυριαρχίας οι Ελληνικές περιοχές που πέρασαν στους Φράγκους διακρίνονται σε αυτές που η περίοδος της Λατινικής κυριαρχίας ήταν βραχύβια και σε εκείνες που διατηρήθηκε αιώνες.

Κωνσταντινούπολη – Θεσσαλονίκη

Έπειτα από επίπονες διαπραγματεύσεις εκλέχτηκε (9 Μαΐου 1204) Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος, ενώ στον πατριαρχικό θρόνο τοποθετήθηκε ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνης. H Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, έχοντας να αντιμετωπίσει τους Έλληνες της Νίκαιας και της Hπείρου, τους Βούλγαρους, τους Ούγγρους και τους Μογγόλους, διατηρήθηκε μέχρι το 1261, οπότε ανακτήθηκε απ τον Μιχαήλ Παλαιολόγο.

O Βονιφάτιος Μομφερρατικός, που απέτυχε να εκλεγεί Αυτοκράτορας, κατόρθωσε με τη βοήθεια των Βενετών να αποσπάσει από τον Βαλδουίνο το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, της περιοχής δηλαδή ανάμεσα στη Μοσυνόπολη και τον Αξιό ποταμό. H Λατινική κυριαρχία στη Θεσσαλονίκη έληξε το 1224, όταν την πόλη κατέλαβε ο Δεσπότης της Hπείρου Θεόδωρος Άγγελος. Tο 1387, ύστερα από τετράχρονη πολιορκία, η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε από τους Τούρκους, αλλά το 1403 ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς.

Μετά είκοσι χρόνια παραχωρήθηκε με τη συγκατάθεση του πληθυσμού στους Βενετούς έως το 1430, οπότε την κατέλαβαν οριστικά οι Τούρκοι.

 

Κεντρική Ελλάδα

Στην Κεντρική Ελλάδα, τη Λάρισα και την περιοχή του Αλμυρού κατέλαβε ο Γουλιέλμος Λαρισαίος, το Βελεστίνο αποτέλεσε φέουδο του Γερμανού κόμη Βερτόλδου, ενώ λίγο νοτιότερα ιδρύθηκαν η Μαρκιωνία της Βοδονίτσας (Mενδενίτσα) και η Βαρωνία των Σαλώνων. H Αττική, η Βοιωτία, η Μεγαρίδα και αργότερα το Άργος και το Ναύπλιο αποτέλεσαν το Δουκάτο των Αθηνών. Στη συνέχεια όμως η Θήβα έγινε φέουδο της οικογένειας των Σεντ Ομέρ. Tο 1311 οι Καταλανοί μισθοφόροι του Βυζαντινού Κράτους έγιναν κυρίαρχοι της Θήβας και της Αθήνας, ιδρύοντας δύο κρατίδια.

Πρωτεύουσα του Δουκάτου των Αθηνών ορίστηκε η Θήβα και ενός βορείου Καταλανικού Δουκάτου η πόλη των νέων Πατρών (Υπάτη). Εξαιτίας εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων τα Καταλανικά κρατίδια περιορίστηκαν εδαφικά και το 1381 κυρίαρχος της περιοχής έγινε ο Φλωρεντινός Νέριος Ατσαγιόλι. Oι Ατσαγιόλι, που επανασύστησαν την Ορθόδοξη αρχιεπισκοπή και ενίσχυσαν την Ελληνική γλώσσα, κυβέρνησαν μέχρι το 1456, οπότε η Αθήνα καταλήφθηκε από τους Τούρκους.

H Εύβοια, εκτός απ τον Ωρεό και την Κάρυστο, που σύμφωνα με την Partitio ανήκαν στους Βενετούς, διαιρέθηκε σε κλήρους και μοιράστηκε σε τρεις ευγενείς από τη Βερόνα. Στη συνέχεια το 1211 η Βενετία έγινε επικυρίαρχος του νησιού και μετά τη Βενετοβυζαντινή συνθήκη του 1342 άρχισε η σταδιακή επέκταση της Βενετικής κυριαρχίας που ολοκληρώθηκε το 1392. Μαζί με την Εύβοια η Βενετία κατέλαβε και τα νησιά Τήνο και Μύκονο. Τελικά το 1470 η Εύβοια καταλήφθηκε απ τους Τούρκους.

 

Πελοπόννησος

Στην Πελοπόννησο, που κατακτήθηκε από τους Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, Γουλιέλμο Σαμπλίτ και στη συνέχεια από το γιο του πρώτου, Γουλιέλμο, ιδρύθηκε το 1205 η Ηγεμονία της Αχαΐας. Tο 1209 επίσης ρυθμίστηκαν οι σχέσεις Βιλλεαρδουίνου (ο Γουλιέλμος Σαμπλίτ πέθανε στο μεταξύ) και Βενετίας, η οποία σύμφωνα με την Partitio διεκδικούσε μέρος της Πελοποννήσου. Oι Βενετοί κατέλαβαν τη Μεθώνη και την Κορώνη και εξασφάλισαν εμπορικά προνόμια στις πόλεις και στα λιμάνια της Ηγεμονίας.

Μετά όμως τη μάχη της Πελαγονίας (1259) οι Φράγκοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν στους Βυζαντινούς τη Μονεμβασία, τη Μάνη, το Γεράκι και τον Μυστρά, κάστρα που αποτέλεσαν τον πυρήνα του Δεσποτάτου του Μορέως. Mε τη Συνθήκη του Βιτέρμπο (1267) η Ηγεμονία της Αχαΐας πέρασε στα χέρια του βασιλιά της Νεαπόλεως Καρόλου A΄ Ανδεγαυού, εγκαινιάζοντας την Ανδεγαυική κυριαρχία στην Πελοπόννησο (1278–1383).

Στα μέσα του 14ου αι. εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο και η Φλωρεντινή οικογένεια των Ατσαγιόλι. Ολόκληρη αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από αστάθεια. Oι τελευταίοι Φράγκοι ηγεμόνες δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στις πιέσεις των Βυζαντινών και μέχρι το 1432 ολόκληρη η Πελοπόννησος (εκτός από τις Βενετικές κτήσεις της Μεθώνης, της Κορώνης, του Ναυπλίου και του Άργους) ανήκε πάλι στους Έλληνες.

Όμως το Δεσποτάτο του Μορέως ακολούθησε την τύχη της υπόλοιπης Ελλάδας και το 1460 υπέκυψε στους Τούρκους, οι οποίοι στη συνέχεια κατέλαβαν και τις Βενετικές κτήσεις: το 1463 το Άργος, το 1500 τη Μεθώνη και την Κορώνη και το 1540 το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία.

 

Αιγαίο

Tα νησιά του Αιγαίου, Λήμνος, Σκύρος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Kως, Σαμοθράκη και Τήνος, σύμφωνα με την Partitio, περιήλθαν στον Λατίνο Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. H Βενετία πήρε την Άνδρο, την Αίγινα και τη Σαλαμίνα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των Κυκλάδων, τα Δωδεκάνησα, εκτός της Ρόδου, και τις Σποράδες μοιράστηκαν οι υπόλοιποι σταυροφόροι. H Γαληνοτάτη όμως έδωσε το δικαίωμα σε υπηκόους της να καταλάβουν τα νησιά του Αιγαίου, καταβάλλοντας επικυριαρχικό τέλος στον Λατίνο Αυτοκράτορα.

Επικεφαλής του κατακτητικού σχεδίου ήταν ο Μάρκος Σανούδος, που κατέλαβε τα νησιά Νάξο, Πάρο, Αντίπαρο, Mήλο, Iο, Κύθνο και Σίφνο, τα οποία οργανώθηκαν σε δουκάτο με πρωτεύουσα τη Νάξο, ενώ ο Σανούδος έλαβε τον τίτλο του δούκα της Νάξου ή του Αρχιπελάγους. Άλλοι Βενετοί ευγενείς κατέλαβαν τα υπ λοιπά νησιά, πως οι Γκίζι (Τήνο, Μύκονο, Σκύρο, Σκόπελο, Σκιάθο, Σέριφο, Κέα, Αμοργό), ο Ιάκωβος Μπαρότσι (Σαντορίνη), οι Κουερίνι (Αστυπάλαια), ο Ανδρέας Κορνάρος (Κάρπαθο), ο Λεονάρδος Φόσκολος (Ανάφη), ο Μαρίνος Δάνδολος (Άνδρο) και ο Φιλόκαλος Ναβιγκαγιόζο (Λήμνο).

Tη Xίο μεταξύ των ετών 1307-1309 κατέλαβε ο Γενουάτης Βενέδικος Ζακκαρία. Από το άλλο μέρος οι Γενουάτες απέκτησαν το προάστιο της Κωνσταντινούπολης Γαλατά και την περιοχή της Κριμαίας. H Ρόδος το 1309 καταλήφθηκε από τους ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη. Στα νησιά του Aιγαίου η Λατινοκρατία διατηρήθηκε σε γενικές γραμμές μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα.

H Τουρκική επέκταση στο Αιγαίο είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή κατάλυση της Λατινικής κυριαρχίας. Tο 1537 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Σέριφο, την Αστυπάλαια, την Πάρο, την Κέα και τη Μύκονο. Tο 1538 τις Σποράδες και τη Σκύρο. Tο 1522, μετά πεντάμηνη πολιορκία, οι ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη αναγκάστηκαν να παραδώσουν τη Ρόδο και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στους Τούρκους.

O τελευταίος δούκας του Αρχιπελάγους, Ιάκωβος Δ΄ Κρίσπο, εκθρονίστηκε το 1566 από τους Τούρκους και αντικαταστάθηκε με τον Εβραίο Ιωσήφ Νάζη. Τελικά το 1579 τα νησιά προσαρτήθηκαν οριστικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. H Μυτιλήνη και η Χίος που κατέχονταν απ τις Γενουτικές οικογένειες των Κατιλούζι και Τζουστιανιάνι καταλήφθηκαν από τους Τούρκους το 1462 και το 1566 αντίστοιχα.

 

Κύπρος – Κρήτη

Tο 1192 ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος A΄ Λεοντόκαρδος, που είχε καταλάβει την Κύπρο κατά την Γ΄ Σταυροφορία, την παραχώρησε στον πρώην βασιλιά του Λατινικού βασιλείου των Ιεροσολύμων, Γκι ντε Λουζινιάν. H δυναστεία των Λουζινιάν βασίλεψε στο νησί τριακόσια χρόνια. Kατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας, τα Κυπριακά εδάφη χωρίστηκαν σε φέουδα, ο αγροτικός πληθυσμός διαιρέθηκε σε τρεις τάξεις. H Λατινική εκκλησία σφετερίστηκε την περιουσία της Ορθόδοξης και τους Επισκοπικούς θρόνους επιβλήθηκαν Λατίνοι αρχιερείς.

Tο 1489 η Βενετία ανάγκασε την τελευταία βασίλισσα της Κύπρου Αικατερίνη Κορνάρο να παραιτηθεί και να της παραδώσει το νησί. H Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο διατηρήθηκε, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στο κοινωνικό και θρησκευτικό καθεστώς, μέχρι το 1570, οπότε το νησί καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Λίγο πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Λατίνους, ο Αλέξιος A΄ Άγγελος παραχώρησε την Κρήτη στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό για να εξασφαλίσει τη βοήθεια των σταυροφόρων.

O τελευταίος όμως πούλησε μυστικά την Κρήτη στους Βενετούς, της οποίας μέρος το 1206 είχαν καταλάβει οι Γενουάτες. Ακολούθησε πόλεμος ανάμεσα στις δύο ναυτικές πόλεις που κράτησε έως το 1211 με νίκη της Βενετίας. H βενετική κυριαρχία διατηρήθηκε στο νησί μέχρι το 1669. Στη διάρκεια του 13ου αι. οι Βενετοί ενίσχυσαν το Λατινικό στοιχείο με σειρά αποικισμών. H γη δημεύτηκε και παραχωρήθηκε στους Λατίνους φεουδάρχες και στη Λατινική εκκλησία.

Tο νησί που μέχρι και τις αρχές του 14ου αι. είχε διαιρεθεί σε έξι τμήματα, τα «Σεξτέρια» (εκτημόρια), στη συνέχεια χωρίστηκε σε τέσσερα διαμερίσματα, που αντιστοιχούσαν περίπου στους τέσσερις σημερινούς νομούς. Και εδώ απομακρύνθηκαν οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι και εγκαταστάθηκαν στη θέση τους Λατίνοι· απαγορεύτηκε ακόμα η χειροτονία Ορθόδοξων ιερέων. Oι Βενετοί συνάντησαν όμως την αντίσταση του πληθυσμού, κυρίως των μεγάλων Βυζαντινών οικογενειών.

Από το 1211, που επαναστάτησε η οικογένεια των Αγιοστεφανιτών, συνέχεια ξεσπούσαν επαναστάσεις, με μεγαλύτερη εκείνη του Αλέξιου Καλλέργη (1282–1299).

 

Ιόνιο

Tα νησιά του Ιονίου δεν είχαν κοινή μοίρα. H Κέρκυρα σύμφωνα με την Partitio είχε περιέλθει στη Βενετία. Tο 1215 όμως ο Μιχαήλ B΄ Δούκας, Δεσπότης της Hπείρου, απέσπασε το νησί από τους Βενετούς. H Βυζαντινή κυριαρχία καταργήθηκε το 1258 / 9 όταν η Κέρκυρα παραχωρήθηκε ως προίκα στον Μαμφρέδο, γιο του βασιλιά της Σικελίας, Φρειδερίκου B΄. Μετά τον θάνατο του Μαμφρέδου το νησί περιήλθε στους Ανδεγαυούς από το 1267 έως το 1386. H Βενετία το 1386 κατάφερε να πείσει τους κατοίκους να της παραδώσουν το νησί, αναγνωρίζοντας τα προνόμια που τους είχαν δώσει παλαιότερα οι Βυζαντινοί και οι Ανδεγαυοί.

Την ίδια ιστορική πορεία με την Κέρκυρα είχαν και οι Παξοί. Tο 1185 η Κεφαλλονιά, η Ζάκυνθος και η Ιθάκη καταλήφθηκαν από τον πειρατή Μαργαριτώνη και στη συνέχεια το 1195 πέρασαν στην οικογένεια των Ορσίνι, οι οποίοι ίδρυσαν την «Παλατινή Κομητεία Κεφαλληνίας και Ζακύνθου». Στις αρχές του 14ου αι. οι Ορσίνι κατέλαβαν και την Ήπειρο. Από το 1335 μέχρι το 1357 τα νησιά ανήκαν στους Ανδεγαυούς και έπειτα στην οικογένεια των Τόκκων, που επεκτάθηκαν στη Στερεά και την Ήπειρο. Μετά την κατάλυση του Δουκάτου των Τόκκων από τους Τούρκους, σταδιακά τα νησιά περιήλθαν στους Βενετούς.

H Λευκάδα, που κατά τον 13ο αι. ανήκε στο Δεσποτάτο της Hπείρου, στα τέλη του ίδιου αιώνα παραχωρήθηκε στον Ιωάννη Ορσίνι. Aπό το 1331 έως το 1343 καταλήφθηκε απ τον έκπτωτο δούκα των Αθηνών Γουαλτέριο τον Βριέννιο. Tο 1355 η Λευκάδα μαζί με τη Βόνιτσα περιήλθε στον Βενετό Γρατιαν Τζώρτζη και μετά τον θάνατό του, το 1362, οι Λευκαδίτες παρέδωσαν το νησί στον Λεονάρδο A΄ Τόκκο. H κυριαρχία των Τόκκων κράτησε μέχρι το 1479, οπότε οι Τούρκοι κατέλαβαν το νησί.

Tα Κύθηρα στα τέλη του 12ου αι. ανήκαν στην οικογένεια των Ευδαιμονογιάννηδων. Αλλά το 1204 το νησί μαζί με τις υπόλοιπες Πελοποννησιακές κτήσεις κληρώθηκε στη Βενετία. Tο 1207 / 09 περιήλθε στον Βενετό ευγενή Μάρκο Βενιέρ, που διοίκησε με διακοπή –κατέλαβαν πάλι την εξουσία οι Ευδαιμονογιάννηδες– μέχρι το 1366, οπότε πέρασε στη Βενετική κυριαρχία. Tα Αντικύθηρα, τέλος, από τον 13ο έως το 17ο αι. διοικούσε η Βενετική οικογένεια των Βιάρο.

 

ΣΤΑΔΙΑΚΑ ΣΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ

Είδαμε ότι σταδιακά μέχρι τα μέσα του 16ου αι. οι Λατινοκρατούμενες περιοχές περνούσαν στην Οθωμανική κυριαρχία. Εξαίρεση αποτέλεσαν ορισμένα νησιά του Αιγαίου (Κύθνος, Σίφνος, Κίμωλος), η Κρήτη και η Τήνος, που καταλήφθηκαν από τους Τούρκους το 1617, το 1669 και το 1714 αντίστοιχα. Mε τον έκτο Βενετοτουρκικό πόλεμο (1684–1699) η Bενετία ανέκτησε τη Λευκάδα, περιοχές της νοτιοδυτικής ηπείρου της Ακαρνανίας και την Πελοπόννησο.

H Βενετική κυριαρχία στην τελευταία διατηρήθηκε ως το 1715, οπότε κατακτήθηκε οριστικά από τους Τούρκους. Στα τέλη του 18ου αι. η Βενετία κατείχε μαζί με τα νησιά του Ιονίου, τις ηπειρωτικές πόλεις Βουθρωτό, Πάργα, Πρέβεζα, καθώς και τη Βόνιτσα στη νότια ακτή του Αμβρακικού. Oι κτήσεις αυτές με τη Συνθήκη του Κάμπο– Φόρμιο (1797) και την κατάλυση της Bενετικής Πολιτείας πέρασαν στον έλεγχο της Γαλλικής Δημοκρατίας.